Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

Εξ αφορμής......




Γεμιστά φτιάχνω….
Μαζεύω τα υλικά μου, τα κρεμμυδάκια, το μαϊντανό, τον άνιθο, τα λαχανικά που θα γεμίσω. Ευχαριστημένη τα βάζω μπρος μου, ευχαριστημένη γιατί δυο πράγματα μαζί θα κάνω. Το ένα η ετοιμασία, το άλλο το φευγιό του νου. Και ναι, μην αμφιβάλλετε το κάνω, αρχίζω να περιπλανιέμαι σε παλιά και καινούρια έτσι καθώς μου παίρνει ώρα το φαγητό, ως ν’ αδειάσω ντομάτες ν’ αδειάσω πιπεριές, έχω χρόνο να σκεφτώ να θυμηθώ….
Να θυμηθώ τη μάνα μου και να τη φέρω στην ομπρός μεριά του νου
Να με ρωτά για όσα δε βάζω και που είναι τα κολοκύθια να μου λέει κι οι μελιτζάνες, οι αγκινάρες, τα φύλλα τ’ αμπελίσια να χα και κολοκυθανθούς θα μου λεγε, να ρθει το φαγητό να γίνει πιο χρωματιστό, να μυρίσει καλοκαίρι. Χειμώνας είναι τώρα, θα πω εγώ για να ξεφύγω και θα με στείλει να βάλω μια πατάτα έστω να μην είναι η γέμιση με σκέτο ρύζι…. λίγο το ρύζι θα μου πει.
ένα κουταλάκι του γλυκού για κάθε γεμιστό που ανοίγεις, θυγατέρα μου

Τη μάνα μου να θυμηθώ που κράταγε το μέτρο
Μα δεν την άκουγα κι απελπισμένη φώναζε τι θα λέει ο άντρας που θα πάρεις για μένα …. πως τίποτα δε σου έμαθα θα λέει…. Κι εγώ την παρηγόραγα σώπα μάνα μου σώπα κι εγώ θα του λέω πως όλα τα ξερες κι ήθελες να μου τα μάθεις, εγώ δεν άκουα

Καημό το χε μα έμαθα. Τουλάχιστον να μαγειρεύω. Γιατί ανησυχούσε; Δεν ήξερε τάχα πως η σφίξη βγάζει το λάδι;
Το ξερε βέβαια μα η μικρότερη ήμουνα και ποτέ δε μεγάλωσα στα μάτια της. Πάντα το κοριτσάκι της έμεινα και συχνά ζητούσε απ’ την αδερφή μου να κάνει πράγματα για μένα

Αχ, μαμά μου μεγάλωσα πια μα εσύ δεν το βλέπεις…..της έλεγα και γέλαγα

Μεγάλωσα μαμά μου κι άλλαξα σκέφτομαι και τώρα. Κι ολοένα αλλάζω κάθε μέρα κι αλλιώς γίνομαι, αλλού δυναμώνω κι αλλού γίνομαι άταρη.
Αλλάζω μαμά μου. Κι είναι φορές που δεν με γνωρίζω απ’ το χθες ως το σήμερα. Καμιά φορά λες κι έχουν περάσει χίλια χρόνια κι έχω ξημερώσει αλλιώς, κοιτάω αλλιώς και δεν λυπάμαι. Δεν λυπάμαι, χαίρομαι γιατί πάει να πει είμαι ζωντανή, ο εαυτός μου ταξιδεύει πάντα, γνωρίζει, θέλει να γνωρίσει, να αισθανθεί….
Ταξιδεύω μάνα μου, μέσα στο χρόνο, στα πράγματα και τους ανθρώπους.
Μόνο μη με φοβάσαι είναι που έτσι προχωρώ μα κουβαλώ μαζί μου μυρωδιές παλιές και εικόνες και δεν ξεχνώ
Μην έχεις έγνοια







Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Ιστορία 15η

Μια ιστορία από τα παλιά




«Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΓΓΟΥΡΙ»


« Η ζωή Μαιρούλα μου είναι να αγγούρι. Κι άλλος το τρώει και ζορίζεται κι άλλος το τρώει και δροσίζεται. Κι εσύ πολάκι μου, φαίνεται το τρως και δροσίζεσαι μα ρώτα και μένα ..ρώτα και μένα..»
Και γω γέλαγα ακούγοντάς τα χιλιοειπωμένα λόγια κι εκείνη κούναγε το κεφάλι επαναλαμβάνοντας μονότονα ξανά και ξανά
«Ρώτα κι εμένα… ρώτα κι εμένα»
Κι εγώ γελούσα πιο πολύ με τη ζωή αγγούρι που ζόριζε την Ελένη. Την Ελένη που όταν οι άλλοι μιλάγανε γι’ αυτή τη λέγανε το «κορίτσι»
Αυτό κι αν ήταν αστείο… Σαν καραβοτσακισμένη μαούνα έμοιαζε, με το παχύ της κορμί, το ιδιόρρυθμο περπάτημα, που οφειλόταν στα αλλοιωμένα από την αρθρίτιδα κάτω άκρα. Κι ένα κοντοκουρεμένο κεφάλι με μάτια να κοιτούν με υποψία η Ελένη Πολυχρονίδη από την Κομοτηνή, η Ποντία, η πιστή της εκκλησίας, η Ελένη, το «κορίτσι», ετών 54 εργαζόμενη στο εργοστάσιο TERESON, διαγραμμένο μέλος μιας ελληνικής κοινότητας, στην καρδιά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας της έστω και λαβωμένης, πάντα κραταιάς
Η Ελένη που διψούσε να δει και να μάθει
«Αχ Μαίρη πουλάκι μου ! να ξερες ! εγώ τ’ αγάπαγα το σχολείο μα βιβλίο ..ποιος να με το πάρει; Και πήγαινα Μαιρούλα μου πήγαινα και σκούπιζα στο στάβλο ενός με γελάδια πολλά για με δώσει ο γιος το βιβλίο κι εκείνος ο …ας τον συχωρέσει ο Θεός καθόταν και κοίταε κοίταε.. μη και το διάβαζα και δεύτερη φορά. Ακούς;»
Την άκουα… την άκουα… Άμα ξεκινούσε… ο χρόνος σταμάταγε όπως και σε όλους τους για τον ένα ή τον άλλο λόγο μετανάστες . Σταμάταγε για τα ελληνικά ζητήματα στη χρονιά ακριβώς που είχαν εγκαταλείψει την προγονική εστία.
Και ακριβώς συνέχιζαν τα ίδια χούγια στο βαθμό που ήταν δυνατό και στην ξένη χώρα.
Καφενόβιοι και χαρτοπαίχτες καυγατζήδες κι αψίθυμοι. Για τις γυναίκες, την τιμή, την οικογένεια, τα χαρτιά, και αλίμονο…πως θα μπορούσε αλλιώς… για τα πολιτικά. και Κι ας είχε έρθει πια ένας καιρός, που τα νέα πολιτικά ήθη είχαν αμβλύνει τις αντιθέσεις , και ολοένα περισσότερο αδιάφοροι για την πολιτική και τους άρχοντές της σ’ ένα πλαίσιο εφησυχασμού, γενικότερα στην Ευρώπη, ειδικότερα σ’ εμάς και πιο έντονο γιατί είναι στο φυσικό μας να τα βιώνουμε πιο έντονα.
Εδώ, όμως στην καρδιά της Ευρώπης, Δεξιοί κι Αριστεροί διατηρούσαν ακέραιες και ίδιες, τις πεποιθήσεις της δεκαετίας του 60 τότε που πήραν το δρόμο για την ξενιτιά.
«Όταν πήραν την αδερφούλα μου στο παραπέτασμα…»
«Τι λες Ελένη; Ποιο παραπέτασμα ; Πάνε πια αυτά τελειώσανε….»
«Τελειώσανε λες πουλάκι μου μα μένα αδερφούλα μου χάθηκε ..»
«Εννοείς πέθανε; Πώς; Σε ατύχημα μήπως..;»
«Άμα μια ξένην ήρθε ανοίγοντας τα σύνορα . Αργύρω , έτσι τη λέγανε, Αργύρω έσκουξα, πουλάκι μου, και πήα να την αγκαλιάσω και το χέρι μου δωκε. Ακούς; Το χέρι μούδωκε..»
«Ε, μωρέ Ελένη, ίσως κι αυτή…»
«Άφτα πουλάκι μου. Εγώ το πήρα απόφαση και την έκλαψα σαν πεθαμένον άνθρωπο την έκλαψα και είπα αδερφή δεν έχω πια και στης μανούλας μου τον τάφο κλαίω τηνε ..κλαίω τηνε την άτυχη…»
«Μα σκέφτηκες πως μπορεί να ναι ευτυχισμένη, Ελένη;»
«Ο άνθρωπος πουλάκι μου δέντρο είναι. Μπορεί το δέντρο να ζει χωρίς τις ρίζες του;»
Ήξερα πως ήταν μάταιο να προσπαθήσω, τις περισσότερες φορές,, να της αλλάξω γνώμη. Και εν τέλει ποιο το όφελος; …αφού το ξερα τα πολιτικά για κεινη ήταν το κόκκινο πανί. Η αιτία όλων των δεινών. Του ξενιτεμού της, που δεν παντρεύτηκε , που δεν έκανε παιδιά, που δε γύρισε πίσω…
Γιατί όλοι όταν ξενιτεύονται, από αρχαιοτάτων χρόνων μάλιστα, μ’ αυτό το κουτάκι ελπίδας γλυκαίνονταν. Να γυρίσουν πίσω. Ει δυνατόν πλούσιοι και δυνατοί με τα όνειρα πληρωμένα. Ει δυνατόν. Μα να γυρίσουν πίσω…
Και θυμάμαι κάποτε στο προξενείο το ελληνικό της Στουτγάρδης έναν ηλικιωμένο κύριο που ρωτούσε εναγωνίως αν θα μπορούσε όταν πεθάνει να ταφεί στη γη των πατέρων. Κι ας είχε ζήσει την περισσότερη απ’ τη ζήση του στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κι ας είχε πάρει την ξένη υπηκοότητα κι ας είχε…
Ήθελε να αναπαυθεί, να χωθεί βρέφος στη μήτρα της μάνας που τον γέννησε, ασφαλής πως όλα εν τάξει και αρμονία όπως οφείλουν, όπως πρέπει να είναι.
……………………………………………………………………………………
Η Ελένη ποτέ δεν παντρεύτηκε. Στην αρχή γιατί ήθελε το κατιτις της να κάμει «Ε, να μην είμαι και με το βρακί..» Ύστερα καθώς τα χρόνια ανάλγητα περνούσαν, άρχισε να γίνεται δύσκολη ή μάλλον να τα βλέπει δύσκολα. Τόσα χρόνια μοναχή ήταν. Δύσκολα στη μοναστική της ζωή να εισβάλλει ένας ξένος, γιατί αυτό θα ήταν ένας εισβολέας που θα την κούρσευε. Αυτήν, τις οικονομίες της, τα όνειρά της.
Παρόλαυτα έκαμε ένα άτυχο αρραβώνα μ’ έναν χωριανό της. Δεν πολυκαίρισε. Θες τα λόγια του ενός και του άλλου, θες η δική της κλονισμένη από χρόνια πίστη στο ανθρώπινο γένος, θες πως κι ο ίδιος λειψός από λεπτότητα και τρυφεράδα ήταν…
«…λέει να πουλήσομεν, το σπίτι στην Κομοτινή και Σαλονίκη να πάμε. Ακούς; στη Σαλονίκη… Δεν τον άρεζε στην Κομοτινή, σε λέει…ευκαιρία …Μπρος για Σαλονίκη…
Ακούς; Που έστελνα, πουλάκι μου, έστελνα, μάρκο το μάρκο που μάζευα φινίκι το φινίκι και έρχεται να λέει πουλήσομεν;…»
Έτσι τα όνειρα δεν κάρπισαν, να κάνει οικογένεια κι αυτή και να μπει στη σειρά. Δεν τελεσφόρησαν κι έμεινε για πάντα το «κορίτσι» της ελληνικής κοινότητας SCH….και umgembung.
Αχ, αυτά τα περίχωρα… από πού αρχίζουν κι ως που τελειώνουν; Το μήλο της έριδας αποτέλεσαν, ανάμεσα σε αντιπολιτευόμενες παρατάξεις καθώς καθεμία έτρεχε να μαζέψει τα κουκιά της απ’ όπου μπορούσε. Κι έφτασε να ειπωθεί πως ερχότανε από άσχετα μέρη, χιλιόμετρα μακριά να γραφτούν, ως περαχωρίτες, στην ελληνική κοινότητα SHW… Κι άμα ρωτάς έχω να πω πως οι εκλογές εκεί ουδόλως υστερούσαν σε πάθος ένταση δολοπλοκίες μηχανορραφίες. Ίσως μάλιστα να είχαν και περισσότερο χρώμα ..
Οι δε παρατάξεις; Οι γνωστές. Δεξιά, κυρίως εργάτες σε μεγάλα εργοστάσια και λίγοι μαγαζάτορες. Με στενούς δεσμούς με την εκκλησία και την παράδοση αναγνωρίζανε το μεγαλείο της χώρας που τους φιλοξενούσε. Ένα φεγγάρι είχαν δημιουργηθεί μαθήματα γερμανικών για Έλληνες από την κοινότητα. Η δασκάλα μια νεαρή ένθερμη Γερμανίδα που εκτός από τη γλώσσα είχε βάλει σκοπό της ζωής της να αναμορφώσει και πολιτικά τους μαθητές της. Και καθώς τα μαθήματα έπεσαν στη μεγάλη απεργία των εργατών μετάλλου είχε λες αναλάβει σταυροφορία να τους πείσει μην υποχωρήσουν να μην υποκύψουν. Οι δεξιοί λοιπόν απ’ αυτή την ομάδα αν στήριξαν την απεργία οφειλόταν σ’ αυτή τη Γερμανιδούλα που δεν μπορούσαν να της πουν όχι. Γιατί η απεργία ήταν αντίθετη πράξη με τα πιστεύω τους. Ο Θεός είχε κάμει έτσι τον κόσμο. Να ναι οι μεγάλοι και οι μικροί. Αιώνες τώρα αυτά έτσι από μακριά έρχονταν και δε γινόταν ν’ αλλάξουν αλλά αφού η δασκάλα τους που ήταν Γερμανίδα, μ’ έναν τρόπο αφεντικό, έτσι πίστευε θα της κάναν το χατίρι.
Στον αντίποδα η αριστερά. Κι αυτοί εργάτες. Καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα. Ζούσαν κουβαλώντας μνήμες και αξίες της δεκαετίας του 60 κι ήταν αστείο να βλέπεις να χωρίζονται σε καφενεία και στέκια κι ύστερα να στέκουν μαζί στην ουρά του μεροκάματου μα ποιος να πει αντίθετη κουβέντα φίδι τον έφαγε
Και στη μέση καινούριο κόμμα το ΠΑΣΟΚ η νέα άρχουσα, στα πολιτικά τάξη. Με μαγαζάτορες κυρίως έτοιμους να κυβερνήσουν λες, αρχής γενομένης από τούτη την κοινότητα. Με πλοκάμια εδώ και εκεί. Που είχε και μια ιδέα αριστερής κουλτούρας αλλά και το παραδοσιακό κατεστημένο ακλόνητο….
Οι οπαδοί και των τριών αποχρώσεων έσμιγαν κατά περιόδους και ανάλογα. Ας πούμε στην εκκλησία. Οι δεξιοί να προσευχηθούν οι αριστεροί να σχολιάσουν και αυτό γινόταν παντού
Μόνο στη συμπλήρωση του βδομαδιάτικου lotto είχανε σχηματίσει ένα είδος συμμαχίας κάτι σαν κυβέρνηση εθνικής ενότητας όπου όλοι χωρούσαν. Με ταμία τον Αντώνη. Ένα μεγαλόσωμο Εβρίτη που αν τα λεξικά είχαν φωτογραφίες, τότε σίγουρα στο λήμμα «τίμιος», θα φιγουράριζε η γελαστή του φάτσα. Παντού να καβγάδιζαν, παντού να διαφωνούσαν, ο Αντώνης που χόρευε το «Στέργιο»,σαν να έψαλλε τον εθνικό ύμνο, ήταν το κοινό σημείο σύγκλισης.
Μέχρι το Σάββατο, Αριστεροί, Δεξιοί, Πασόκοι, ενωνόταν για τη συγκρότηση του βδομαδιάτικου δελτίου που τα κέρδη του θα τους έβγαζαν από τη μιζέρια τους και θα τους ανέβαζαν σε βάθρο νικητών. Και να η αγωνία, και να τα σχέδια, και να οι ελπίδες που φρούδες αποδείχτηκαν και που αλίμονο κρατούσε μέχρι την ανακοίνωση των αριθμών Σάββατο βράδυ, οπότε άρχιζαν πάλι οι γκρίνιες κι όλο οι άλλοι φταίγανε που δεν άλλαζε η ρημάδα η τύχη
Γι’ αυτό και λίγοι πηγαίνανε στα μαθήματα Γερμανικών. Τι τους χρειάζονταν;
Η Ελένη όμως έτρεχε. Από τις πρώτες δήλωσε συμμετοχή. Να μάθει. Ό,τι να’ναι μόνο να μάθει. Αυτή η πελώρια λαχτάρα, ο ασίγαστος πόθος του ανθρώπου, η δίψα η ακατάπαυστη, η φλόγα η άσβεστη, σ’ αυτήν την Ελένη «το κορίτσι» μαζεύτηκαν. Κι ας έλεγαν οι λοιποί τα διάφορα
«Πααίνει κι του κουρίτσ’ μαζί μι τη Βαγγ’λίτσα τη χήρα… Τι πααίνουν; Θα γένουν μορφωμένες ..Μήνα κι αλλάξ’ τίποτα;»
Αυτή ήταν και η γνώμη της κυρα-Κούλας που ας ήταν παλιά αντάρτισσα στον καιρό της και είχε θελήσει ν’ αλλάξει τον κόσμο τώρα μάλλον σαν εξομώτισσες τις έβλεπε που ασπάζονταν την καινούρια θρησκεία που ήταν η γλώσσα του εχθρού που τους είχε πάρει τη νιότη τους και σύνθλιβε τις εναπομείνασες μέρες τους εκεί στον κρύο καμπο της Βάδης Βυρτεμβέργης κοντά στον ποταμό Νέκαρ που μέσα του ταξίδευαν καράβια μα τα δικά τους μένανε για πάντα στην άκρη τραβηγμένα αταξίδευτα χωρίς ρότα χωρίς σκοπό.
Σκληρή η κυρα-Κούλα. Από τα Χάσια είχε κατέβει κυνηγημένη με δυο παιδιά
«Α, μαρή μι τα π’ράξινα…. Να γένουμ’ μαθ’τούδια ..μη πααίνεις στη φάμπρικα κι σ’ λέου γω…»
Την Ελένη, ας μην το δειχνε την αγαπούσε μα…
«Α, μαρή πάγαινε σα πέρα που θα κάτσ’ στου θρανίου…»
Μάζευε λεπτό το λεπτό να τα κάνει ρούχα όμορφα να τα στείλει στις «αγκονιές» τα καμάρια της από τη μεγάλη την κόρη από τον άντρα της τον αντάρτη που τον έστησαν αυτόν στον τοίχο κι αυτή ασαράντιγη ακόμα στη φυλακή.
Ο άνθρωπος θηρίο είναι και όλα τα αντέχει τα προσπερνά και προχωρά και η κυρα-Κούλα ξαναπαντρεύτηκε με το Νικόλα ένα γλυκό πλάσμα που όλοι απορούσαν πως την άντεχε έτσι αυταρχική και δύσκολη και γεμάτη αφορισμούς για όλους…
Μα να πεις ήταν η εξαίρεση; Αφού λίγο ως πολύ οι περισσότεροι την ίδια γνώμη είχαν.
Δύσκολα να πάρουν μέρος στη ζωή της πόλης. Σε γκέτο δε ζούσανε μα πες πως εκεί κατοικούσανε αφού καμία σχέση μ’ ό,τι γινόταν δεν είχαν. Κι αν γίνονταν γιορτές πιο πολύ σα θεατές γι’ αυτό κι η γλώσσα ..Ό.τι τους χρειαζόταν το ξέρανε. Θα πεις τσάτρα πάτρα μα τη δουλειά τους την έκαναν τώρα για τα παραπάνω … Αυτά ήταν για το σύλλογο…
Υπήρχε ένας σύλλογος, ελληνογερμανικός, που για μέλη του είχε όλους τους Έλληνες επιστήμονες, συμπτωματικά παντρεμένους με γηγενείς και μάχονταν, αλήθεια μάχονταν να σταθούν ισάξιοι με τα ταίρια τους προβάλλοντας την αρχαία κουλτούρα του τόπου καταγωγής τους, εξοβελίζοντας κάθε τι το τωρινό, ότι θύμιζε την προέλευση τη σημερινή, ένα χωριό, μια μιζέρια. Τίποτα το λαμπερό το εξώθφαλμα λαμπερό. Μέχρι και στα παιδιά τους είχαν δώσει αρχαία ονόματα Κίμων Ξενοφώντας και άλλα . και θυμάμαι τώρα τον έρμο Κίμωνα γιο ενός ενός επίλεκτου μέλους του συλλόγου, γιατρού στο επάγγελμα που δεν πάταγε στη γη απ’ το καμάρι για την αρχαιοελληνική του ταυτότητα, ένα λιγνούλι παιδάκι να μπερδεύει τα λογάκια του και μόνο στις βρισιές ήταν ξεκάθαρος και στις δυο γλώσσες.
Και όλοι τους, όλοι ανεξαιρέτως αντιμετωπιζόταν με περιφρόνηση από την επίσημα αναγνωρισμένη ελληνική κοινότητα. Ακόμα κι η Ελένη έτσι τους έβλεπε. Κι αν έλειπε ο πρόεδρός τους ένας παθολόγος γιατρός γεμάτος αγάπη για τους ανθρώπους και τη δουλειά του θα τους είχαν ρίξει στο πυρ το εξώτερο της εκτίμησής τους. Μα πάντα υπάρχουν άνθρωποι που διασώζουν την τιμή έστω ενός συλλόγου.
Και για να λέμε τα σωστά έκαναν πραματάκια. Καλούσαν καλλιτέχνες, κυρίως, διάσημους στην Ευρώπη ή απλά ακουσμένους. Μα η ελληνική κοινότητα πάντα τους σαμπόταρε, εκτός από τις φορές που κάποιο μέλος είχε πέσει στην ανάγκη του γιατρού.
Kαι κάποτε παραλίγο να γίνουν καταγέλαστοι σε Γερμανούς και Έλληνες. Είχαν καλέσει ένα διάσημο συγγραφέα από την πατρίδα που κάποτε είχε χρηματίσει τρόφιμος του κολαστήριου του Νταχάου τον καιρό του 2ου μεγάλου πολέμου. Φόβος τους συνεπήρε καθώς μερικοί θεώρησαν πως το παρελθόν του ανδρός δεν ταίριαζε με το προφίλ του συλλόγου και μια ιδέα ρίχτηκε που είχε μάλιστα και οπαδούς να του ζητήσουν να μην το αναφέρει καν κι αν το αρνιόταν ακόμα καλύτερα. Ευτυχώς ο πρόεδρος παρενέβη κι έσωσε την τιμή και η εκδήλωση είχε μεγάλη επιτυχία.
…………………………………………………………………………………….
Η Ελένη είχε καρδιακή φίλη τη Βαγγελίτσα τη χήρα. Η Βαγγελίτσα δεν ήταν από τα μέρη της δεν ήταν Ποντία. Είχε δυο παιδιά στο κεφάλι της να φροντίσει και τον εαυτό της να προστατεύσει από την κακογλωσσιά του κόσμου
«Η Βαγγελίτσα, Μαιρούλα μου, είχε καλόν άντρα πουλάκι μου,…. Μα ήτανε άτυχη άτυχη ήτανε … Σ’ ένα βόθρο έπεσε και πέθανε πουλάκι μου …Ακούς; Τέτοιον θάνατο έλαβε… Κι αφήκε τη Ντίνα και το Μιχάλη κληρονομιά στην καημένη… Και τι να κάμει πουλάκι μου; Ήρθε κι αυτή, σαν που ήρθα κι εγώ, σαν που ήρθαμε όλοι δω πέρα, για καζάντια και βλέπεις πως την τυραννά ο Μιχάλης; Άντρας της να ήτανε έτσι δε θα έκαμνεν…»
Ο γιος της Βαγγελίτσας, ο Μιχάλης είχε έρθει έφηβος σχεδόν στη Γερμανία. Ποτέ του δεν κατάφερε να προσαρμοστεί και να ενταχθεί….
Στο σχολείο δυσκολεύτηκε να πάρει το χαρτί του κι αφού με τα γράμματα δεν τα κατάφερνε
« ε, τι να έκαμνε κι αυτή; Του άνοιξε ένα μαγαζί στη Goethe strasse ένα σα μπακάλικο να ρχονται Έλληνοι που παν στους Τούρκους κι ακουμπάν τον ιδρώτα. Αμά το μαγαζί κώλο θέλει δουλειά θέλει κοίταμα θέλει… Μιχάλης τι έκαμνε; ..»
Ο Μιχάλης όπου λωβιτούρα και λαμογιά μέσα. Μέσα και στην κυριολεξία και στη μεταφορά. Και δώστου να τρέχει η Βαγγελίτσα και δώστου να πληρώνει δικηγόρους να τον ξεμπλέξουν. Και κείνος απόγονος του ασώτου μετανοιωμένος επέστρεφε. Και ξανά λεφτά να στηθεί καινούρια δουλειά κι άρχισαν τα δάνεια και τα χρέη και σε ποιον να τα πει; Μπορούσε μια μάνα να ξεφωνίσει το παιδί της; Την άκουγε η Ελένη και στάζαν τα δικά της μάτια δάκρυα αρμυρά για τα παιδιά που δεν είχε κανακέψει και τις πίκρες που δεν της έδωσαν…»
«Μην κλαις πουλάκι μου Βαγγελίτσα κι έχεις τη Ντινούλα σου, πουλάκι μου…»
Είχε την Ντίνα που μεγαλώνοντας έγινε το καμάρι της κοινότητας. Άριστη στο σχολείο κατέπληξε τους πάντες με τις ικανότητες της κι όλοι πίστευαν πως θα γινόταν δασκάλα και πως θα ρχοταν καιρός που ένας – μια απ’ αυτούς θα μάθαινε στα παιδιά τους τη γλώσσα της πατρίδας μα εκείνη το δήλωσε νωρίς νωρίς δυνατά να την ακούσουν όλοι
«Θα γίνω γιατρός» Έτσι είπε, έτσι έγινε.
Και δούλεψε κι αυτή. Σερβίριζε ποτά και φαγητό, έβλεπε μωρά, δούλευε λάντζα στα ελληνικά μαγαζιά . κι έγινε η Ντίνα, με τα χάλκινα μαλλιά, γιατρός με σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Ηeidelbeg, μα ποτέ δεν έφυγε από την αγκάλη της ελληνικής κοινότητας. Ήτανε και στη χορευτική ομάδα. Μαζί με την Αρετή την Ελένη τη Νεκταρία… τη Νεκταρία την κόρη του Μανόλη από την Κρήτη….
Την είχαν αφήσει oι γονείς της, από τη γέννησή της σχεδόν, σ’ ένα ίδρυμα
«….της εκκλησίας, Μαιρούλα μου, της εκκλησίας. Η προϊσταμένη ήταν δικός τους άνθρωπος ξάδερφος του Μανώλη…Ε, που να το φέρναν εδώ το μωρό; Είχανε τη ντάντα να το προσέξει; Ξέρανε και τι θα βρούνε; Λέανε, να πάμε …να ταχτοποιηθούμε και να το φέρουμε το μωρό… Αμά ποιος ήξερε πως ήτανε εδώ τα πράματα… που παράδεισο λέγανε όλοι πως ήτανε και ποιος είπε εμένα πως θα δούλευα στο Χιόνι, Μαιρούλα μου, κι όλο σνελ σνελ έλεγε ο Γερμανός και δε ρώταγε άμα εγώ παγωμένη ήμουνα…
Ε, κι ο Μανώλης τι; Κι αυτός σαν κι εμένα εύκολα όλα τα νόμιζε μα ανάποδα του ρθαν. Σε μια μηχανή τον βάλανε και του φαγε το χέρι και το μωρό στο ίδρυμα μεγάλωνε… Και μου λες η ζωή δεν είναι αγγούρι…
Και έκανε εγχειρήσεις ένα σωρό και δυσκολία μεγάλη είχε γιατί αρχή ήτανε κανένα δεν εγνώριζε κανένα… και οι Γερμανοί τι νομίζεις… ευκαιρία να τον διώξουνε θέλανε έτσι στο τσάμπα αλλά έδωκε ο Θεός του είπανε για το δικηγόρο που τονε βοήθαγε και σύνταξη του βγαλε, λίγα βέβαια, αλλά τι να έκαμνε με ένα χέρι. Εδώ στον τόπο σου και δε σε βοηθάνε εδώ …σε ρωτάνε μπορείς να βγάλεις ακόρτ; καλά αλλιώς δουλειά δεν έχει… σπίτι δεν έχει…
Καλά που ήταν η Χρυσούλα να δουλεύει. Μέχρι να βγει η σύνταξη δυο δουλειές δούλευε… Γερή… γερή γυναίκα …Τώρα περάσανε βέβαια και τα χρόνια… Τι περιμένεις;
Και περάσανε χρόνια δέκα να πάνε να δούνε το παιδί. Και σταθήκανε μπροστά του και του πανε να φωνάξει τη Νεκταρία … Κατάλαβες; Δε γνωρίσανε το παιδί τους πουλάκι μου…
Και μετά τη φέρανε εδώ και δε τη ξαναφήσανε πουθενά αμά δύσκολα ήτανε…Πού τους ήξερε το παιδί που μωρό το αφήκανε και κοπελίτσα το βρήκανε…Αλλά έδωκε ο Θεός…έδωκε ο Θεός και το βρήκανε και είναι καλά κι αγαπημένοι…. Και βλέπεις τη Νεκταρία όμορφα που χορεύει; …Με τη Ντίνα φιλενάδες είναι σαν εμένα με τη Βαγγελίτσα είναι…. Έλα, Μαιρούλα μου, να πιούμε πάλι καφέ μαζί… Την Κυριακή, πουλάκι μου, μετά την εκκλησία…»
Έτσι γινότανε πάντα. Ένα είδος ανανέωσης της συνάντησης. Πάντα στο σπίτι της. Ένα παλιό κτίριο το στέγαζε απ’ αυτά που είχαν αφεθεί στη μοίρα τους και στέγαζαν πρόσφυγες όλων των ειδών και από παντού. Με τουαλέτα κοινή, ίσως και σε δυο ορόφους, αν και ολοένα λιγότεροι, Έλληνες τουλάχιστον, κατοικούσαν σε τέτοια σπίτια. Αυτά τα νοίκιαζαν πια Ασιάτες και Αφρικανοί οικονομικοί και πολιτικοί περιπλανώμενοι Ιουδαίοι του καιρού μας. Φαντάζομαι πάντως πως σ’ έναν καιρό και όχι εξαιρετικά μακρινό, η πρωινή τουαλέτα θα προοιώνιζε θα διέγραφε τη μέρα που θα ακολουθούσε καθώς οι βρισιές στη σύγχρονη Βαβέλ, θα την ευλογούσαν.
Μα η Ελένη δεν είχε θελήσει να εγκαταλείψει το σπίτι της. Έστω και ξένο το κτίσμα είχε στεγάσει τόσα δικά της όνειρα κι ελπίδες μα και πρακτικά αγορασμένα από την αρχή για το δικό της σπίτι. Μα δεν ήταν τυχερό…Τυχερό δεν ήτανε…
« Aμά να πω και στην Έλλη, πουλάκι μου; Κακομοίρα όλο στενοχώρια είναι. Στενοχωρημένη με την Κλαίρη της είναι που αρρώστησε…να πω να ρθει;»
«Να πεις, Ελένη, γιατί να μην πεις…»
Όλους, με τη σειρά, γιατί πώς να χωρέσουν στο μικρό της βασίλειο. Η Βαγγελίτσα, η κυρα-Κούλα, η Έλλη…
Η Έλλη ήταν η καλλίφωνη της κοινότητας
«Αμά να την ακούσεις, Μαιρούλα μου, τι ωραία ψέλνει το άσπιλε άμωμε…Αυτή μόνο καλά το λέει και φασαρία έκανε ο ψάλτης, πέρυσι, δική του δουλειά ήτανε λέει, αλλά παπάς δεν τον άκουσε και η Έλλη είπεν το…»
Η Έλλη ήταν μια εξαιρετικά κοκέτα και περήφανη γυναίκα, κάποτε. Αρχηγός στη γυναικεία δεξιά πτέρυγα. Να πρωτοστατεί στο εκκλησιαστικό συμβούλιο. Καυγάδες και φωνές και χτύπημα στο τραπέζι. Ο Επιτάφιος θα στολιστεί έτσι και θέλουμε αυτά τα λουλούδια και δώστε λεφτά…Και να ψάλλει …πέρα από την ωραία κατά γενική ομολογία και με μια έπαρση… ένα καμάρι…………. Περήφανη για την ομορφιά της και τις δυο της κόρες μα χτυπήθηκε σκληρά καθώς η Κλαίρη της εικοσάχρονη κοπελίτσα, χτυπήθηκε από ανίατη αρρώστια. Γονάτισε και το μόνο από τις παλιές της συνήθειες που κράτησε ήτανε η σχέση της με την εκκλησία. Όμως μόνο να υπηρετεί πια. Να σερβίρει τον καφέ μετά τη λειτουργία στη διπλανή αίθουσα , να καθαρίζει και σε σπάνιες περιπτώσεις να ψάλλει. Όπως στους Χαιρετισμούς της Παναγίας.. Και πια θλιμμένα και ταπεινά. Και στον καυγά που έγινε ανάμεσα στον πατέρα Κοσμά, ένα γεροδεμένο πάπαρο από τη Μακεδονία ούτε ανακατεύτηκε, ούτε μίλησε …Κι ας έγινε ντόρος και φασαρία μεγάλη κι ακούστηκε ως τη Βόννη, την πρωτεύουσα της χώρας. Και τον άκουσε τον αχό κι ο μητροπολίτης και ήρθε άρον των άρον ανήμερα των Φώτων στη μικρή μας πόλη, γιατί το ζήτημα παραήταν σοβαρό για να το αγνοήσουν…
O πατέρας Κοσμάς κατηγορήθηκε πως έπαιρνε τα χρήματα των πιστών και αντί να τα αποδίδει στην εκκλησία (βλέπε τραπεζικός λογαριασμός Μητρόπολης ),τα τοποθετούσε στον τραπεζικό λογαριασμό της γυναίκας του. Ούτε καν στο δικό του. Ήρθε λοιπόν τρεχάτος και ασθμαίνων, ο μητροπολίτης, (είχε και κάποια κιλά μαζί με την ηλικία), εκμεταλλεύτηκε τη γιορτή για να βγάλει ένα δεκάρικο πανηγυρικό, έκοψε την πίτα και φλέρταρε διακριτικά τη δασκάλα του ελληνικού σχολείου και κυρίως έβαλε τάξη λύνοντας άπαξ και δια παντός το πρόβλημα.
Την άλλη μέρα φύγανε και οι δύο ο Μητροπολίτης για τη Βόννη ο πατέρας Κοσμάς για την Ελλάδα.
Kαι το καράβι της εκκλησίας παρά τους όποιους μικρούς ή μεγάλους κλυδωνισμούς, συνέχιζε την πορεία του…
Τότε ήταν που διαγράφτηκε η Ελένη από τα κατάστιχα της κοινότητας… Βλέπεις πρώτα το συμβούλιο είχε ζητήσει την αποπομπή του εν λόγω ιερέα και εκείνη …λες και αγγίξανε τα ιερά και τα όσια της φυλής. Έδωσε σκληρή μάχη είναι αλήθεια… μα τίποτα δεν κατάφερε …Κι όρκο έδωσε να μην ξαναπατήσει εκεί μέσα…
«Ακούς, πουλάκι μου, …ακούς…να τα βάλουν με το Χριστό και την Παναϊα …ακούς…»
«Βρε Ελένη, νομίζω…»
Ποτέ δε μ’ άφηνε να αποσώσω
«Μαιρούλα, πουλάκι μου, η θρησκεία είναι ιερόν πράγμα, πουλάκι μου και τίποτα δε μας έμεινε ..αυτό μας έμεινε…Πατρίδα δεν έχομεν , σπίτι δεν έχομεν γυμνοί είμαστε, άλλη παρηγορία δεν έχομεν …να το σκοτώσωμεν κι αυτό … οι απρόκοφτοι..»
Έτσι τους έλεγε απρόκοφτους μαζί με μια βρισιά στα Ποντιακά κι αυτό ήταν μεγάλη υπέρβαση γι’ αυτήν αφού απόφευγε επιμελώς να τα μιλά όταν είμαστε μαζί από μια ευγένεια που την έκανε να ξεχωρίζει. Ούτε λέξη δεν άφηνε να της ξεφύγει για να μη με φέρει σε δύσκολη θέση…Ούτε λέξη…
Και κάποτε την έχασα. Περάσανε οι μέρες μιας βδομάδας, δύο βδομάδων…τίποτα…Ανησύχησα. Τελευταία υπόφερε πολύ από τα ρευματικά της είχε πάρει και κάποια κιλά… δυσκολευόταν ακόμα και στο περπάτημα. Οι βδομάδες έγιναν τρεις κι αποφάσισα να την ψάξω. Πήγα στο παρκάκι που σύχναζαν οι Έλληνες μα κανείς δεν την είχε δει. Η Βαγγελίτσα που θα μπορούσε να ξέρει είχε πάει στην Ελλάδα. Δε μου μενε άλλο παρά να περιμένω….
Και μια μέρα στο ξαφνικό και στο απρόσμενο, μου τηλεφώνησε
« Μαιρούλα, πουλάκι μου θα ρθεις απόγεμα καφέ να πιούμε;»
«Θα ναι και η Έλλη;» ρώτησα
«Όχι, πουλάκι μου, μόνες θα είμαστε ιμπεράσουγκ θα κάμω σου»
Α, ρε Ελένη με τα uberaschungs σου! Αν δεν την έλεγε αυτή τη λέξη μπορεί και να μην πήγαινα…Ήθελα να της κρατήσω μούτρα που εξαφανίστηκε χωρίς μια λέξη…Θες η περιέργεια για την έκπληξη , θες το ιμπεράσουγκ πήρα τα γλυκά που ήξερα πως της αρέσουν και πήγα. Χτύπησα την πόρτα και περίμενα αφηρημένη μάλλον να μου ανοίξει η πόρτα.
Εντελώς ξαφνικά και απροειδοποίητα στη θέση της Ελένης στεκόταν μια νεότερη λεπτή γυναίκα, που ωστόσο είχε το χαμόγελό της, Θα ναι η αδερφή της σκέφτηκα…
«Μαιρούλα, πουλάκι μου..»
«Ελένη!»
«Διες με! Πώς φαίνομαί σου!»
Και δώστου να στριφογυρίζει με τη χάρη και το νάζι αλλά και την αθωότητα εικοσάχρονης, να μου δείξει πόσο αδυνάτισε….
«Βρε, Ελένη, τι θαύμα είναι αυτό; Μα πως το κατάφερες; Μπράβο! Μπράβο!»
Πραγματικά είχε καταφέρει να με εντυπωσιάσει και να με εκπλήξει…Πώς στο καλό τα κατάφερε;…
Κι άρχισε να μου ιστορεί και να εξιστορεί τι έκανε έξι βδομάδες
«Πήα στα κούα , πουλάκι μου…ο γιατρός είδε κακά ήμουν και είπε πρέπει να πάω στα κούα…»
Και πήε στα κούα κι έκανε διατροφή ειδική για να χάσει τα παραπανίσια κιλά κι έκανε και γυμναστική και
«..έμαθα κολύμπι, πουλάκι μου…»
Έμαθε και κολύμπι. Αυτή που τη θάλασσα την έβλεπε μέσα από το τρένο ή το λεωφορείο ή τις φωτογραφίες. Μήπως κι είχε πάει διακοπές στη θάλασσα ποτέ της;
«Μου δώκανε και δίπλωμα… δες δες…»
Και μου δειχνε όλο καμάρι και υπερηφάνεια το δίπλωμα που έλεγε πως η Ελένη είχε περάσει τη δοκιμασία της κολύμβησης με επιτυχία.Και λεγε και λεγε…Και τούτο κάναμε και το άλλο μας λέγανε… Και τρώγαμε απ’ αυτό και από τούτο καθόλου και εγώ έλεγα έτσι και γελάγανε …και είδες η γλώσσα ουου! Φαρσί τα Γερμανικά…. Α, θα τηλεφωνήσω στην Κόνυ να της πω να χαρεί…
Και πάνω που το κεφάλι μου είχε γίνει καζάνι μου πε και το τελευταίο
«Μαιρούλα, πουλάκι μου, μια κοπελίτσα γνώρισα… κοριτσάκι καλό ήτανε και…»
Αυτό κι αν ήταν έκπληξη… Τι έτρεχε; Η Ελένη δυσκολευόταν να μιλήσει, για κάποιο λόγο …που όμως ήθελε να μου πει
Και μου είπε.
Είχε γνωρίσει μια κοπέλα, ένα δεκαπεντάχρονο, μόλις, κορίτσι, που δούλευε στα κούα. Καλό κορίτσι αλλά βασανισμένο.Με μια θεία της είχε έρθει από την πατρίδα της «αλλά πέθανε η καημένη και μονάχο το κορίτσι έμεινε….Από την Τουρκία ήτανε…»
«Από την Τουρκία; Τι λες Ελένη; Τουρκάλα;»
«Αμά άνθρωποι είναι κι αυτοί, πουλάκι μου…Άνθρωποι…και το κορίτσι μικρό είναι αμά μεγάλους μπελάδες έχει…»
Το κορίτσι, από την Τουρκία, το ζητούσανε από την πρεσβεία της χώρας της. Κάτι της διαμήνυσαν πως απαγορευμένα έντυπα κυκλοφορούσε και θέλανε εξηγήσεις …και η μικρή φοβόταν …Φοβόταν να πάει… Αν πήγαινε είχε σχεδόν σίγουρη την απέλασή της κι εκεί; Τι θα γινόταν εκεί; Σύλληψη και φυλακή; Σίγουρα αυτό…κι αν δεν πήγαινε… η οικογένειά της ; Σίγουρα θα τους έβαζε σε κίνδυνο…Το μικρό της αδερφό τους γονείς της…. Δύσκολη κατάσταση… Η Αϊσέ, έτσι την έλεγαν, περνούσε αυτό που στον τόπο μας λέμε «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα»
Κι όλη μέρα να κλαίει ….
Η Ελένη το χε πάρει πολύ προσωπικά και ζεστά δε θ’ άφηνε «τους κακούς» να το πειράξουν.
Και ξεκίνησε το ψάξιμο. Από δω κι από κει.. Πολλούς και διάφορους, μέχρι και τους δικηγόρους, τους Έλληνες στο LUDVIGSHAVEN, πήγε και βρήκε, μα απάντηση πλήρως ικανοποιητική δεν έπαιρνε ή εκείνη ίσως, να μην καταλάβαινε. Κι αν δεν ήταν η Ντίνα της κυρα-Βαγγελίτσας ακόμα θα ψαχνε. Της Ντίνας, μπορεί και να μην ήταν, σκέφτομαι μετά από τόσα χρόνια, δική της η ιδέα, κάπου όμως, θα ήξερε να ψάξει πιο σωστά ή μπορεί σε κανένα βιβλίο να το χε διαβάσει-το πιο σίγουρο-.Μα τότε τίποτα δε μαρτύρησε κι είπε μόνο πως αυτηνής ιδέα ήταν
«Να παντρευτεί! Και Γερμανό! Γερμανό!»
Σχεδόν ούρλιαξε η Ελένη.
«Τι λες, Ντινούλα μου; Μπουμπούκι εν ακόμα και με Γερμανό! Πώς, κορτσόπον πώς;»
Ακόμα κι όταν η Ντίνα της εξήγησε πως η ιδέα της αφορούσε λευκό γάμο με κάποιον που θα πειθόταν να βοηθήσει, ίσα να πάρει την υπηκοότητα ακόμα και τότε δε σταμάτησε τις αντιδράσεις.
Και μέσα από κουβέντες που από τη σύγχυση της αυτή τη φορά, μας ήταν ακατανόητες γιατί όλο στα Ποντιακά τα λεγε πήραμε πρέφα πως ήταν ανέφικτο το όλο εγχείρημα, γιατί που θα βρισκόταν εκείνος ο καλός ο Γερμανός που θα ήθελε να βοηθήσει την Αϊσέ και να μην την εκμεταλλευτεί μ’ όλους τους τρόπους;
Κι αν βρισκόταν κάποιος που έλεγε το ναι μα όλα ψέματα τα κανε και την πούλαγε τη σκότωνε,… τη…
Κι απαριθμούσε τα δεινά και όλα τα άσχημα που μπορούσαν να συμβούν στη μικρή Τουρκαλίτσα.
Κι ενώ αυτά φώναζε και μάλιστα όσο πιο δυνατά μπορούσε ταυτόχρονα μέσα της – πως γινόταν δυο εντελώς αντιφατικά το ίδιο δυνατά όμως- δούλευε η ιδέα της Ντίνας. Όσο παράτολμη, ριψοκίνδυνη και ΄λάθος κι αν ήταν, φαινόταν η μόνη λύση αλλά πως; Ποιος;
Φως από πουθενά.
Και μια μέρα, τελείως αναπάντεχα είπε:
«Πότε εν γιορτή στην κοινότητα;»
Μπα; Τι ερώτηση ήταν αυτή; Γιατί όλο αυτό το ξαφνικό ενδιαφέρον; Μόνη της δεν είχε τάχα κλείσει όλες τις πόρτες…
Και μετά βάλαμε τα γέλια στη σκέψη πως μπορεί να ενεργοποιούσε τα μέλη της ελληνικής κοινότητας SCHW…και περιχώρων …να …να βρουν γαμπρό για την Αϊσέ…
Αυτή δε γελούσε καθόλου. Πολύ σοβαρή περίμενε την απάντησή μας για το πότε θα γινόταν η γιορτή… Και νομίζω θα ταν για τα Χριστούγεννα…
Ούτε μας ξανάπε λέξη γι’ αυτό το θέμα. Μόνο για το τι θα γινόταν με την Τουρκαλίτσα …αυτό πότε πότε ερχόταν προς συζήτηση… Μα καθώς αυτή η κουβέντα όλο και δυσκόλευε γρήγορα τη βγάλαμε από τη θεματολογία μας…
Και η μέρα της γιορτής ήρθε και η Ελένη ετοιμάστηκε και πήγε…
Αν νομίζαμε πως πήγε για να πει το πρόβλημα που την απασχολούσε και να τη βοηθήσουν να βρει λύση …Λάθος. Μέγα λάθος…
. Έτσι πήγε. Έτσι μας φάνηκε δηλαδή. Πως πήγε χωρίς κι αυτή καλά καλά να ξέρει το γιατί. Ήθελε λέει να τους δει μαζεμένους. Και τους είδε: τον Αποστόλη και την ξινή γυναίκα του τη Μερσίνη. Το Γάννη, το Χιώτη, το γεροντοπαλίκαρο, που κάποτε της είχε στείλει και προξενιά, μα αυτή από πείσμα είχε αρνηθεί γιατί είπανε πως πρώτα είχε ζητήσει τη Μαρίνα την Κρητικιά. Το Χαράλαμπο, από τον Έβρο και το Γιώργη τον Πατρινό, που είχε ξεκινήσει για ναύτης και κατέληξε βοηθός μάγειρα σ’ ένα ελληνικό στο Έπελλχάιμ. Τη Νότα και τη Λεμονιά, τις δυο φιλενάδες, Αρτινές που φτιαχναν τις ωραίες πίτες. Τη Μαρία, που κούτσαινε ελαφρά γιατί ένα όχημα μεταφορών τη χτύπησε στο πόδι. Τον Μένη και τη Ζαφειρούλα, από τη Δράμα που τόσο καμάρι είχαν για τις κόρες τους και νόμιζαν θα σπούδαζαν, μα αυτές πριν κλείσουν τα είκοσι παράτησαν το Πανεπιστήμιο, στην Ελλάδα και κλέφτηκαν με δυο παιδιά από «τας Σέρρας», Την Ελβίρα, που μάθαινε χορούς στα παιδιά της κοινότητας. Το Ζώτο το διερμηνέα και την Αγαθή την κοινωνική λειτουργό. Όλους. Ακόμα και κείνους με τους οποίους καυγάδισε για το θέμα του παπά ,το Νικολάκη το Σερραίο και κείνη τη σουπιά το Δραμινό το Μιχάλη, που του φυγε η γυναίκα γιατί ήταν χαρτοπαίχτης μεγάλος κι έφτασε να χάσει δυο μαγαζιά στην πράσινη τσόχα…
Τώρα που τα φέρνω στο μυαλό μου, ήτανε μια σπουδαία βραδιά. Με καλά όργανα από τη FRANKFURT για γλέντι μέχρι αργά. Χορέψαμε πολύ εκείνο το βράδυ σαν και τις παλιές μέρες . Και η Ελένη φαινόταν πολύ καλά. Μέχρι και τη διεύθυνσή μου ζήτησε στην Ελλάδα, να ρθει να με βρει λέει, τώρα που θα φευγα και μετά έκλαψε. Από τη χαρά της, έτσι νομίσαμε, γιατί αυτό το συνήθιζε όταν ήταν ευτυχισμένη. Να κλαίει.
Και μετά η Ελένη ξαναχάθηκε. Αυτή τη φορά δεν ανησύχησα. Κανείς δεν ανησύχησε δηλαδή. Μετά την ιστορία με τα κούα σαν να είχε κατά κάποιον τρόπο κατακτήσει την ελευθερία των πράξεων της με τη συγκατάθεση και το σεβασμό, ναι, το σεβασμό του κόσμου.
Μυστήριο που είναι η ζωή!.... Προσπαθείς όλο σου το βίο να κάνεις πράγματα αρεστά στους άλλους ….να σε αγαπήσουν, να σε εκτιμήσουν ή να κερδίσεις το σεβασμό τους και τίποτα δεν πετυχαίνεις και έρχεται η ώρα πας σε κάποια κούα, αδυνατίζεις, αλλάζεις την εμφάνισή σου, μαθαίνεις κολύμπι ή κάτι ανάλογο και γίνεσαι πάραυτα δεκτός με όλες τις τιμές.
Βδομάδες πέρασαν και κάποτε έμαθα πως η Ελένη είχε ξενοικιάσει. Μάλλον είχε ειδοποιήσει τη Βαγγελίτσα τη χήρα ν’ αναλάβουν μαζί με τη Ντινούλα τις διαδικασίες για το ξενοίκιασμα.
Κεραυνός να έπεφτε στο κεφάλι μου, δεν ξέρω αν θα ξεραινόμουν έτσι. Μα τι συνέβαινε;
Απαντήσεις, όσο κι αν τις γύρεψα , από αυτούς μάλιστα που, εγώ, θεωρούσα κοντινούς της, δεν πήρα καμία. Κανείς, απολύτως κανείς δεν ήξερε τίποτα. Είχε χαθεί από προσώπου γης…..
Και ο καιρός πέρασε και για μένα κι έφυγα κι εγώ από τη Γερμανία και γύρισα στην Ελλάδα .
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, η θύμηση των παλιών ημερών μαζί και της Ελένης σκεπάστηκαν από τη λήθη.
Κι ένα πρωί φύσηξε αγέρας δυνατός και σήκωσε τη σκόνη κι όλα ήρθαν στην εμπρός κάμαρα της μνήμης…
Πάνω στο γραφείο μου μία πρόσκληση γάμου στο Βέλγιο.
Στο Βέλγιο; Ποιον είχα στο Βέλγιο;
Άνοιξα και διάβασα :Σας καλούμε στους γάμους των παδιών μας, (παλιομοδίτικες εκφράσεις…)Ειρήνη-Αϊσέ και Χάρτμουτ, που θα τελεστούν…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..
Οι γονείς
Ελένη Πολυχρονίδη Γιόχαν & Ρεγγίνα Μάιερ







[u1]

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Ιστορία 14η


…. η Μαρίνα πέταξε τα παπούτσια τι ήθελε να τα φορέσει καινούρια παπούτσια μήπως και θα την έβλεπε κανένας; Τα πέταξε δίχως να νοιαστεί που είχε δώσει ένα σωρό λεφτά, δύσκολα τα χε βγάλει μα τώρα λες κι αυτά φταίγαν κάτι έπρεπε να πετάξει από κάτι να ξαλαφρώσει, ένα βάρος ένα ό,τι, αυτά βρέθηκαν πρόχειρα κι όπως τα πετούσε όπως τα βλεπε να εκσφενδονίζονται να τινάσονται μακριά, η βαριά της ανάσα ήρθε και πήρε ρυθμό κανονικό και ηρέμησε. Εύκολο ήταν τελικά. Λίγο και θα βρισκε ορισμό η Σεισάχθεια αν δεν ήταν αστείο
………………………………………………………………………………..
….κάθισε. Δεν είχε νόημα. Είχε περπατήσει και περπατήσει και περπατήσει δίχως να συναντήσει κανένα ζωντανό, άνθρωπο, ζώο, δεντρί ακόμα ακόμα- σε ποια ερημιά βρισκόταν σάμπως σε καταραμένο τόπο αρνημένο απ’ τους πάντες
……………………………………………………………………………….
Ο Παντελής δώρο Θεού της φάνηκε κι ας μην πίστευε εδώ και καιρό πια σε κανένα και τίποτα, έτσι που τα είχε ξεγράψει διαγράψει όλους και όλα. Ήταν που απρόσμενα τον είδε καθισμένο ήσυχα, μακάρια να μασουλά και λίγο έλειψε να ξεφωνίσει. Από χαρά.
…………………………………………………………………………………………
Ήταν λειψός στο μυαλό το είδε με τη μία και ησύχασε ακόμα περισσότερο. Τι τρως; τον ρώτησε, το στομάχι της άδειο εδώ και ώρες είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται κι αυτόματα σκέφτηκε το αλλόκοτο. Πνίγεσαι, βουλιάζεις, χάνεσαι σε άλλα, σωρό άλλα κι η σάρκα το χαβά της πανάθεμα τις ανάγκες ποτέ δε σταματούν, διψάς και θες να πιεις, πεινάς και θες να φας αίμα να ναι χυμένο πλάι σου μακάρι

Δεν της μίλησε άπλωσε μόνο τα βρώμικα χέρια του που κρατούσαν φρέσκα καρύδια। Του είχαν βάψει την παλάμη έτσι όπως τα σύνθλιβε μέσα της. Δεν την ένοιαξε. Κάθισε δίπλα του κι άρχισε να τρώει μαζί του με το κεφάλι κατεβασμένο, προσηλωμένη στην ιερότητα αυτού που έκανε δίχως να κοιτά, να τον κοιτά.

Τι είσαι; τη ρώτησε। Γυναίκα του είπε κι έβγαλε τη ζακέτα της να τη βάλει στο κεφάλι. Ο ήλιος τους χτυπούσε κατακέφαλα, αβάσταχτο σχεδόν για κείνη, τέλος καλοκαιριού ήταν και το φως ανηλεές.

Τα καρύδια αποσώθηκαν σχεδόν, ένα της είχε μείνει στο χέρι, η πείνα πήρε να ημερώνει, σήκωσε τα μάτια

Ο Παντελής είχε βάλει το κεφάλι του στα χέρια ανάμεσα σαν κάτι πολύ σοβαρό να τον απασχολούσε και στο τέλος πια σαν να βρήκε τη σωστή ερώτηση στράφηκε προς το μέρος της
Έχεις βυζά; τη ρώτησε με αστεία αγωνία। Δε σου πα πως είμαι γυναίκα του είπε επεξηγηματικά αργά, σοβαρά και συγχρόνως καθάριζε απ’ τα τσόφλια του το καρύδι. Έχω.

Θέλω να τα δω. Να τα δω. της είπε.
Βαριότανε। Τίποτα δεν την ένοιαζε. Ένα φορτίο ένοιωθε μόνο, να τ’ άφηνε κάπου, να ίσιωνε το κορμί, τα μάτια να κλεινε. Ήταν πολύ κουρασμένη.

Που κοιμάσαι;
Στην καλύβα. κι έδειξε με το δάχτυλο ένα καλαμένιο κατασκεύασμα. Θέλω να κοιμηθώ του είπε κι αφού είδε πως δεν κουνιόταν απ’ τη θέση του, θα σου τα δείξω συμπλήρωσε
Θέλω να τα πιάσω। Παζάρευε το εμπόρευμά του ήταν φανερό. Ας τα πιανε λοιπόν, κόντευε να σωριαστεί …॥

Πήγαινέ με του είπε και τον έπιασε απ’ το χέρι
……………………………………………………………………..
Γονάτισε πάνω σε βρώμικο στρώμα, με το ζόρι έβγαλε τη μπλούζα το κορμί της ήταν αδύνατο μετριώνταν τα πλευρά, έβγαλε μικρό αναστεναγμό και ξαπλώθηκε ανάσκελα με τα χέρια ανοιχτά।

Κάθισε πλάι της ανακούρκουδα και πήρε να την περιεργάζεται έτσι που κείτονταν γυμνή απ’ τη μέση και πάνω με τα μάτια κλειστά।

Το στήθος ήταν μικρό. Άπλωσε τα χέρια του και στην αρχή με τα δάχτυλα δισταχτικά σαν να το φοβόταν άγγιξε. Ύστερα με την παλάμη τα περιτριγύρισε, τα έκλεισε χωριστά καθένα και κατόπι και τα δυο μαζί. Οι ρόγες ήταν ανοιχτόχρωμες, της γίδας του ήταν πιο καφετιές και πιο χοντρές. Τη θυμήθηκε μαζί με το κατσικάκι της -είχε γεννήσει λίγο καιρό πριν-και μ’ ένα πλατύ χαμόγελο ξάπλωσε δίπλα της. Γύρισε στο πλάι, την έστρεψε προς το μέρος του, πήρε το στήθος στο στόμα κι άρχισε να θηλάζει. Ακριβώς όπως το είχε δει

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Άρτα (το κάστρο)

Ανάμεσα σε φεύγα κι ερχομό αφήνω στίχους σε φίλους και περαστικούς .....

Το κάστρο των Βυζαντινών ακόμα στέκει

Πολυτρίχια ρίγανη και κάπαρη
Τεντώνονται νωχελικά
Αδιαφορώντας
Για εμμονές του παρελθόντος

Παράσπιτα ρυπαίνουν(;)
Την ιερότητα της μνήμης

Μια γύφτισσα
Σε χρόνο σταματημένο
Πλένει στη λεκάνη
Πιάτα
Με τα πόδια γυμνά

Στον τοίχο απέναντι
Γραμμένο

Σ’ αγαπώ
Mέχρι θανάτου

Κυριακή, 08 Νοεμβρίου 2009

Χωρίς τίτλο............


Καμιά φορά ταξιδεύεις με τη γνώση πως θα συναντήσεις τη μοίρα σου κι όσο κι αν δεν το θες αυτό δεν μπορείς να το εμποδίσεις δεν γίνεται παρά να τη δεις και να πάρεις την πικρή τη γεύση όσων σου χει ετοιμάσει
Και τότε δεν είναι δρόμος για τη γνώση, παρά για την επιβεβαίωση. Της οδύνης οπωσδήποτε που είσαι τυλιγμένος κι ας μην έχει όνομα. Άλλωστε γι’ αυτό ο πηγαιμός. Για την αναγνώριση. Όπως καλείται ο οικείος να αναγνωρίσει πτώμα ευρεθέν πλησίον οδού ταχείας κυκλοφορίας. Έτσι ακριβώς πηγαίνεις με τη χαρά απούσα. Ξεχασμένη, αφημένη ίσως και απορημένη για την εγκατάλειψη
…………………………………………………………………………………………
Ήταν μια σύντομη επίσκεψη μόνο για λίγες ώρες –βαριές ατελεύτητες ώρες (κάποτε ασύμμετρος ο χρόνος) δεν απαιτήθηκαν περισσότερες για να ερμηνευτούν και να ονομασθούν τα γκρίζα χρώματα, να πεις σε ποιο ανήκει τι.
Η επιστροφή σε βρίσκει αποκαμωμένη κι ούτε ένας λόγος παρήγορος που να λέει είμαι εδώ, ένας ώμος εγώ, εδώ είμαι. Τίποτα.
Βρέχει. Σκοτεινιάζει. Στην ψυχή σου ήδη έχει πέσει το σκοτάδι.

…………………………………………………………………………………….
Το κορίτσι είχε μεγάλα καστανά μάτια κι είναι το μόνο που θυμάμαι από κείνη καθώς τα συνάντησα πριν χαμηλώσουν τα φώτα πριν ξεκινήσουμε.
Φωτεινά μάτια. Και φωνή ευχάριστη.
Η ίδια ήταν ευγενική άνοιγε τη συζήτηση την προχωρούσε την οδηγούσε σε διέξοδα μονοπάτια, πάνω που πήγαινε να χαθεί,………….. Ήμουν πολύ κουρασμένη. Σαν τις φορές που η κούραση έχει ξεχειλίσει, έχει αλώσει σώμα και ψυχή και μόνο τα βλέφαρα πεισματικά αρνιούνται να κλείσουν.
Υποτάχτηκα στη νεανική φωνή, άφησα να με παρασύρει με την καλή της διάθεση.
Ρωτούσε για τούτο και για τ’ άλλο ή μιλούσε για δικά της πράγματα, τη μαμά της την αδερφή της.
Είχε θυμώσει με το αγόρι της γι’ αυτό ταξίδευε, να φύγει για λίγο, μια μέρα έστω, να τον δει από μακριά, να δει και το θυμό της αν άξιζε και πάλι να γυρίσει.
Τι ζητούσε η μικρούλα, την κάθαρση ή τη γιατρειά;
Σχεδόν δεν έβλεπα το πρόσωπό της το περίγραμμά του μόνο...... Οι συνεπιβάτες ένας ένας έκλειναν τα μάτια, παραδίνονταν ήσυχοι και σφαλείς
Άρχισα να μιλώ.
Το λεωφορείο τραβούσε σ’ ένα γλιστερό δρόμο μα κανείς δεν το λάβαινε υπόψη. Η νύχτα βαθιά μας τύλιγε, ο οδηγός με μηχανικές –ένα ταξίδι ρουτίνας ή προσεχτικές οδηγούσε με το ραδιόφωνο σε παλιά λαϊκά.
Έφευγαν τα χιλιόμετρα κι από μένα οι λέξεις ήρεμα, πιο ήρεμα κι απ’ τη θάλασσα την ακύμαντη, πιο ήσυχα κι απ’ το νερό που έπεφτε δίχως βία δίχως ορμή
Σαν να διηγόμουν κάποιου άλλου ζωή κι η φωνή μου δεν είχε αναταράξεις, ούτε πάθος ούτε λύπη ούτε στεναγμό.
Τι είπα; Πόσα είπα; Να τ’ άφησα όλα να βγουν από μέσα; Εκεί έτσι όπως καθόμουν περίπου στη μεσαία σειρά πίσω απ’ τον οδηγό μ’ ένα κορίτσι δίπλα μου που είχε αρχίσει να βαραίνει και τα κλαδωτά ματόκλαδα γείραν άραγε σκεπάσανε τα μάτια ή μείναν διάπλατα ανοιχτά;
Δεν ξέρω.

…………………………………………………………………………………………………..
Τα φώτα ανάβουν κάποτε. Το ταξίδι τελειώνει. Τέλειωσες κι εσύ. Το εξομολογητήριο κλείνει.
Κινητά χτυπούν. Μαμά φτάνω. Μπαμπά έρχομαι. Μαρία, Κωστή, Βάσω…. Ονόματα….. παραλήπτες προορισμοί.
Φτάνεις.
Πριν σηκωθείς ακουμπάς φευγαλέα το μπράτσο του κοριτσιού. Να πεις ευχαριστώ που ήταν και δεν ήταν εκεί
Κατεβαίνεις, παίρνεις ταξί. Στο σπίτι θέλεις να πεις προφταίνεις και το διορθώνεις και δίδεις
ακριβή προορισμό.
Ξεκινά। Κλείνεις τα μάτια σκέφτεσαι τη διαδρομή, το κορίτσι, χαμογελάς και μόλις συνειδητοποιείς πως δεν ξέρεις ούτε τ’ όνομά της
Υ।Γ। Η φωτό από τον ηλιογράφο

Τετάρτη, 04 Νοεμβρίου 2009

Ιστορία 13η

Επιθυμίες......

Αχ, μωρέ φιλενάδα….
Μιλάς και συ για ζόρια…. Καλή μου δεν ξέρεις…. Εσύ, δεν ξέρεις! Δε λέω … Όχι δε λέω πως χαϊδεύεσαι μα…. Ούτε να φανταστείς δεν μπορείς τι αληθινά σημαίνει να ζορίζεσαι….
Μια ζωή δεν έχω μάθει άλλη λέξη καλύτερα απ’ αυτήν. Απ’ όταν γεννήθηκα. Τόσο που νόμιζα πως κάτι είχα κάνει…. Μια αμαρτία ήμουνα και με τιμωρούσε ο Θεός…. Ξέρεις πόσες φορές ζητούσα γονατιστή συχώρεση; Κι ας μην ήμουνα σίγουρη γιατί….
Μια ζωή στο στρίμωγμα από παντού και για τα πάντα. Τα πάντα! Να μην υπάρχει μια γωνιά απάγκιο. Ανάσας αδερφέ, πώς το λένε!
Κι όσο μεγάλωνα τόσο πιο δύσκολα. Μπήκε και το οικονομικό στη μέση….. βράστα!
Και πάντα λείπανε λεφτά. Απ’ τη μάνα μου, απ’ τον πατέρα μου, το σόι μου, εμένα, τον άντρα μου…..

Συνέχεια…. συνέχεια στο σφίξιμο. Και να μην έχεις και κανένα να σε καταλάβει. Σου λέει ο άλλος δυο άνθρωποι δουλεύετε … και τι να πω. Τι να πω! Η λογική άλλα μετρά κι άλλα η πραγματικότητα. Κι εμένα μου τυχε να σηκώνω το σταυρό του μαρτυρίου. Κοίτα τώρα πλάτες και πες μου είναι να σηκώνουν βάρη; Είναι; Τι να έκανα; Που κι αυτόν ακόμα …. Έπαιρνε το μισθό του τον έβαζε στην τσέπη και ούτε ιδέα τι γινόταν πίσω…. Πού ναι οι δυο μισθοί μ’ ένα λόχο παιδιά; Να τα σπείρει ήξερε…. να τα νοιαστεί… ούτε ιδέα! Του λέω, θέλουν λεφτά τα παιδιά! Γιατί, μου λέει…. τι θα πει γιατί χριστιανέ μου! Τα χρειάζονται! Παπούτσια θέλουν, ρούχα, φροντιστήρια το να τ’ άλλο….Αλλά …. Στον τοίχο μιλώ σ’ αυτόν τα λέω, δεν έχει διαφορά κι έτσι τρέχω μοναχή μου να βρω τα λεφτά να κάμω όσα πρέπει…. Άσε τώρα …. Του έτυχε και το ατύχημα …. γονατίσαμε τελείως…. Και δεν είναι για θάνατο βέβαια αλλά μπορείς να μην το φροντίσεις; Γιατί κι αυτό εγώ το τρέχω. Άλλος έφταιγε, εγώ τρέχω! Ο άνθρωπος γεννιέται βλέπεις. Γεννιέται, δε γίνεται. Κι εγώ γεννήθηκα να με πατούν οι άλλοι

Κι εσύ ρωτάς τι θα κανα αν είχα λεφτά…॥ Μα ερωτήσεις είναι αυτές πού κάνεις;। Δε χρειάζεται να σκεφτώ, μωρέ φιλενάδα …. Δε χρειάζεται! Ξέρω πολύ καλά.

Αν είχα λεφτά- αχ, τι μου λες τώρα-…. θα παιρνα μια γυναίκα να μου καθαρίζει το σπίτι. Να το κάνει ν’ αστράφτει! Τζάμια, μπάνια, παντού παντού! Όχι όμως το Σάββατο. Όοοχι! Την Παρασκευή! Κάθε Παρασκευή! Το Σάββατο το θέλω δικό μου…. Να κάθομαι στο μπαλκόνι, να πίνω τον καφέ μου και να μη με νοιάζει τίποτα. Το σπίτι μου στην εντέλεια πεντακάθαρο κι εγώ να ρεμβάζω αμέριμνη. Να κοιτώ τους άλλους να τρέχουν να προλάβουν και γω μακάρια στην πολυθρόνα μου…
Τώρα τι κάνω; Δουλεύω। Όλη τη βδομάδα δουλεύω σαν τρελή και το Σάββατο πρέπει να σφουγγαρίζω και να πλένω και να μαζεύω να τους τα μαζεύω…. Καλύτερα να μην έρχεται ….τελειώνει η μέρα και θέλω μόνο το σταυρό στα χείλη. Λέω πότε να να πέσω να ξεραθώ. Τέτοιο είναι το Σάββατό μου….

Και θα πήγαινα και στο κομμωτήριο. Αυτό το χω απωθημένο. Δεν ξέρεις πως μ’ αρέσει να μου αγγίζουν τα μαλλιά…. να μου τα χαϊδεύουν, να μου τα ανακατεύουν με τη χτένα …. Έτσι καμιά φορά το φαντάζομαι μόνο να γέρνω το κεφάλι και να χω αφεθεί να με νοιαστούν…. Θυμάσαι που ήταν κόκκινα; Ήταν όμορφα, δεν ήταν; Ποιος τα είδε; Ποιος τα φρόντισε; Τα μάζευα όπως όπως να μη φουντώνουν λες κι ήταν βάρος …. Τα χτένιζα καμιά φορά μοναχή μου και μελαγχολούσα….
Δε βαριέσαι….
…………………………………………………………………………………………

Εσύ τώρα βέβαια θα μου λεγες για ταξίδια। Και να θέλω αφού δεν γίνεται πια τι να τα λέω…. Τι να τα λέω!… χαζές ήμαστε …. έπρεπε να μάθουμε να οδηγούμε. Αυτό που κάναμε ήταν λάθος. Άντε τώρα να εξαρτάσαι απ’ το κέφι του άλλου…. Του λες πάμε εδώ, σου λέει δεν μπορώ. Και τη μια είναι νύχτα την άλλη πρωί τη μια έχει κίνηση την άλλη… κατάλαβες; … βέβαια τώρα πια μετά και το ατύχημα δεν του επιτρέπονται μετακινήσεις μα κι όταν μπορούσε….

Ταξίδια…. Θυμάσαι; Θυμάσαι τι ήθελα; Τόσες φορές το είχα ονειρευτεί…. Να φορούσα λέει ένα δερμάτινο μπουφάν να να φευγα. Με μια μηχανή να φευγα και να μην κοιτούσα πίσω. Να φευγα και μόνο τη σκόνη μου να βλέπανε και τα μαλλιά μου ν’ ανεμίζουνε…. Γιατί κανείς ποτέ δε μου πε για τα μαλλιά μου;
Αλλά τι έκαμα; Μόνο ρίζες που δεν έχω βγάλει σ’ αυτόν τον τόπο….

Έτσι και αρχίσω να μετρώ τι έχω κερδίσει όλα αυτά τα χρόνια…. Μια χασούρα είμαι
Εργαζόμενη σου λέει ο άλλος… παντρεμένη
Παντρεμένη….
Δε λες βουλιαγμένη στη σιωπή….. Αυτή η αμιλισιά βρε παιδί μου. Κι όχι τώρα που τέλος πάντων πέρασε κι ο καιρός…. Μπα…. Έτσι μας θυμάμαι και παλιότερα….Στο χωριό πηγαίναμε και σ’ όλο το δρόμο δεν ανταλλάσσαμε τρεις λέξεις.
Θα πεις έτσι είναι οι και περισσότεροι μετά από τόσα χρόνια. Γιατί βρε παιδί μου; Κι εσένα σε ξέρω περισσότερα χρόνια αλλά δε σταματάμε να μιλάμε…. Τι φταίει; Να τα χουμε πει όλα και τι έχει απομείνει πια;
Φαντάσου λοιπόν πως ένοιωσα όταν κάποτε συνταξιδεύαμε με το Νίκο και την Ελπίδα, τους κουμπάρους μας, ξέρεις….. Όλοι ήμαστε μουγκοί κι αυτοί –μα και οι δυο!- δεν είχαν κλείσει το στόμα τους. Βρε τι λέγατε τόσες ώρες τους ρωτώ. Διάφορα μου λένε. Ε, πέστε μου κι εμένα μερικά διάφορα να τα λέμε κι εμείς να μη μας φαίνεται ο δρόμος!

Ούτε για καυγά δε μιλάμε. Τώρα ούτε να καυγαδίσω δεν έχω όρεξη. Βαρέθηκα. Έχει βαρεθεί η ψυχή μου…. Αυτό είναι τελικά. Δε μας φταίει που δεν πάμε πουθενά είναι που μας τέλειωσε ο δρόμος ο μεταξύ μας.
Και θυμάσαι όταν παντρευτήκαμε; Νόμιζα πως ήταν ο πρίγκιπας με τ’ άσπρο άλογο… τελικά βάτραχος ήτανε. Βάτραχος. Μ’ όλες τις προσπάθειες μου…. Μ’ όλη μου την αγάπη….νόμιζα έφτανε αλλά …. Χαμένος κόπος, χαμένος χρόνος….
Τώρα κιόλας που μεγάλωσε…. Μεσηλικίαση έχει πάθει…. Τι κακό είναι αυτό με τους άντρες…. Πως τους παίρνει αποκάτω ο χρόνος…..μια τρομάρα μια ζήλεια τι να σου πω… χειρότεροι κι από παιδιά…. Δεν αντέχονται!

Ξέρεις –σου το χω ξαναπεί νομίζω- αυτό που μου λείπει, που μου χει λείψει είναι που δε μ’ αγαπήσανε. Ένας άντρας δε μ’ αγάπησε. Να με πάρει στα χέρια και να μου πει όλα τα όμορφα που θα θελα ν’ ακούσω. Να νοιώσω μοναδική και η ωραία των ωραίων.….
Αχ, μη με κοροϊδεύεις ….
Το ξέρω μωρέ το ξέρω τα πράγματα δεν είναι έτσι, δεν είναι άρλεκιν …..τα διάβαζα θυμάσαι που τα διάβαζα; Εσύ κορόιδευες …. Πάλι στο παραμύθι; Έτσι δε μού λεγες; Πού να ξερες…. Είχα ανάγκη αυτό το παραμύθι να πιαστώ από κάπου να πιστέψω πως θα βρεθεί ένας άντρας και για μένα. Ένας άντρας να με δει! Να με δει…. Ποια ήμουνα τι ήμουνα ….
Κι αυτή την έλλειψη πώς να σου πω σαν αναπηρία τη νοιώθω …προχωρώ ελαττωματική…. Το πιστεύεις;
Λέω κάποτε στην αδερφή μου γιατί αφού δεν είσαι πιο όμορφη από μένα γιατί…. Γιατί εσύ πάντα κάποιον είχες στα πόδια σου, όλο και κάποιος σε τριγύριζε κι εμένα κανείς …. Γιατί ποτέ κανένας δε με κοίταξε…. Και τι μου λέει,…. βρε βούρλο μου λέει βρε βούρλο που το ξέρεις πως δε σε κοίταζαν εσύ δεν είχες μάτια για να δεις…. Ακούς! Και είχε δίκιο.
Είχε δίκιο!
Τώρα λοιπόν –ναι τώρα και μη γελάς- τώρα που ξέρουμε λες να μας τύχει η ευκαιρία; Καλά …. Καλά…..μην ξεκαρδίζεσαι τόσο….
…………………………………………………………………………………………..

Τι άλλο; Τίποτε άλλο δε θέλω. Δε θέλω να ονειρεύομαι άπιαστα πουλιά μόνο όσα μπορώ… και θα το δεις …. Δε θα πάρουμε σύνταξη; Σου υπόσχομαι θα τα πραγματοποιήσω. Παρασκευή, γυναίκα για το σπίτι και το Σάββατο κομμωτήριο.
Κι ύστερα φρέσκια φρέσκια θα σε παίρνω να πηγαίνουμε για καφέ…..

Τι με κοιτάς έτσι! Δεν μπορώ να πω γι' άλλα!
Αργά έκανες την ερώτηση φιλενάδα….. αργά!
Υ।Γ। Η φωτό από τον ηλιογράφο

Κυριακή, 01 Νοεμβρίου 2009

Απ' τα παλιά....

Νοέμβρης
Μαζευόμαστε σιγά σιγά γύρω από εστίες, γύρω απ' όσα ξέρουμε, απ' όσα αγαπάμε
Άκριες που ακουμπάμε, που μας κάνουν να νοιώθουμε καλά, ασφαλείς
και μας χαρίζουν την αίσθηση του ανήκειν

Από τα Αμοντάριστα Πλάνα
το 3ο

Σαν θα με πάρεις αγκαλιά
Ξανά
θα χουν περάσει χίλια χρόνια
Προσμονής κι αδημονίας


Είσαι χαμένο, ορέ παιδί! Είσαι χαμένο… Τι κάθεσαι αυτού; Με πονάν τα κόκαλα μου, σου λέω. Θα πεθάνω και θα με φαν τα σκυλιά και τι θα λες κοντά;

Α, ορέ μάνα…
Ρωτάς για να ρθω…. πώς να ρθω…. έχεις μείνει στα δικά σου το μυαλό σου έμεινε εκεί…. ούτε βήμα μπρος…. έμεινες εδώ
Ο κόσμος τρέχει, εσύ που να τρέξεις; Στη Τζούμιζα έτρεχες και στα Καμίνια… δεν κατάλαβες, άλλαξαν τα πράματα…. που να τρέξεις τώρα….


Giorgos?

Η Μip. Γνωριμία στην Πάρο. Τον καιρό που γυρνούσε πουλώντας σεντόνια στους ντόπιους και τα γραμμάτια τρέχαν εκείνο το φορτηγάκι λες και το χαν βάλει σημάδι Παλαιστίνιοι κι Ισραηλίτες ο Νίκο Βάσος…. φέρε λεφτά και φέρε

Δεν έχει δουλειά μωρέ Νίκο…. η αγορά κεσάτια…. αφού τα ξέρεις

Κουφάλα ζωή…

Beautiful eyes!

Το ξερε μα πάντα τ’ άρεσε να τ’ ακούει…. είχε όμορφα μάτια, κορμί δεμένο, μελαχρινός

English?

No, Holland

Χα! Να και η μικρή Ολλανδέζα που μικρή δεν ήταν τριανταπεντάρα την έκοβε ξέθωρα μάτια κοντά μαλλιά ούτε κώλο ούτε κοιλιά. Σ’ αναβροχιά τον βρήκε…πρόθυμα χαμογέλαγε

Και μην πούμε για ποτάμια
Που διαβήκαμε
Σε στερεμένους τόπους
Νερό αν ήπιαμε


Την έβαλε στο φορτηγάκι, αναπάντεχα θερμή ήταν, λίγο έλειψε να τον προδώσει η φύση του μα τα κατάφερε, έκανε το χρέος του

Giorgos? See again?

Mip, πάμε να πουλήσουμε σεντόνια… no work no money… money you know?

Yes yes, έλεγε η Mip και του γινε σκιά και μαζί χτυπάγανε τις πόρτες λεφτά δε βγαίνανε γαμώ τα money γαμώ τον πήρε από το χέρι

Ε, ορέ Γάκια! πού πας παιδί…

Στην Ολλανδία του Βαν Γκογκ που σιγά μην τον ήξερε ήρθε κι ο ανιψιός ο Θανάσης που έκανε τον κουλτουριάρη μια ζωή στο χημικό άλλο που τελευταία το γύρισε στο ηθοποιηλίκι και παίζει σ’ ένα σήριαλ της συμφοράς και τονε βλέπει η μάνα του και καμαρώνει μα ακόμα τότε το παιζε βαριά κουλτούρα να πας θείο- θείο τον έλεγε- στο Μουσείο του Βαν Γκογκ

Άει κατούρα τα πόδια σου ρε!


Αλβανοί έρχονταν, εκείνος έφευγε. Να γίνει υπήκοος αλλού να χωθεί αλλού

Α, ορέ Γάκια… πού πας;

Να βρω έναν Έλληνα… δουλειά ορέ δουλειά!

Σερβίρεις; Ναι. Πόσα; Τόσα. Καθαρά πράματα.


Βρέχει βρέχει βρέχει.
Μουσκεύει το κόκαλό του. Περιμένει η Μip κουράστηκε η Mip θάμπωσε ο ωραίος Έλληνας, πέταξε ο έρωτας
Σπίτι, βρες άλλο σπίτι. Άλλη δουλειά δουλειά δουλειά….
Τι ξέρεις; Τι μπορείς να κάνεις; Όλα τα ξέρω όλα τα μπορώ

Το νήμα να ενώσεις θέλεις
Ξεχνώντας πως φθαρμένο είναι
Και κομμένο
Σε σημεία πολλά


Χα! κουτόφραγκοι! Να σας χέσω τον πατέρα

Λεφτά! Τσάμπα λεφτά! Μαύρα λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά….

Η Όλγα.
Λευκορώσα η Όλγα δυο παιδιά η Όλγα στην πατρίδα, ίδια ιστορία παλιοκατάσταση να σου βγάλω χαρτιά να πω είσαι Ελληνίδα να πω είσαι μαζί μου φοβάμαι Όλγα
Απέλαση η Όλγα

Σαρανταπεντάρισες Γάκιαααα.....

Το χέρι σου καμάρι μου; Χέσε με μάνα! σκατά τα κανα πάλι……………… κόπηκε ο τένοντας μα μη φοβάσαι μάνα δεν έχω τίποτα το δάχτυλο μόνο δεν ανοί θα μ’ εγχειρίσουνε αύριο μάνα

Άι, γαμώ τα συστήματά τους γαμώ! ένα τσιγάρο μωρέ!

Α, ορέ πατέρα έλα να το στρίψουμε εδώ α για!Μια τσιγαρούλα να κάνουμε….Α, ορέ πατέρα καλός ήσουν κι εσύ την έκανες νωρίς και…


Θα σου ρθει πλοίο
Σινιάλο δε θα δεις ούτε θ’ ακούσεις
Μονάχος τον Αχέροντα διαβαίνεις
Ως κι ο βαρκάρης απεργεί
Και που να βρεις μονέδα
Να πληρώσεις

Γαμώ τα συστήματά σας γαμώ….. τσιγάρο ορέ!