Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

κεφτεδάκια αυγοκοφτά



Όπως άκουσε την Ελεώ να εξηγεί, σχεδόν εντυπωσιάστηκε.

Σοβαρά μιλάς;  Κεφτεδάκια αυγοφτά;
Κεφτεδάκια αυγοκοφτά! Άμα σου λέω…. Φτιάξ’ τα και θα με θυμηθείς! θα κόβεις δάχτυλα από τη νοστιμιά….

Της άρεσε η ιδέα. Αποφάσισε να τα φτιάξει. Και θα τα φτιαχνε σήμερα. Σήμερα κιόλας. Γιατί να το καθυστερεί; Επειδή  το κέφι της δεν ήταν και στα καλύτερά του; Ίσα ίσα  γι’ αυτό ας έκανε κάτι ….

Πήρε τον κιμά, κομμάτι από ωραίο μοσχάρι  –μια ώρα το διάλεγε και το ακριβοπλήρωσε  κιόλας, αυγό, μαϊντανό….  Στο κρεμμύδι άρχισαν να την τσούζουν τα μάτια της

Φτου πανάθεμά με! Μια φορά να μην κάνω το σωστό; Πρέπει να κάθομαι να κλαίω τώρα;

Γιατί που να πάρει ο διάολος; Γιατί ;  αναρωτήθηκε πολύ θυμωμένη. Γιατί δε δοκίμασε μια απ’ τις τόσες τεχνικές αντί να τρίβει τα μάτια της; Βλέπεις  το κανε κι αυτό. Να τα τρίβει με τα χέρια απ’ το κρεμμύδι…
Ο πατέρας του άντρα της πάντα γελούσε μαζί της. Νύφη, της έλεγε, άμα  πεθάνω ένα κρομμύδι να βαστάς …..
Νύφη…. Το πέπλο της έλειπε μόνο….….. Πέταξε το μαχαίρι, που τον θυμήθηκε τώρα πεθαμένο άνθρωπο….  Άι στην οργή πια … δεν της έκοψε να πάρει το μούλτι…. η ηλίθια!

Δυόσμο να βάλω;
Ναι παιδί μου! Κανονικά θα τα φτιάξεις. Όπως ξέρεις!

Τι ρώτησε; Δεν είχε δυόσμο έτσι κι αλλιώς. Η μάνα της θα χε –αν ζούσε κι αυτή- πάντα είχε και τον φύλαγε σαν τα μάτια της. Πιο πολύ προσέχεις το δυόσμο απ’ τα λουλούδια σου και θα ζηλέψουν.... την πείραζε….. έτσι το λεγε αφού ήξερε για τους νεκρούς τον ήθελε. Χατίρι των αγαπημένων που έφυγαν. Για όταν τους έφτιαχνε κόλλυβα. Και ρόδι να κρατάς της θύμιζε. Πού να βρει κανείς ρόδι το καταχείμωνο; Μη βάζεις χρυσά κουφετάκια…. Οι πεθαμένοι θέλουν της γης  παράγγελνε.….  να θυμάσαι ….Ό,τι βγάζει η γης… αληθινά πράματα…..

Αληθινά …. Μια ήταν η αλήθεια….

Έκλαιγε. Τώρα έκλαιγε.

Γιατί είχε έρθει πανάθεμά τον! Γιατί! Τι ήθελε να της θυμίσει;

Καλά ήτανε. Καλά ησύχαζε. Ήρεμη. Φύτευε ντομάτες και φασολάκια και λουλούδια καλοκαιρινά
Γιατί -  Είχε -  Έρθει!

Όχι, πως δεν είχε χαρεί. Χάρηκε. Η αλήθεια πως χάρηκε πολύ σαν τον είδε. Φωτίστηκε η μέρα της. Μα ίσα που πρόλαβε να τον δει  Κι ύστερα έφυγε πάλι. Με το επόμενο κιόλας τρένο λες κι είχε έρθει για να μην ξεχάσει πως υπάρχει
Υπάρχει…. Η θύμηση μιας παλιάς αμαρτίας. Τόσο παλιάς που δεν ήταν πια σίγουρη πως είχε συμβεί ….
Τόσο παλιάς.
Πόσο παλιάς αλήθεια;

Ξέπλυνε τα χέρια, πήρε τη συσκευή …..που είναι γαμώτο το καπάκι;….
Όλο κάτι έχανε, όλο δεν έβρισκε αυτό που ζητούσε, συχνά δε θυμόταν τι ζητούσε να πας στο γιατρό μαμά θα της έλεγε η κόρη της αν δεν την είχε πάρει κι αυτήν ο χρόνος.

Γιατί ήρθε!

Λες κι ήταν για να επιδώσει μια παραγγελία ή χρωστούμενα….
Βέβαια αυτός είπε πως μια δουλειά τον είχε φέρει στην πόλη
Ποιος τον πίστευε;

Και θα τα τηγανίσω….
Μα ναι! Ναι!
Και τη σάλτσα…
Κόκκινη θα την κάνεις όπως ….

Πήρε το μαχαίρι να κόψει μαϊντανό. Το δάχτυλό της … τι στο καλό έκανε εκεί στη μέση μέση το δάχτυλό της; Βαθιά την πήρε και δεν το νοιωσε.
Το αίμα έτρεχε. Δεν έκανε τίποτα. Το κοίταζε να χύνεται

Γιατί!

Είχε τόσο χαρεί…. 
Γύρισε ο χρόνος για μια στιγμή…. της φάνηκε πως έκανε στροφή γύρισε πίσω και της έφερε μέρες ξένοιαστες και παιχνίδια αθώα…. Αθώα; Ναι. Ό,τι κάνεις με την ψυχή σου είναι αθώο

Ήσουν σημαντική για μένα. Να το ξέρεις και να το θυμάσαι. Το αξίζεις! Έτσι της είπε.

Ακριβώς έτσι! Λες και είχε έρθει να της πει αυτό.
Να σε πάρει ο διάβολος που θα μου πεις αν αξίζω…

Άρχισε να πονάει. Να χε κόψει τένοντα; Θα πρεπε να ειδοποιήσει κάποιον…..
Τουλάχιστον να τηγάνιζε τα κεφτεδάκια…..

Κι αφού φτιάξεις τη σάλτσα …. Πρόσεξε  να  χει ζουμί. Να μην είναι  σουπερό μα όχι και πολύ πηχτό …. Καταλαβαίνεις….. μετά να βάλεις μέσα τα κεφτεδάκια…. Και να τα αυγοκόψεις κανονικά. Με λεμόνι …ξέρεις…. Και ολόκληρο το αβγό! Όχι μαρέγκα….. και να ρίχνεις σιγά σιγά το ζουμί…..

Να τα τηγάνιζε τουλάχιστον…. Κάποιος θα βρισκόταν για τη σάλτσα. Ας τα τρωγαν κι έτσι….Άι! πονούσε! Και στην αρχή δεν το νοιωθε….καλά λένε για τη γλύκα του μαχαιριού….

Ποιος νοιώθει τις μαχαιριές σαν τις δέχεται;
Εκείνη την έσφαζε ο χρόνος. Την είχε τσακίσει να μένει δέσμια του. Καμιά φορά κατάφερνε να τον κοιμίσει, του λεγε παραμύθια κι ιστορίες να την ξεχάσει μα πιο πολύ τον ξεχνούσε εκείνη κι ύστερα ερχόταν ένα ύστερα με την όψη μιας παλιάς εικόνας και….

Ήσουν σημαντική

Ήσουν. Ήσουν ήσουν!
Αυτή ήθελε να είναι. Να είναι. Να είναι!
Που να πάρει ο διάβολος να είναι!

Πονούσε…. ΠΟΝΟΥΣΕ!
Ήθελε να φωνάξει.
Να τανε λύκαινα. Να τανε στη νύχτα. Να αφήσει ουρλιαχτό. Μακρόσυρτο.
Ααααααααααχ!
Μια μοναχική λύκαινα…..
Δεν ήτανε λύκαινα. Μια γυναίκα ήτανε που έτρεμε  ν’ αντικρίσει το παρόν της και μισούσε το χθες της γιατί την εγκατέλειψε. Παρ’ όλα όσα της είχε υποσχεθεί, την είχε προδώσει και την είχε αφήσει σ’ ένα αγκαθερό τώρα.

Κάθισε στην καρέκλα με το δάχτυλο να ματώνει αποκαμωμένη…. Λες κι είχε περπατήσει πολύ και  είχε ξεπνοϊσει
Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε. Απέναντί της μια γυναίκα με βρώμικο, μουτζουρωμένο πρόσωπο. Με τα χείλη να μαζεύονται….τα ρουθούνια ανοιχτά.
Αστεία…. αστεία ήταν. Μια αστεία φιγούρα. Άρχισε να κάνει μορφασμούς  σε προσπάθεια γέλιου
Γελοία….μουρμούρισε κι αναστέναξε βαθιά. Βαθιά να βγάλει λες την ένταση μαζί με την κούραση
Αναστέναξε ξανά. Πιο ελαφριά.

Πήγε στο μπάνιο, καθάρισε την πληγή, τίποτα το ανησυχητικό. Είχε υπερβάλει πάλι… έβαλε αντισηπτικό ένα πρόχειρο επίδεσμο, στο χέρι ένα γάντι και  γύρισε στην κουζίνα.
Ένωσε τα υλικά, έβαλε δυόσμο – κάπου θυμήθηκε πως είχε αποξηραμένο-
πήρε το τηγάνι, έβαλε λάδι κι άνοιξε το μάτι.



Δεν υπάρχουν σχόλια: