Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

της ημέρας

Παραμονή Χριστουγέννων...
Άλλοι κάνουν προσπάθεια ν' αποτινάξουν τη θλίψη κι άλλοι παραιτημένοι από καιρό βουλιάζουν μέσα της.

Όσο αντέχουμε, δυναμώνει η ζωή
κι αυτό είναι επιλογή μας

Δεν είναι εύκολο μα τι είναι;
-εν ανάγκη ας μελώσουμε ένα τι παραπάνω τα γλυκίσματα...-

Kαλές γιορτές με υγεία
και καλή παρέα!

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

ANAΓΚΗ



κάθε πρωί η ίδια κίνηση

παίρνω  τη λέξη
την καρφώνω στη μέρα μου
να  χω ένα ξόρκι
ξόρκι στον άνεμο
που μ’ ανταριάζει


το πουλί με κοιτά
με λαβώνει ο χτύπος του
του βγάζω τα μάτια
στα στέλνω
 -κι ας με βλέπεις-
του κόβω τη γλώσσα
να μη μου μιλά

οριοθετώντας  τις λέξεις μου
μαζεύω  τη ζωή μου


Με φοβίζει
Το  πουλί
φτερό  στα μάτια μου
χτύπος  στην καρδιά μου

Αγαπημένε
νυχτώνει νωρίς στο δάσος

φύλαξε με στα όνειρά σου

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

αθωότης

οι εραστές
τόσο ωραίοι στη θαμπάδα
του ονείρου τους
τόσο νέοι στην κορυφογραμμή
των θέλω τους
τόσο ανίδεοι στην έκπτωση

τα σώματα εύκολα συμμαχούν
με τις λέξεις
συνοδοιπορούν στη γυάλινη τους
σφαίρα
μέχρι την άκρη του κύματος
να σηκωθεί το παραπέτασμα

γρήγορα
που πεθαίνει η μέρα τους......


φωτογράφος: Ελένη Ρημαντωνάκη

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Σχεδόν...




Χρειάζεται κάποτε ένας  
ο απολογισμός
να βρω
Πόσα
πολλά μισά κι ατέλειωτα
μετράω


Σαν τις γραφές που μείνανε
λειψές
κάτι στο τέλος να τους λείπει

Ακόμα κι αυτά
τα πιο ενδιαφέροντα
που νόμισα πως είχαν
ολοκληρωθεί
πως είχαν την αλήθεια τους
κλεισμένη

Ήτανε μόνο
ένα σχεδόν
στης  ουτοπίας την
Επιβίβαση

Ε, κι ύστερα;
Ποιος άντεξε περσότερο
Στου ονείρου του τη ζάλη….


Τρομάζω απόψε
Αγάπη Ακριβή…..

Σχεδόν Πανσέληνος





Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Πλευρώτους στην κατσαρόλα



Είχε αγοράσει τα πλευρώτους δίχως να το πολυσκεφτεί. Τα είδε και τα ορέχτηκε. Πότε πότε γινόταν παρορμητική κι αυτό μάλλον τη διασκέδαζε.
Λοιπόν… ας τα μαγείρευε. Τα πήρε, τα καθάρισε προσεκτικά με μια πετσέτα-απoφεύγοντας να τα πλύνει. Μια φορά το κανε και το μετάνιωσε. Mε τόσο νερό που ρούφηξαν, ρούπωσαν τελείως!
Έβαλε λάδι στην κατσαρόλα, έκοψε το σκόρδο φέτες. Το άρωμα ξεχύθηκε, έκλεισε τα μάτια με τα ρουθούνια να παίζουν ευχαριστημένα στη σπιτική μυρωδιά.
Έριξε τα μανιτάρια και ανακάτεψε.

Το είχε μετανιώσει; Το ξερε δεν μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω μα αν γινόταν; Θα θελε να αλλάξει  ό,τι έγινε;
Την έτρωγε αυτό. Της άρεσαν οι βεβαιότητες. Μισούσε να αναιρεί. Να ακυρώνει τα λόγια της. Να μετανιώνει. Ήθελε λάθη που μπορούσε  να αντέχει.
Αντέχονται όλα;

Στην κατσαρόλα τα υγρά είχαν σωθεί. Έριξε ένα ποτηράκι κρασί και τσιτσίρισαν με φωνή μεγάλη. Περίμενε λίγο όσο να εξατμιστεί το οινόπνευμα, να μείνουν τα αρώματα. Έριξε λίγο νερό, αλάτισε και τα σκέπασε.
Έξω έβρεχε. Δυο μέρες τώρα είχαν ανοίξει οι ουρανοί
Κάθισε.

Μέχρι που είναι το όριο; Όχι του λάθους απ’ το σωστό παρά της αντοχής. Να κουβαλάς. Τη γνώση πιο πολύ. Πως μόνος σου είσαι σ’ αυτό. Τίποτα δεν είναι μοιρασμένο. Η μεζούρα αλλάζει σαν και τη γλώσσα μας και το φορτίο βαραίνει τόσο μα τόσο διαφορετικά…
Είχε μετανιώσει;

Πήγε πάλι στο παράθυρο, κοίταξε τον έρημο δρόμο που είχε γίνει ξέχειλο ποτάμι γεμάτο σκουπίδια, τη Μαρία και την Αντριάνα που χοροπηδούσαν στα σκαλιά της απέναντι πολυκατοικίας. Ένα πουλί που ξέμεινε.

Δεν ήταν πως δεν εμπιστευόταν τους άλλους. Τις προθέσεις τους. Ήταν πως τα δικά της τα κράταγε για κείνην. Από  συστολή πιο πολύ παρά από φόβο. Το μαζί μάντευε -παρά γνώριζε- πως είναι περισσότερο το αποτέλεσμα μιας έκφρασης  ευγνωμοσύνης, αγάπης, χρέους  και σπάνια  ανάγκη του άλλου. Βαθιά και κυρίαρχη.
 Όσες φορές αφέθηκε,  ήθελε να πιστεύει πως και  ο άλλος το επιθυμούσε. Να την γνωρίσει. Να την καταλάβει.
Μα δεν ήταν έτσι

Φάνηκε ο ταχυδρόμος. Θα χε μουσκέψει πάνω στη μηχανή του. Μόνο λογαριασμούς  έφερνε τελευταία. Χρέη γεμάτα αριθμούς προς διεκπεραίωση. Ούτε μια χαρά από ξεχασμένο γράμμα. Ούτε καν ένα παιχνίδισμα.

Το βράδυ έρχεται.
 Μόνιμα ανέτοιμη. Μόνιμα ανοιχτές σελίδες να αναμετριώνται τα αν τα έτσι τα αλλιώς. Με δεδομένα φυσικά. Μόνο που χουν ξεθωριάσει. Η φωτογραφία έχει ξεθωριάσει.
 Τι έχει μείνει; Ωωω…ίσαμε και τίποτα κι ωστόσο…
Κάτι εξακολουθεί ανεπίτρεπτα να την πληγώνει.
Ανεπίτρεπτα; την ξαφνιάζει η παραδοχή. Χαμογελά



Ξαναγύρισε στην κουζίνα. Το φαγητό  φαινόταν  εντάξει. Δυο τελευταίες κινήσεις μόνο απέμεναν. Πρώτα πιπέρωσε, πασπάλισε με ρίγανη και περίχυσε με μπαλσάμικο. 
Το άφησε ένα δυο λεπτά.
 Μύρισε ευχαριστημένη κι έκλεισε το μάτι.

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Απείκασμα

της λείπει
Τον ψάχνει παντού
ιδίως στις αφημένες
του λέξεις


τη βλέπω
Δίχως να το επιζητώ
αν και με συγκινεί
το μάταιο

τον βλέπω
Κι εκείνον να επιστρέφει
ντυμένον ολοπόρφυρα
μάτια

κουβαλά
Γέλιο που φτάνει
ίσαμε τη δική μου
ανάγνωση

Δαγκώνω τα Χείλη
Χαμογελώ
Τον αγκαλιάζω

(ο αγαπημένος είναι μια
αλήθεια
απουσίας)


φωτογράφος Ελένη Ρημαντωνάκη

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

αφίενται μου

συμπληρώνω χαραξιές

-στο πρόσωπο-

συμπληρώνω απουσίες

-στα ζητούμενα-

συμπληρώνω

-ελλειπή

τα στοιχεία-



στο έλεος του εναπομείναντος όλα

κενή

μένω

(αφίενταί μου τα ερείπια

των επιπραμένων επιθυμιών



και συγχωρέστε μου

το τραγούδι του κύκνου)

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

παρατήρηση


πολλοί ασχολούνται με την ποίηση
τη θεραπεύουν ή την υπηρετούν
τη διακονούν με ζέση
με τον τρόπο μάλιστα των βαθιά αμαρτωλών
που επιδίδονται σε πράξεις φιλάνθρωπες
εν είδει υστερόφημης μνείας

να βαπτισθούν στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ
και με το χρίσμα του ποιητή να αποχωρήσουν

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

H IΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΜΕΣΗ



Τέλειωσε. Η ιστορία που δεν είχε μέση, ολοκλήρωσε τον κύκλο της. Μη με κοιτάς…. Όπως σου το λέω ….
Αν είμαι λυπημένη; Δεν ξέρω. Τίποτα δεν μπορώ να πω γιατί σαν κάτι να μου άρπαξε τα μέσα μου και μένω άδεια
Kαι σκέψου πως όλα μπορεί να ταν μια φούσκα, κάτι ανύπαρκτο. Ανύπαρκτο  αλλά ονειρικό. Όσο γι’ αυτό….  
Το μυαλό παίζει παιχνίδια επικίνδυνα. Ίσως και μόνο του να πλέκει, να στήνει ιστορίες διαφυγής

Τι σου λέω τόση ώρα …μπερδεύτηκες…. Να ξερες εγώ πόσο…. μα κατάλαβέ με….. δεν μου είναι εύκολο να αφηγούμαι κι ύστερα τι να πεις για ό,τι μπορεί να  υπήρξε μόνο στη σφαίρα της φαντασίας σου
…………………………………………………………………………………………
…. …..πόσο οι άνθρωποι αγαπούν να  διηγούνται την αρχή….. Τα ροζ τα σύννεφα τα μελένια ξενύχτια του νου……..
Εμένα πάλι το τέλος μου φαίνεται πιο ενδιαφέρον γιατί το τέλος είναι η πιο μοναχική ιστορία κι εγώ αγαπώ τα μοναχικά πράγματα. Κι η πιο αληθινή. Αν μπορεί να μιλήσει κανείς για αλήθεια
….. λοιπόν……
Η ιστορία που δεν είχε μέση τέλειωσε πολλές φορές. Όλο ένα αντίο γραφόταν μα ήξερα καλά πως θα φτανε να τον ξαναδώ για να σβηστεί. Και πίστευα πως αυτό θα γινόταν. Όταν στέκουν μετέωρες οι ανείπωτες λέξεις, τα ανεπίδοτα φιλιά κι οι μαρτυρίες του έρωτα που ζητά πάντα μια σάρκωση, δε γίνεται να μην ξανασμίξουν οι αίτιοι. Έτσι νόμιζα…. όχι δε νόμιζα έτσι πίστευα. Απόλυτα. Πως σε μια θάλασσα επιθυμιών κολυμπούσαμε κι οι δυο
Μόνο να μην είναι πολύ αργά σκεφτόμουν. Μόνο να μη μας έχει πάρει το ποτάμι της ζωής και χαθούν χνάρια και μυρωδιές
………………………………………………………………………………………..
Το σπίτι του αντικριστά με το δικό μου. Έλειπε καιρό. Για να είμαι ακριβής μόνο ένα καλοκαίρι ήταν εδώ ….
Η απουσία του έπαψε να κάνει εντύπωση κι όπως όλα συνηθίζονται, συνηθίστηκε κι αυτή. Ρώτησα κάποτε ένα γείτονα γι’ αυτόν τώωρα μου είπε πάει αυτός χάθηκε…..
Μόνον ο ωραίος του κήπος, το πάλαι ποτέ καμάρι της γειτονιάς ήταν σαν να καλούσε το νοικοκύρη του.
Ένα βράδυ είδα τα φώτα του αναμμένα. Η αλήθεια πως με τόσα που ακούμε να συμβαίνουν κάθε μέρα, ληστείες, φόνοι,….. τρόμαξα. Ύστερα είδα το παραθυρόφυλλο ν’ ανοίγει, ένα  χέρι σε κίνηση γνώριμη κι άρχισα να γελώ.
Μα την αλήθεια!

Γραφή αληθινή πρώτη

Όταν …. Όταν πήρα το μήνυμά σου,  όταν είπες «επιστρέφω» άρχισα να γελώ με το γέλιο της ευτυχίας. Γέλαγα και τα πόδια μου λύγισαν
Επέστρεφες….

Ξεχνούσα το βασικό.  Ο  άλλος επιστρέφει γι’ αυτόν. Κάποτε και  για σένα μα με το δικό του τρόπο και δεν είναι πάντα εύκολος.

Όπως αντιλαμβάνεσαι χρειάζομαι πάντα χρόνο να αποκωδικοποιήσω ή καλύτερα  να τα διαβάσω όλα
Και τώρα ….τώρα  δύσκολα να αρθρωθεί μια λέξη. Οι πιο απλές κουβέντες διυλίζονται και πριν φτάσουν στον εγκέφαλο εξαχνώνονται  τόσο που αναρωτιέμαι αν ειπώθηκαν καν
Είπες «επιστρέφω» ….Δεν ήξερα τι να κάνω. Πώς να το διαχειριστώ. Ένα τρυφερό μουρμούρισμα στ’ αυτιά ήταν ό,τι είχα μα θύμωνα. Πως τολμούσες  πως μπορούσες  να σουν  τόσο αλλιώς….


Ξέρεις στην τόση σιωπή που μπήκε ανάμεσά μας τι σκεφτόμουν;

Πώς αντέχει; Πώς το αντέχει;
Εγωιστικό; Πες το κι έτσι……
Μάλλον ανόητο
Είσαι κομμάτι των ημερών μου. Των σκέψεων μου.

Μ’ άγγιξες ποτέ; Σε άκουσα να μονολογείς κι εγώ ήθελα να ρωτούσες εμένα…..
 Εσύ ξέρεις. Εσύ ξέρεις αν ένοιωσες να σ’ αγγίζουν.

Αρχίζω να νοιώθω τον αέρα μου να λιγοστεύει γιατί πάλι θα φύγεις

Ακόμα κι αν πρέπει να σε χάσω πρέπει να το πω.
Σ’ αγαπώ.
Σ’ αγαπώ σαν πολλά πράγματα.
Σαν κομμάτι της ψυχής. Συγκάτοικο αγαπημένο των ημερών που ήμαστε αθώοι
Φιλαράκι τρυφερό . Που σου χω πει τόσα ανόητα και θα θελα να σου πω τόσα,  άλλα τόσα και πιο πολλά ακόμα.
Και φορές σαν και τούτη σ’ αγαπώ απελπισμένα. Τόσο που μου κόβεται η ανάσα και πονούν τα μέσα μου.
(υπογραφή)
ενός καλοκαιριού η θύμηση
…………………………………………………………………………………………

Η παρέα και τα λόγια που τόσο εύκολα ήταν κάποτε
Ώρες περνούσαμε μαζί…. Μεσημέρια πιο πολύ όταν οι άλλοι ησύχαζαν ή αργά τ’ απόγευμα. Όχι, τις νύχτες. Αυτές δε μας ανήκαν….
Καθόμαστε παρέα και …. Τι να σου πω….. λέγαμε και λέγαμε ούτε και ξέρω τι. Δεν υπήρχε λόγος μπορεί να θέλαμε να μιλήσουμε μόνο.
Φτιάχναμε καφέ …. Έχουμε πιει τόσους πολλούς καφέδες πότε ο ένας πότε ο άλλος και συνήθως στην αυλή του βρισκόμαστε.
Μια μικρή αυλή πνιγμένη στα περίεργα φυτά. Φερμένα από μέρη με ονόματα παράξενα που δεν τα χω ξανακούσει κι ούτε συγκρατήσει
Ήταν. Φωτογράφος. Νομίζω για λογαριασμό περιοδικών ή κάτι τέτοιο.
Εγώ θα λεγα ταξιδευτής. Κυνηγούσε την εικόνα. Καβάλα στη μηχανή του έφευγε.
Ναι. Περάσαμε υπέροχες τρυφερές ώρες με πολύ γέλιο.

Γραφή αληθινή. δεύτερη

Μισώ τα κρατημένα λόγια
Μισώ να μη λέω αυτό που νοιώθω
Λες θα φύγεις σύντομα και να μην το λεγες  το ξερα …. Είσαι ένα εκρηκτικό υπέροχο υλικό, ρευστό δε λέω μα δεν είναι αυτό το θέμα

Λυπήθηκα όσο δεν παίρνει που σκότωσες το καλοκαίρι μας

Όμως πιο πολύ χάρηκα για τα λίγα λόγια που ανταλλάξαμε. Μου είναι σημαντική η φιλία σου
Ξέρω … αέρας είσαι και δε στέκεσαι

Έχω πάντα αισθήματα βαθιά για σένα.
Και δε με πειράζει καθόλου που είναι μοναχικά
Μπορούμε να μαστε φίλοι;
Να επικοινωνούμε μόνο κάποτε.
Να στέλνεις
κάποια μηνύματα με νέα σου από τις χώρες που γυρίζεις. Κι ίσως κι εγώ  δικά μου

Και υπόσχομαι να μαι φειδωλή στις λέξεις. Μεζούρα θα κρατώ και ξέρεις πως μπορώ να τα καταφέρω
Μη λες όχι.
Υπάρχουν ένα σωρό υπέροχοι άνθρωποι εκεί έξω που δε θα τους συναντήσουμε ποτέ
Μα εμείς βρεθήκαμε! Δεν είναι ένα θαύμα αυτό; Μια ευλογία;.

Εντάξει το καλοκαίρι πέρασε μα το παρόν είναι μπροστά μας κι είσαι ακόμα ακόμα εδώ

Έλα πια μη μου χαλάς το χατίρι

Στην ουσία αυτό που ζητώ είναι να ξέρω πως δε σε δυσαρεστούν τα μηνύματά μου. Και πως  μπορείς ακόμα να γελάς μ’ όσα χαζά λέω 
……………………………………………(υπογραφή)………………………………
η φίλη
………………………………………………………………………………………
Γινόμουν παρανοϊκή. Λίγο ακόμα και θα συμπονούσα όλες τις πονεμένες καρδιές που έβγαιναν στα μεσημεριανά και θρηνολογούσαν
 Ένοιωθα μόνο το βάρος στο στήθος μου. Δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Το μυαλό μου είχε αρρωστήσει. Είχε βουτήξει σε άπατα νερά και χανόταν. Χανόταν  για τα ψίχουλα μιας φανταστικής σχέσης.
Φανταστικής; Ένοιωθα κολλημένη στον τοίχο. Θα πέθαινα και θα ταν μια λύτρωση.


Άρχισα να μην κοιμάμαι. Για την ακρίβεια απ’ όταν ήρθε δεν έκλεισα μάτι. Αγκάλιαζα τον εαυτό μου τις νύχτες και μιλούσα μόνη μου. Πουθενά δεν μπορούσα να καταλήξω
Θυμόμουν όλο θυμόμουν
Την τελευταία μέρα. Αυτό κανείς δεν το ξερε ή μάλλον εγώ αγνοούσα … Χαζολογούσαμε ως συνήθως και μια στιγμή με κοίταξε. Σταμάτησε και με κοίταξε και γω νόμιζα πως σταμάτησε ο αέρας.
Σ’ αγαπώ του είπα μα δεν είμαι σίγουρη πως ακούστηκε.
Θέλω το στόμα σου μου είπε

Γραφή αληθινή. Τρίτη


Ήρθε λοιπόν ο καιρός να φύγεις
Τούτη τη φορά όπως τα χες σχεδιάσει πήγαν τα πράγματα δίχως δυσάρεστες εκπλήξεις στα φανερά τουλάχιστον
Δε σε αποχαιρετώ. Να σου πω πως χάρηκα που ήρθες κι ελπίζω κάποτε να τα ξαναπούμε


ΑΝ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ ΑΚΟΜΑ

Είμαι πολύ λυπημένη. Τόσο που κάνω διαρκώς λάθη λες και γράφω πρώτη φορά
Όχι, όχι δεν έχει να κάνει με σένα … με σένα; Πώς θα ταν δυνατόν έστω κι αν αυτό νόμιζα
Και ντρέπομαι αληθινά ντρέπομαι που τόσες φορές σ’ έφερα ίσως σε δύσκολη θέση ή αμήχανη στην καλύτερη περίπτωση
Ναι το χαμε πει. Είχαμε πει για τους πολλούς μας εαυτούς τους διαφορετικούς. Ποιον δικό σου γνώρισα άραγε ; ναι το ξερα  …. Πώς καθένας μας εαυτός ζει τόσο λίγο κι ύστερα οριστικά για πάντα  χάνεται
Το ξερα μα μου διέφυγε.
Μου διέφυγε γιατί η αλλαγή η δική μου ίσως είναι πιο περίπλοκη ή πιο αργή.

Αν και το ξερα
Μα μόνο διαισθητικά γι’ αυτό  και απορούσα πως άντεχες αυτή τη σιωπή που εσύ επέβαλες και με ανισορροπούσε
…………………………………………………………………………………….
Μια χάρη μόνο. Θα θελα να χα κάτι από κείνον τον παλιό σου εαυτό
Σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ………….
Κάθισε. Απέναντι μου κάθισε. Να χα λίγο θάρρος μαζί σου θα σου ζητούσα να έρθεις δίπλα μου. Να με πάρεις αγκαλιά με παρηγορητικά λόγια
Μα είσαι σχεδόν ένας ξένος, γοητευτικός βέβαια, μα ξένος

Πες μου τώρα. Πες μου για κείνον τι σου είπε για μας, για κείνο το καλοκαίρι
Σε παρακαλώ πες μου. Την αλήθεια. Να χω μιαν αλήθεια έστω ετεροχρονισμένη.
Τώρα που ακόμα η μνήμη μπορεί να ανασύρει τρυφεράδα κι αγάπη. Μυρωδιά από γιασεμί και βασιλικό και τριαντάφυλλα ανθισμένα
Άσε με να τον θάψω γλυκά
…………………………………………………(ανυπόγραφο)……………………………………………..

Νόμισα χαζά βέβαια εντελώς χαζά πως ήθελε να με φωτογραφίσει και γέλασα λίγο αμήχανα είναι αλήθεια γιατί αυτό έκανε συνέχεια.. Πότε χέρια φωτογράφιζε πότε γάμπες …τις προσάρμοζε σε απίθανες συνθέσεις.
Ήμουνα και …. Ήταν αρκετά νεότερός μου.

Φίλησέ με, μου είπε. Κι εγώ δε θυμόμουν πως φιλάνε πως αγγίζουν ένα άντρα. Σβηστήκανε όλα κι έμεινα μια παρθένα ψυχή να τρέμω.
Μ’ αγκάλιασε σφιχτά κι ήτανε ένα φιλί βαθύ πηγάδι που με πήρε και κατρακύλησα Ήθελα να χαθώ να μη γυρίσω πίσω
Μπορείς να  γελάς. Δεν ήταν που μου φίλησε τα χείλη. Την ψυχή μου ακούμπησε
Ύστερα τρομαγμένη κι αμήχανη ακόμα, άνοιξα την πόρτα μα αυτός που έφυγε την ίδια νύχτα και ποτέ δε γύρισε ήταν εκείνος.
 Δεν ξαναγύρισε.
 Ακόμα και τώρα που νόμισα πως επέστρεψε.
Σχεδόν δε με έβλεπε. Κι αυτό δεν το άντεχα….μ’ αρρώσταινε
Δεν κράτησε …ευτυχώς ……
………………………………………………………………………………………….

Ένα  βράδυ είδα τα φώτα να μην ανάβουν και κατάλαβα πως έφυγε. Για πρώτη φορά μετά από μέρες κοιμήθηκα ξανά.
Το πρωί είδα το πωλητήριο. Δε θα γυρνούσε. Κι ανάσανα.

Γιατί μου τη διηγήθηκες;

Ήθελα να τη γράψεις. Νόμιζα …δεν ξέρω τι νόμιζα….
Λάθος. Όλα λάθος τα νόμιζα

Άρχισε να κλαίει.

Ένας έρωτας δεν είναι ποτέ λάθος. Με κοίταξε. Έστω και μονομερής, συνέχισα, έστω του νου είναι μια αχτίδα φως. Μόνο φως και δύναμη είναι για όποιον νοιώσει
Και θα την γράψω την ιστορία σου.

Νομίζω μου φίλησε τα χέρια κι έφυγε















Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Bρέχει...




Βρέχει
Και πιο πολύ φυσά
Ανεμοδέρνεται σκοτεινιασμένη
η μέρα

«Πάμε μια βόλτα..»

Κατεβασμένος ο καιρός
Και που ναι η μάνα
με της αγάπης τα μαλώματα…..
«έρχεται μπόρα κόρη μου
κι εσύ δεν είσαι σπίτι»

Τρέχουν νεροσυρμές και βγαίνουνε
πουλιά απ’ τις φωλιές τις δανεικές

«έλα,
 να φύγουμε από δω…»

Μα  που να πάει κανείς
(σεργιάνι έχουνε βγει οι λύπες)

«να κεραστούμε λόγια σιγαλά…»
 
Δρόμοι θολοί με καθαρά κι αλλού
χνάρια σβησμένα
πού πάμε εμείς οι κυνηγοί
του τίποτα
……………………………………….
Χτυπά το κρύο την πόρτα
Μη νοιάζεσαι.
Είμαι  καλά
Αχνίζουν οι κουβέντες
Και ζεσταίνουν


Τελικά Είχες δίκιο
καλή μέρα ήτανε
Για βόλτα


Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

απουσία

χάνεται ο ίσκιος ανάμεσα στα πεθαμένα
και το βλέμμα σου που γεμίζει σιωπή
βαραίνει μακριά σε μιας ανάμνησης φορτίο

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Μέσα του...



Περιπατητής της ερήμου με μάτια τυφλά διψασμένος και καιόμενος …..


O άνδρας κάπνιζε αφηρημένα. Σχεδόν μηχανικά κρατούσε το τσιγάρο μέχρι που η κάφτρα, του φτασε στα δάχτυλα. Σαν ξαφνιασμένος το πέταξε και άναψε άλλο. Το μυαλό του μουδιασμένο όπως  από νάρκωση για δύσκολη επέμβαση παράμενε ανενεργό. Λες κι είχε αυτομολήσει, λες και τίποτα δεν ήταν παρόν.
"Λοιπόν; τι λες; Πώς σου φαίνεται η ιδέα μας; Θα φύγουμε το βράδυ… "
Την κοίταξε παραξενεμένος. Ποια ήταν και τι στο καλό του έλεγε; Έκανε μια προσπάθεια. Το μόνο που του έμενε σαν εντύπωση, μια ατελείωτη, διαρκής κίνηση.
 Ελένη…πήγε να πει κι ύστερα κοντοστάθηκε. Πως του ρθε; κι αν δεν την έλεγαν Ελένη;
 "Στάθη! Στάθη!" μια ηχώ επανέλαβε. Στάθη Στάθη -εκείνος ήταν;
 Την κοίταξε με δυσκολία.

 "μαραίνομαι ο καημένος σαν το βασιλικό οπου τονε ποτίζεις με θαλασσόνερο " μουρμούρισε και ήταν σίγουρος -για πρώτη φορά-πως έλεγε κάτι ολόκληρο και σωστό. Χαμογέλασε ευχαριστημένος. Είχε επιτέλους βρει κάτι με νόημα. Στρογγυλό, συμπαγές, κατανοητό. Μιαν αλήθεια. Επιτέλους

 Έκανε ένα γύρω στους διαδρόμους του μυαλού του να βεβαιωθεί πως ήταν στο σωστό μέρος. Μα μια έρημος ήταν που τον τύλιγε και τον έπνιγε.
 "θαλασσόνερο" είπε σταθερά και κάπως δυνατότερα. "Πώς σου ρθε τώρα; Στάθη σύνελθε! Πρέπει να προλάβουμε και πρέπει…. "
"θαλασσόνερο" επανέλαβε εκείνος.
Η γυναίκα που τ’όνομά της αγνοούσε και τον έλεγε Στάθη ξέσπασε σε γέλια. "αμάν βρε Στάθη!" "μαραίνομαι" είπε εκείνος "καταλαβαίνεις; μαραίνομαι. σαν το βασιλικό" και  άνοιξε την πόρτα
μα

την έρημο  μέσα του την είχε

φωτογράφος Ελένη Ρημαντωνάκη

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Ευαλωτότητα




Είναι που σ’ αρέσει
Ο Φόβος σου
Γι’ αυτό
Και πας γυρεύοντας τον


Έτσι σε βρήκα
Στο σημείο Λάθος
Όπου έρχεσαι κάποτε


Κρατάς μια υποψία μνήμης
Απ’ το Αύριο
(αυτό σε σώζει;)
Μπορείς και λες basta
όταν κοντοζυγώνεις στη θέα
του

Κρύο πράγμα το επερχόμενο

Και βέβαια
Χαμένο

Εκείνο το παιδί
Κλαίει  μέσα σου
Κρατά  μια σβήστρα
Και φοβερίζει

Τους κανόνες







Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Μόνο



Δυο μέρες είναι που σ’ αγαπώ…

( και να μ’ άκουγε η κυρα-Λένη η μάνα μου….)
Όλα μανούλα μου γίνανε νερό και τρέχουνε και χύνονται χάνονται και γω τι θαρρείς… έβαλα μια τρεχάλα! Τα πόδια φτάσανε στην κεφαλή μου μα το πρόλαβα! Εκείνο το σ’ αγαπώ το πρόλαβα στο τσακ σαν έξοδο κινδύνου την ώρα του χαμού.

Δυο μέρες

Μόνο;

Ψέματα! Δύο και κάτι…. Άντε κάν τις δυόμισι μα έτσι κι αλλιώς η μέτρηση η αντίστροφη ξεκίνησε

Μόνο;

…. Πώς μετριέται ο  χρόνος αν όχι με όσα γίνονται ή δε γίνονται; Και με τη φθορά βέβαια μα τι μας νοιάζει αυτό, ακόμα τρέχουμε εμείς….
Που λες …..Όσα ήταν να συμβούν συνέβησαν ….
Γιατί…. Παραπάνω απ’ όσα βλέπεις την ώρα που και σένα η  καρδιά σου είναι ανοιχτή δε θα δεις. Μόνο την ώρα εκείνη. Λοιπόν; Ό,τι ήταν να δω το είδα πια -λαχτάρα φόβο κι ένα κουβάρι λέξεις ανάκατες- κι ό,τι να μου μιλήσει μίλησε. Στο νυχτερινό σου μονοπάτι βάδισα κι ας αμφιβάλεις. Και σε είδα. Όπως φοβόσουν κι όπως το λαχτάραγες  και πάλι όχι. Μόνο που τέλειωσε.
Ο χρόνος τέλειωσε
 κι όλα γυρίζουν πίσω
Αν με είδες; Ναι πού να με πάρει! Με είδες όπως κανένας και ποτέ τη γύμνια μου

Δυόμιση μέρες; Τι λέω….Κιόλας πολλές…. Μέτρησέ τις ώρες και λεπτά και δεύτερα και κλάσματα….

Μόνο;

Πόσο μετριέται το πολύ;
Δυο μήνες δούλεψα κάποτε σε μέρος που μ’ έτρωγε κι είπα αυτοί οι δυόμισι μήνες θα λείπουν απ’ τη ζωή μου. Όπου και να πάω ό,τι και να κάνω όσα και όσο  να ζήσω θα λείπουν. Πεταμένοι είναι κι έχω την έλλειψή τους. Θα αναζητώ το χρόνο που μόνο ανάσα έπαιρνα κι αυτήν από τις πλάτες
Γι’ αυτό μη λες «μόνο;» οι μέρες που θα ρθουν οι ώρες τα λεπτά τα δεύτερα θα χουν το σημάδι σου

Τότε γιατί;

Πριν να βαφτούνε οι πράξεις και τα λόγια με της αδικίας το χρώμα, ο έρωτας που ναι ακόμα ροδαλός και φρέσκος σαν αυγινό τριαντάφυλλο αμύριστο πετάξει, κλείνω την πόρτα για να σφαλίσω χρώματα και μυρωδιές και την ανάσα του

Δυο μέρες….

Ναι, μάλλον μόνο δυο μέρες. Μα τυχεροί είμαστε. Την ουτοπία κυνηγώντας αγγίξαμε μιαν άκρια της. Το νομίσαμε έστω


Δυο μέρες…..


Κι αυτό πολύ

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

σαν σε

σαν σε
ιντερμέδιο σε μια θεατρική σκηνή απουσιών
ενώ οι ηθοποιοί κλονισμένοι από τις ήττες
γελούν στενάχωρα
θρηνούν γελοία

τότε συμβαίνουν τα απύθμενα των θαυμάτων 
 η ωραιότητα των χρωμάτων κατακλύζει
τα φθαρτά και τα πρόσκαιρα
και συ θεατής αμήχανος της λάμψης

στο μεταξύ
άνθρωποι που σε κουβαλούν φεύγουν κι έρχονται

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Λέξεις



Οι λέξεις που μ’ εχθρεύονται
Απόψε μείναν εσώκλειστες

Το έρκος των οδόντων
Δεν επέτρεψε εξόδους
Ηρωικές

Ελλοχεύουν πάντα
Πίσω απ’ τα καφασωτά

Προσμένοντας
Ευκαιρίες που δε δίδονται

Μέρες σαν και τούτη
Με τη ραστώνη
Να καταλαμβάνει μέλη
Και νου χωρίς αντίσταση

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

αν



Και λέω πως θα (σου ) φανεί
Αν αύριο
Τώρα
Σε λίγο
Του χρόνου
Αν ποτέ ή εν τω άμα

Το κάδρο που σαι τοιχισμένος
Το δεις
Με τα πλαίσια παραλλαγμένα
Με τα πλαίσια βαμμένα
Με τα πλαίσια εκτός
Πλαισίων

Κι εσύ
ο Αμέτοχος

Ενεργός

μιας εξωγενούς ωθητικής
δύναμης
Το βέλος

Εσύ ένα βέλος
Να σαϊτεύεις
Να σαϊτεύεις
Το μέτρο το αόρατο πλέον
στοχεύοντας

Πέρασες τη ζωή σου
Ανα/ζητώντας
Το μη
Όριο

Και είπες
«Πού φτάνει;»

Την πέρασες τη ζωή σου

Θρηνώντας
Βλαστημώντας
Όρια
Περιθώρια
Ψευδαισθήσεις οράματα
Χρώματα
Αχ…Όμορφα χρώματα….

Κλαις;


Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

πότε;

λέω εσύ
μα εμένα βλέπω
να στέκομαι στην πόρτα
που μου ανοίγεις

ονειρεύομαι το εσύ
ωστόσο  εμένα βρίσκω
στο σκοτεινό  πέρασμα
ανιχνευτή

γράφω  εσύ 
και οι λέξεις
-που κανονικά αποφεύγω την επαφή
μαζί τους-
ως την αγωνία, εμένα  περιγράφουν

λέω πάντα εσύ
-είναι ξέρεις το πιο εύκολο-
μα εννοώ πάντα εγώ

μέσα σ' αυτή τη συνάφεια
τόσον καιρό εγώ
τόσον ατέλειωτο καιρό

θα με δω δίχως
το πρόσχημά σου;
 (αναρωτιέμαι....)

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

αυτό μόνο

(αυτό έμεινε)

η μαλάτσα
που οξειδώνει τις απλωμένες
μέρες με
τα θραύσματα απολυμένων ονείρων
να γεμίζει  σκουριά τους αρμούς
στα κινούμενα ντύματα

να θυμόμουν
ένα σπάσιμο γονάτου
ένα λύγισμα καρπού
μια στιγμή αθανασίας
αλώβητη

μόνο μαλάτσα να κολλάει
στο δέρμα –μόνη-
και να κλείνει τα στόματα

(μα ποιος ακούει  το θέρος;)

ραγίζει η ζωή
και η πύλη που σφραγίζεται
είναι της δίψας

*μαλάτσα: υγρασία με ζέστη

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

Καλό καλοκαίρι!

Σπλαχνικό το θέρος εύχομαι
Τρυφερό
και τα όνειρα σας ν' αντέξουν

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

Aφήνω πια



Αφήνω πια τη λυπημένη λέξη να κυλήσει
Τι νόημα έχει να την κρατώ
Ίδιο μυριστικό στα δάχτυλα
Κι ας  είναι η μόνη που με δέχτηκε
Δίχως φτιασίδι ελπίδας
(μήπως γι’ αυτό παρέα δεν την είχα;)


Μ’ έθρεψε τόσον καιρό που ξέχασα
Πως είναι δίχως την αμαρτία της
Να ζεις
Τη δόλια της τη συμπαράσταση
Κι ομολογώ πονά
Σα  μέλος ατροφημένο που
Μέσα του ξανακυλά το αίμα

Κι ωστόσο πως αλλιώς
αν θέλω να γυρίσουνε οι ώρες


Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Το τραγούδι του Πρωτομάστορα




Τοποθετείς τις πλάκες αρμονικά
τελειώνοντας το σχέδιο του νου
(πάντα)
για μιαν αυλή

Προσέχεις κυρίως τους αρμούς
σε σύζευξη ισορροπίας να ρχονται
Κι ύστερα γελάς

«πες μου τραγούδι για τον πρωτομάστορα»
……………………………………

Κόρη μάστοραν  αγάπησε
Το στόμα του γυρεύει

Μάστορα πρωτομάστορα
Δώσε μου το φιλί σου

Μα  εκείνος την περιγελά
Κι αλλού πάει και το δίδει


Η  κόρη από τον πόνο της
Τον κόσμο του κουρσεύει

Κατάρα να χουν οι νυχτιές
Κι οι μέρες να πνιγούνε

Πάψε κόρη τη μάνητα
Τι εστέρφεψεν η πλάση

Ο θρήνος των αγέννητων
Να ρθει τη γη να θλίψει
Όσο να ρθει ο μελλούμενος
Τα δάκρυα να στεγνώσει




Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

κλικ



ρίχνοντας ματιές

έτσι περνά η ζωή

ρίχνοντας ματιές
φευγαλέες

καμιά φορά σταματάς
σ’ ένα χαμόγελο
πολλές φορές σε μια λύπη
 φυλακίζεσαι


(ερασιτέχνης κυνηγός
 ενός νοήματος
που
χάνεται μέχρι  να
πατηθεί   το  κλείστρο
κι αυτό είναι που σου γνέφει)

στο μεταξύ
  ανάμεσα στα βλέφαρα
το αληθινό
κοιμάται

Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

κεφτεδάκια αυγοκοφτά



Όπως άκουσε την Ελεώ να εξηγεί, σχεδόν εντυπωσιάστηκε.

Σοβαρά μιλάς;  Κεφτεδάκια αυγοφτά;
Κεφτεδάκια αυγοκοφτά! Άμα σου λέω…. Φτιάξ’ τα και θα με θυμηθείς! θα κόβεις δάχτυλα από τη νοστιμιά….

Της άρεσε η ιδέα. Αποφάσισε να τα φτιάξει. Και θα τα φτιαχνε σήμερα. Σήμερα κιόλας. Γιατί να το καθυστερεί; Επειδή  το κέφι της δεν ήταν και στα καλύτερά του; Ίσα ίσα  γι’ αυτό ας έκανε κάτι ….

Πήρε τον κιμά, κομμάτι από ωραίο μοσχάρι  –μια ώρα το διάλεγε και το ακριβοπλήρωσε  κιόλας, αυγό, μαϊντανό….  Στο κρεμμύδι άρχισαν να την τσούζουν τα μάτια της

Φτου πανάθεμά με! Μια φορά να μην κάνω το σωστό; Πρέπει να κάθομαι να κλαίω τώρα;

Γιατί που να πάρει ο διάολος; Γιατί ;  αναρωτήθηκε πολύ θυμωμένη. Γιατί δε δοκίμασε μια απ’ τις τόσες τεχνικές αντί να τρίβει τα μάτια της; Βλέπεις  το κανε κι αυτό. Να τα τρίβει με τα χέρια απ’ το κρεμμύδι…
Ο πατέρας του άντρα της πάντα γελούσε μαζί της. Νύφη, της έλεγε, άμα  πεθάνω ένα κρομμύδι να βαστάς …..
Νύφη…. Το πέπλο της έλειπε μόνο….….. Πέταξε το μαχαίρι, που τον θυμήθηκε τώρα πεθαμένο άνθρωπο….  Άι στην οργή πια … δεν της έκοψε να πάρει το μούλτι…. η ηλίθια!

Δυόσμο να βάλω;
Ναι παιδί μου! Κανονικά θα τα φτιάξεις. Όπως ξέρεις!

Τι ρώτησε; Δεν είχε δυόσμο έτσι κι αλλιώς. Η μάνα της θα χε –αν ζούσε κι αυτή- πάντα είχε και τον φύλαγε σαν τα μάτια της. Πιο πολύ προσέχεις το δυόσμο απ’ τα λουλούδια σου και θα ζηλέψουν.... την πείραζε….. έτσι το λεγε αφού ήξερε για τους νεκρούς τον ήθελε. Χατίρι των αγαπημένων που έφυγαν. Για όταν τους έφτιαχνε κόλλυβα. Και ρόδι να κρατάς της θύμιζε. Πού να βρει κανείς ρόδι το καταχείμωνο; Μη βάζεις χρυσά κουφετάκια…. Οι πεθαμένοι θέλουν της γης  παράγγελνε.….  να θυμάσαι ….Ό,τι βγάζει η γης… αληθινά πράματα…..

Αληθινά …. Μια ήταν η αλήθεια….

Έκλαιγε. Τώρα έκλαιγε.

Γιατί είχε έρθει πανάθεμά τον! Γιατί! Τι ήθελε να της θυμίσει;

Καλά ήτανε. Καλά ησύχαζε. Ήρεμη. Φύτευε ντομάτες και φασολάκια και λουλούδια καλοκαιρινά
Γιατί -  Είχε -  Έρθει!

Όχι, πως δεν είχε χαρεί. Χάρηκε. Η αλήθεια πως χάρηκε πολύ σαν τον είδε. Φωτίστηκε η μέρα της. Μα ίσα που πρόλαβε να τον δει  Κι ύστερα έφυγε πάλι. Με το επόμενο κιόλας τρένο λες κι είχε έρθει για να μην ξεχάσει πως υπάρχει
Υπάρχει…. Η θύμηση μιας παλιάς αμαρτίας. Τόσο παλιάς που δεν ήταν πια σίγουρη πως είχε συμβεί ….
Τόσο παλιάς.
Πόσο παλιάς αλήθεια;

Ξέπλυνε τα χέρια, πήρε τη συσκευή …..που είναι γαμώτο το καπάκι;….
Όλο κάτι έχανε, όλο δεν έβρισκε αυτό που ζητούσε, συχνά δε θυμόταν τι ζητούσε να πας στο γιατρό μαμά θα της έλεγε η κόρη της αν δεν την είχε πάρει κι αυτήν ο χρόνος.

Γιατί ήρθε!

Λες κι ήταν για να επιδώσει μια παραγγελία ή χρωστούμενα….
Βέβαια αυτός είπε πως μια δουλειά τον είχε φέρει στην πόλη
Ποιος τον πίστευε;

Και θα τα τηγανίσω….
Μα ναι! Ναι!
Και τη σάλτσα…
Κόκκινη θα την κάνεις όπως ….

Πήρε το μαχαίρι να κόψει μαϊντανό. Το δάχτυλό της … τι στο καλό έκανε εκεί στη μέση μέση το δάχτυλό της; Βαθιά την πήρε και δεν το νοιωσε.
Το αίμα έτρεχε. Δεν έκανε τίποτα. Το κοίταζε να χύνεται

Γιατί!

Είχε τόσο χαρεί…. 
Γύρισε ο χρόνος για μια στιγμή…. της φάνηκε πως έκανε στροφή γύρισε πίσω και της έφερε μέρες ξένοιαστες και παιχνίδια αθώα…. Αθώα; Ναι. Ό,τι κάνεις με την ψυχή σου είναι αθώο

Ήσουν σημαντική για μένα. Να το ξέρεις και να το θυμάσαι. Το αξίζεις! Έτσι της είπε.

Ακριβώς έτσι! Λες και είχε έρθει να της πει αυτό.
Να σε πάρει ο διάβολος που θα μου πεις αν αξίζω…

Άρχισε να πονάει. Να χε κόψει τένοντα; Θα πρεπε να ειδοποιήσει κάποιον…..
Τουλάχιστον να τηγάνιζε τα κεφτεδάκια…..

Κι αφού φτιάξεις τη σάλτσα …. Πρόσεξε  να  χει ζουμί. Να μην είναι  σουπερό μα όχι και πολύ πηχτό …. Καταλαβαίνεις….. μετά να βάλεις μέσα τα κεφτεδάκια…. Και να τα αυγοκόψεις κανονικά. Με λεμόνι …ξέρεις…. Και ολόκληρο το αβγό! Όχι μαρέγκα….. και να ρίχνεις σιγά σιγά το ζουμί…..

Να τα τηγάνιζε τουλάχιστον…. Κάποιος θα βρισκόταν για τη σάλτσα. Ας τα τρωγαν κι έτσι….Άι! πονούσε! Και στην αρχή δεν το νοιωθε….καλά λένε για τη γλύκα του μαχαιριού….

Ποιος νοιώθει τις μαχαιριές σαν τις δέχεται;
Εκείνη την έσφαζε ο χρόνος. Την είχε τσακίσει να μένει δέσμια του. Καμιά φορά κατάφερνε να τον κοιμίσει, του λεγε παραμύθια κι ιστορίες να την ξεχάσει μα πιο πολύ τον ξεχνούσε εκείνη κι ύστερα ερχόταν ένα ύστερα με την όψη μιας παλιάς εικόνας και….

Ήσουν σημαντική

Ήσουν. Ήσουν ήσουν!
Αυτή ήθελε να είναι. Να είναι. Να είναι!
Που να πάρει ο διάβολος να είναι!

Πονούσε…. ΠΟΝΟΥΣΕ!
Ήθελε να φωνάξει.
Να τανε λύκαινα. Να τανε στη νύχτα. Να αφήσει ουρλιαχτό. Μακρόσυρτο.
Ααααααααααχ!
Μια μοναχική λύκαινα…..
Δεν ήτανε λύκαινα. Μια γυναίκα ήτανε που έτρεμε  ν’ αντικρίσει το παρόν της και μισούσε το χθες της γιατί την εγκατέλειψε. Παρ’ όλα όσα της είχε υποσχεθεί, την είχε προδώσει και την είχε αφήσει σ’ ένα αγκαθερό τώρα.

Κάθισε στην καρέκλα με το δάχτυλο να ματώνει αποκαμωμένη…. Λες κι είχε περπατήσει πολύ και  είχε ξεπνοϊσει
Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε. Απέναντί της μια γυναίκα με βρώμικο, μουτζουρωμένο πρόσωπο. Με τα χείλη να μαζεύονται….τα ρουθούνια ανοιχτά.
Αστεία…. αστεία ήταν. Μια αστεία φιγούρα. Άρχισε να κάνει μορφασμούς  σε προσπάθεια γέλιου
Γελοία….μουρμούρισε κι αναστέναξε βαθιά. Βαθιά να βγάλει λες την ένταση μαζί με την κούραση
Αναστέναξε ξανά. Πιο ελαφριά.

Πήγε στο μπάνιο, καθάρισε την πληγή, τίποτα το ανησυχητικό. Είχε υπερβάλει πάλι… έβαλε αντισηπτικό ένα πρόχειρο επίδεσμο, στο χέρι ένα γάντι και  γύρισε στην κουζίνα.
Ένωσε τα υλικά, έβαλε δυόσμο – κάπου θυμήθηκε πως είχε αποξηραμένο-
πήρε το τηγάνι, έβαλε λάδι κι άνοιξε το μάτι.



Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Λοιπόν;



Καλύπτεις τα φώτα της μοναξιάς
Αποφασιστικά

Λες είμαι με αγαπημένους
Λες ζω χαρούμενη ζωή

Τότε γιατί
Εκείνο το κομμάτι σου
Αιμορραγεί νοσταλγία

Για ότι αχνά θυμάται
Για ότι φοβάται
Για ότι δεν ξέρει
(πως θα ταν)

Το θέρος προ των πυλών
Οι αρμοί σου λύνονται

Ακουμπάς ένα χάδι
Σ’ ό,τι δεν έζησες

Έτσι κι αλλιώς μόνος θα περάσεις
Κι απόψε το δρόμο
Αντίπερα κανείς

Ως κι
Η ανάμνηση σ’ αρνιέται


Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Aς πούμε και κάτι άλλο....



Ας αλλάξουμε κουβέντα λοιπόν….

Είχε, που λέτε, ένα φίλο ο αδερφός μου ο μεγάλος, που τονε λέγανε Αιμίλιο. Απ’ όταν θυμάμαι τον εαυτό μου ο Αιμίλιος αποτελούσε μέρος της ευρείας μου οικογένειας. Έμπαινε στο σπίτι σαν μέλος της  με ανοιχτά χέρια με  χαρούμενο γέλιο, δυνατή φωνή κι όλοι μας τρέχαμε να του μιλήσουμε, να τον αγγίξουμε, να τον καλοδεχτούμε.
Έχω εικόνες από τα πρώτα πρώτα νιάτα και των δυο τους να παλεύουν με κατασκευές  ή με   κουβέντες που δεν καταλάβαινα και δε  ρώτησα τι και γιατί.
Η προσφυγική του καταγωγή του δημιουργούσε πολλούς μπελάδες καθώς η μάνα του, που δεν γνώρισα,  είχε αποφασίσει πως η μόνη κατάλληλη για το μοναχογιό της θα ταν μια προσφυγούλα. Να χει προφανώς τη λεπτότητα, τη φινέτσα και την αρχοντιά του κόσμου που έχασε και την απώλεια του δεν είχε καταφέρει να αποδεχτεί
………………………………………………………………………………..
Σαν ο αδερφός μου πήγε στα Χανιώτικα χωρίστηκαν. Οι ζωές τους πήραν άλλο δρόμο.
Μπήκαν στη μέση και  καινούριες έννοιες….
Και τι μ’ αυτό;  Ό,τι και να συνέβαινε στα κατοπινά χρόνια ο ένας δεν έλειπε από τη χαρά ή τη λύπη του άλλου. Και για  μας πάντα ήταν ένα οικείο κομμάτι.
Στην έννοια μου  δεν έπαψε ούτε στιγμή να είναι παρόν σ’ ό,τι με φώτιζε. Χρειαζόμουν το γέλιο, τη φωνή του, την ανοιχτή του καρδιά. Κι ας μη μιλούσαμε παρά περιστασιακά. Παρά σπάνια ανάμεσα στα χρόνια που περνούσαν. Κι ας μην είχα  λεπτομέρειες για τη ζωή του,  πέρα από το ότι πήρε για σύντροφο ζωής ένα εξαιρετικό πλάσμα που ως και τη μάνητα της μάνας του μαΐναρε και απόχτησαν δυο κόρες.
 Για μένα ήταν παρήγορο να ξέρω πως υπάρχει. Πως υπάρχει ο αέρας του.
Βλέπετε έτσι μετρώ τους ανθρώπους , τους επιλέγω και τους ονομάζω δικούς μου. Από το πόσο μιλάνε στα μέσα μου

Μεγαλώσανε κάποτε. Γεράσανε κι οι δυο. Πια δε χρειαζόταν να επικοινωνούν με γράμματα. Μακριά τηλέφωνα σε απίστευτες ώρες γιατί θυμήθηκε ο ένας κάτι σημαντικό και ήθελε να το μοιραστεί με τον άλλο.
.
Και δεν είμαι και τόσο σίγουρη πως άφηναν ο ένας στον άλλο τα καθημερινά τους τα κομμάτια μάλλον φυλάγανε τα καλύτερα για τα μεταξύ τους. Τρέλες που δεν μπορούσαν ν’ ακουστούν και κρυφές ελπίδες.
………………………………………………………………………………………
Και μια μέρα εντελώς ξαφνικά μου ήρθε το μήνυμα «ο Αιμίλιος έφυγε».
…………………………………………………………………………………….
Σχεδόν δεν ήξερα τι να πω πέρα απ’ τα τυπικά… όπως ούτε και τώρα….
Θα λείπει φαντάζομαι πολύ στον αδερφό μου ο σχεδόν παιδικός του φίλος. Η οικειότητα η ιδιαίτερη που είχαν.

Για μένα ωστόσο που δεν βίωσα το χαμό του και πιο πολύ εικόνες έχω παρά προσωπικά βιώματα υπάρχει πάντα. Και Η σκέψη μου ζεσταίνεται  από την παρουσία του ακόμα

Και που είπα οικειότητα.
Αφήνετε σ’ όλους σας τους φίλους τα ίδια σας κομμάτια; Λέω  πως όχι. Στον ένα  αφήνετε το κομμάτι της δουλειάς, στον άλλον της οικογένειας, σ’ έναν τρίτο της διασκέδασης και ούτω.

Και σε κάποιον που έχετε την ιδιαίτερη οικειότητα, την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη, το ξεχωριστό άγγιγμα, του αφήνετε την ψυχή σας να τη φυλάει.
Κι αυτό είναι ανάγκη. Πέρα απ’ την επαφή, πέρα απ’ τη συμβατική γνωριμία.
Πέρα απ’ τα λόγια.
Εσείς ξέρετε. Κάπου υπάρχει και τον ξέρετε.
Έστω Μόνον Εσείς.