Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Αν γινόταν





Το σύρμα ήταν καιρό στο ίδιο επικίνδυνο σημείο. Όλο και το λέγανε. Έπρεπε να το πάρουν από κει. Σίγουρα μπελάδες θα τους έφερνε. Ανεμελιά. Όλο αύριο και αύριο αλλά εκεί έμενε… ουφ! Είχαν κι άλλα πράγματα  και… στην τελική ας πρόσεχαν!
Το τελευταίο καιρό είχε πολλές  δουλειές… κι ας μη δούλευε. Εκτός σπιτιού βέβαια γιατί εντός… Μωρέ καλά το λένε, να δουλεύεις κακά, να μη δουλεύεις χειρότερα!
Είχε ανακαλύψει και είχε βάλει μπροστά της τα απίθανα.
Ντουλάπες, συρτάρια, τοίχους, παράθυρα….Να κοντύνει ένα παντελόνι …να …να….
Δεν ήταν το δυνατό της σημείο. Τα οικιακά. Τα άφηνε τα άφηνε μέχρι που συσσωρεύονταν και μαζεύονταν κι άλλα κι άλλα, σαν τα ρούχα που στοίβα περίμεναν όπως καλή ώρα τώρα…
Πως γίνεται μερικές φορές και πέφτουν όλα μαζεμένα; Κι είναι κι αυτός ο νοτιάς …να μην ησυχάζει άνθρωπος!
……………………………………………………………………………………..
Το σύρμα ίσα που τη χάραξε. Στα χείλη. Απαλά. Πολύ απαλά. Δε μάτωσε. Ούτε μια σταγόνα. Σχεδόν δεν το νοιωσε. Σχεδόν.

Είχε να πάει και στην ομάδα. Mόλις  πήρε σύνταξη γράφτηκε στο θεατρικό τμήμα. Της ήταν απωθημένο  η σκηνή. Ή μάλλον οι ρόλοι. Θυμόταν τον εαυτό της παιδί μικρό να παίζει μόνη της  πότε την κυρία, πότε μια τραγουδίστρια …μόνη της ΄Ή με την εξαδέλφη Ελευθερία. Μια ανύπαντρη μεγαλοκοπέλα που αντί να βγαίνει με τις αδελφές της τακίμιαζε μαζί της. Ίσως που ήτανε ανάποδη όπως τη λέγανε όλοι; Μπορεί και εξαιτίας του ποδιού της που το έσερνε…
Όπως και να χει μαζί παίζανε.
Και παίζανε τις κυρίες την κυρία Τερψιθέα και την κυρία Μελπομένη. Την Πραξιθέα και την Θελξινόη. Όλο τέτοια ονόματα παίρνανε. Ούτε Ελένη ούτε Μαρία ούτε κανένα άλλο γνωστό. Τα δικά τους ήταν από κείνα που θα πρεπε να ταξιδέψεις πολύ για να τα συναντήσεις.
……………………………………………………………………………………….
Τέλος πάντων τώρα είχε έρθει ο καιρός να το δοκιμάσει στ’ αλήθεια. Δεν ήταν πια τόσο νέα αλλά ….απόψε θα είχαν ανάγνωση καινούριου έργου…να δεις πως έλεγαν τον τίτλο…..
…………………………………………………………………………………………..
Ένοιωσε το μούδιασμα. Στα χείλη. Και τα μέλη να βαραίνουν. Ασήκωτα έγιναν. Καν δεν πρόλαβε να ξαφνιαστεί. Ίσως μειδίασε. Θα χε- αν γινόταν- θα χε να το λέει πόσο γρήγορα αλλάζουν όλα. Πόσο η ζωή- ή μήπως κάποιος άλλος- σε προλαβαίνει και ανατρέπει… και μένει το παντελόνι με τις καρφίτσες ημιτελές-από σένα τουλάχιστον- κι ένας ρόλος που δεν θα τον έπαιζε ποτέ.
Θα χε να λέει. Αν γινόταν. Πια.



Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

είμαστε



δρόμοι στάσεις περάσματα στάσεις ανοίγματα κόλποι κλειστοί ανοιχτές αγκαλιές
στάσεις
περβόλια ξέρες οργώματα σπορές θερισμοί θερισμοί
 λύπες λύπες 
κραυγές ψίθυροι σιωπή σιωπές
ανθός καρπός ρίζα φύλλο φύλο
 σκορπίσματα δεμένοι αρμοί  νερό νερό χώμα
διψασμένα στόματα μάτι αχόρταγο ψυχή αχόρταγη
θέλω θέλω θέλω
νύχτα μέρα αγρύπνια ύπνος
είμαστε
φιλί
είμαστε
φίλημα
σ’ όνειρο
όνειρο

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

ξετυλίγοντας



Θα βρεθούμε ξανά
Δεν περισσεύει χρόνος
ούτε για θυμό ούτε για λύπη

Θυμητάρια μαζεύω μην ξεχαστώ και ξεχάσω
Σε χάσω

Θα βρεθούμε ξανά
Να μαι μόνο εκεί ορθή

Τα αρχαία μου ρούχα ψάχνω να με γνωρίσω


Στην άκρη απ' το τέρμα να
με βρω
και συ
ωραία σαν πριν να με νοιώσεις

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

........................................

Παζάρι
παζαρεύτηκες να αγοραστείς, με την τιμή που αξίζουν τα τραύματα της μάχης


"ποιος θα σε πει αγάπη μου και δε σ' έχει πουλήσει"

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

νυχτερινό

Αναζητώντας δρόμους έτσι κινήθηκα με μόνο όφελος αυτό
Κι ας ήταν πολύ
Ισχυρίστηκα πως το άξιζα

Ισχυρίστηκα πως είχα το πρωτογενές δικαίωμα του ανθρώπου
Να χτίζει πάνω σε νερό
Να χτίζει πάνω σε σύννεφα
Δίχως τις οδηγίες της λύπης 


Κάθε φορά που νυχτώνει κρυώνει η μνήμη
Η θάλασσα μακραινει και τα χέρια αδειάζουν

Φίλησε πριν φύγω
ό,τι κρυφό σου κουβάλησα

Ένας βόγκος η φωνή σου
Κι εσύ το ονόμασες τραγουδι

Τουλάχιστον μ αγαπάς είπα
Κι είναι σκηνή από ξένο έργο

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

Περί του θρήνου των παρόντων

Η Απώλεια σημαίνει
και
Ο ρυθμός αλλάζει. Μορφοποιείται κάθε φορά. Ένα όργανο φεύγει. Οι υπόλοιποι της ορχήστρας αναπροσαρμόζονται. Να μη φανεί το χάσμα. Να καλυφθεί το κενό. Καμιά φορά αμέσως ή αργότερα κάποιος επιχειρεί να καταλάβει τη θέση. Εννιά στις δέκα με επιτυχία. Επιτυχία;
Αφού η ζωή είναι πιο δυνατή, ας το πούμε κι έτσι.

Απώλεια ίσον αναδιάταξη. Επανατοποθέτηση. Εκεί που τα πούλια ήταν έτσι, πρέπει να μπουν αλλιώς. Αυτό ίσως και να συνθλίβει. Το θέλω εδώ δε χωρά. Δε χωρά η προσωπική επιθυμία. Η απώλεια είναι η αλήθεια χωρίς ρωγμές.
.................................................................................................................................
Κι ύστερα είτε χτίζεις περιφερειακά είτε χτίζεσαι. Ανάλογα με τη δύναμή σου. ανάλογα με το βαθμό που έχεις φαγωθεί.

(σημειώσεις)

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

τσ' Ερήνης

Είχε η μάνα μου μιαν αδερφή που στα νιάτα της ήτανε πολύ όμορφη. Κι ένας φτωχός καμπούρης την αγάπησε. Τρελά έως θανάτου όπως όλοι οι απελπισμένοι αγαπούν.
Ανέλπιδος ο έρωτας. Η κοπελιά ορφανή από μικρή καθώς μια Μ.Παρασκευή μια σφαίρα απ’ αυτές που κατά κόρο πέφτουνε στα μέρη μου, ακόμα και σήμερα, της πήρε τον πατέρα. Η γιαγιά, μάνα και πατέρας για πέντε παιδιά -η δική μου ασαράντιγη- δεν υπήρχε περίπτωση καμία να δώσει την όμορφη της στον «κανένα».
Περνούσε ο δύστηνος ο «Καμπουράκης» κανταδίζοντας και μαντιδολογώντας κάτω από τα παραθύρια της, παρά τις φοβέρες της γιαγιάς, η οποία είδε κι αποείδε και σκέφτηκε πως ο καλύτερος τρόπος να γλιτώσει απ’ αυτόν ήταν να την παντρέψει και ει δυνατόν σε άλλο χωριό. Και εννοείται πως δεν ήταν εύκολο καθώς ήταν άφραγκη.
Στο έμπα ή μάλλον στο έβγα του φαραγγιού σε βάθος χωμένο κάτω σ’ ένα χωριό που το γέννησε η ανάγκη επιβίωσης σε άλλους καιρούς από κυνηγημένους, ένας κοντομεσίληκας δέχτηκε και αποδέχτηκε συνάμα την πρόταση να γίνει ο σύζυγος -προστάτης «τσ’Ερήνης», και να δεις που ούτε το όνομα του δε θυμούμαι..
Ας είναι.
«Επήρανε οι Γωνιές φωθιά
και κάψανε τ’ Ανώγεια
κάηκε κι η (γι)αγάπη μου
που κόψανε τα λόγια»

Εκόψανε τα λόγια* κι ο Καμπουράκης μαχαιροσφάχτηκε
«Δέκα χιλιάδες μαχαιριές
να δώσουν στο κορμί μου…»
Κάπως έτσι άρχιζε η μαντινάδα που δημόσια είπε στο γλέντι του αρραβώνα «μες στη μέση τση πλατέας»
«παρά ν’ αφήσω …»
και συνέχιζε με προσβλητικό χαρακτηρισμό για τον κλέφτη , όπως ενόμιζε, της αγάπης του.
Τονε πήρανε σηκωτό «την ιδιαμένη ώρα» και πήγε «κι έκαμε το τέλος του».
Η «Ερήνη» παντρεύτηκε τον ξενοχωριανό, μα «ήτονε καλός άθρωπος κι επέρασενε καλά μαζί του»
Μα σ’ αυτή τη ζωή πόσο διαρκούν τα καλά πράγματα; Ιδίως αν, έστω και ακούσια, θεμελιώθηκαν σε αίμα αθώου. ;
Ήρθε ο πόλεμος, ο των πάντων πατήρ, κι όσο κι αν φαίνεται ακατανόητο έφτασε και στα βουνά μας. Κι ένα βράδυ τον πιάνουνε τον μπαρμπα-Θανάση (είδες; θυμήθηκα και πως τονε λέγανε), που ποτέ δεν ανακατεύτηκε σε τίποτα και μαζί με άλλους
«…. τσι στέσανε στο(ν) πόρο του φαραγγιού θυγατέρα μου, και τσι εχτελέσανε κι ύστερα τσι πετάξανε στο(ν) πάτο του. Κι αρχίνηξε να βρέχει και κατέβασε νερό πολύ ο ποταμός κι επήρε τσ’ αποθαμένους. Και ύστερα από μέρες εδώκανε άδεια οι Γερμανοί να πάνε να τσι πάρουνε. Και πήγα και γω τοτεσας να βοηθήσω τη μαυροκακομοίρα την αμπλά μου** και ίντα να δούμενε; Το νερό τσι χε ξεμερδίσει*** και μάζωνες χέρα του νους**** και πόδα του άλλου…»
Και ξέρεις;
Δεν είναι να περάσω ποτάμι να χει νερό πολύ. Πίστεψέ με όμως καθώς βλέπω τα νερά να κατρακυλούν χωρίς να το θέλω πιάνω τον εαυτό μου να ψάχνει για πόδια και για χέρια

γλωσσάρι
*δώσανε λόγο, αμοιβαία υπόσχεση γάμου
**αδερφή
***διαμελίσει
****του ενός