Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΧΙΟΝΙΟΥ



Ήταν κρύα βραδιά. Ήσυχη. Βραδιά  χιονιού. Όταν άρχισε να πέφτει, οι νοικοκυραίοι είχαν ήδη μαζευτεί στη γωνιά τους κι ανάσαιναν την ασφάλεια της. Κουβέντες αργόσυρτες, σπάνια ορεξάτες, συχνά βαριεστημένες έσπρωχναν την ώρα  να κυλήσει ως να νανουριστεί  το σώμα ν’ αντέξει.
Ο άντρας ήταν από κείνους που δε νοιαζόταν. Χιόνι, ήλιος, βροχή, ό,τι και όπως, αδιάφορος έμενε. Δούλευε αδιάκοπα και σκληρά την κάθε στιγμή κι ας φαινόταν πως μόνο το τομάρι του είχε να φροντίσει. Δεν είχε και δεν ήθελε παρτίδες με κανένα. Ούτε για καλό ούτε για κακό. Η πόρτα του έμενε κλειστή σε κάθε χτύπημα. Εκτός βέβαια από τα τυχαία αναγκαία ανοίγματα να μπουν τα συνηθισμένα διάφορα του κάθε μέρα.
Έτσι κι  εκείνο το βράδυ του χιονιού.  Για ένα λίγο  άνοιξε η πόρτα. Τόσο  όσο να μπει με τα  ξύλα από το υπόστεγο που τα χε στοιβαγμένα. Πόσο να χρειάστηκε ίσαμε να τα αφήσει; Κι όμως έφτασε για να τρυπώσει το ξένο αγόρι. Πού δεν το πήρε και αμέσως είδηση έτσι όπως είχε ζαρώσει στη σκοτεινιά.

Αφήνει τα ξύλα, κλείνει  την πόρτα, βάζει  να φάει, κάθεται  στο τραπέζι. Τα ξύλα στο τζάκι μουρμουρίζουν, έξω πέφτει το χιόνι.
Τσιμπά  την πρώτη πιρουνιά και σταματά. Οσμίζεται τον αέρα ίδιο λαγωνικό που χει βγει κυνήγι
Ποιος είναι γαυγίζει. Μιλιά. Πίσω απ’ τον καναπέ ένα απειλητικό πράμα. Ποιος είναι και σηκώνεται ορθός. Η σκιά στον τοίχο δείχνει γίγαντα.. Το  πράμα αργά αργά προβαίνει.  Είναι ισχνό και λίγο. Στέκεται και κοιτά. Μια τη φωτιά μια το φαΐ.
Να φύγεις θέλει να του πει ο άντρας μα κάτι τον κρατά. Είναι που απόψε δεν έχει φως; Είναι πού έξω το στρώνει; Πώς διάολο μπήκες λέει και ίσα που ακούγεται.
Κρυώνω λέει το αγόρι.
Ο άντρας σωπαίνει.
Να ζεσταθώ. Μόνο. Και πλησιάζει τη φωτιά. Κάθεται δίχως να περιμένει απάντηση, γέρνει  το κεφάλι στον τοίχο κι εκεί κλείνει τα μάτια του στη ζεστασιά
Ο άντρας νιώθει ανίσχυρος ξαφνικά. Ποτάμι που ξεχείλισε κι έσπασε το φράγμα, έτσι παραβιάστηκε η ερημία του απ’ αυτό το αγόρι που ποιος ξέρει πως ξέπεσε

Βγήκε έξω. Ήθελε να σκεφτεί. Μόνος. Έβγαλε τσιγάρο, το κράτησε. Τα πόδια του βούλιαξαν στο μαλακό άσπρο. Ρούφηξε μια δυο καλές ανάσες αέρα –το τσιγάρο σβηστό στα δάχτυλα- κοίταξε το γρήγορο χορό των νιφάδων-θα αποκλειστούμε μονολόγησε κι ένοιωσε ελαφρύς, δίχως να το θέλει

Πεινάς; είπε μπαίνοντας μα το αγόρι κοιμόταν.
Άντε καλά κοιμήσου…. το πρωί φτιάχνω τηγανίτες να φάμε

Δεν υπάρχουν σχόλια: