Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

ιστορία δίχως τίτλο



" Τι στο καλό …δεν έχει φάει τίποτα; Για να δω καλύτερα… Μπα! Ούτε καν σαλάτα ! Μα τι έπαθε;
Λες να ήταν αδιάθετος; Ναι, Σα να μου φάνηκε λίγο κομμένος το πρωί. Nα τον έπιασε το στομάχι του; Σέρνονται λέω, τόσες ιώσεις… και μου φαίνεται...οι γαστρεντερίτιδες,.. κάνουν θραύση!
Ναι, ναι αυτό θα είναι! Για πιο λόγο άλλωστε δε θα έτρωγε-εδώ που τα λέμε ούτε καν δοκίμασε- το αγαπημένο του φαγητό;
Εγώ τον ξέρω... είναι λίγο δύσκολος. Δεν τρώει ό,τι κι ό,τι. Μόνο ψάρι κι απ’ αυτό  όσα είναι μεγάλα χωρίς πολλά κόκαλα. Μια φορά που του ετοίμασα λίγο γαβράκο τον έφαγε όλο η γάτα του γείτονα.
Του το καθαρίζω πάντως σε κάθε περίπτωση. Δεν έχω διάθεση να το φάω στο κεφάλι (που λέει ο λόγος ).
Α, όχι δεν έχω παράπονο… Ο γλυκούλης μου, είναι ο καλύτερος μα καμιά φορά …ε, όλοι έχουν νεύρα κι άμα τον πιάνουν …
Ας είναι. Τι το μελετάω τώρα;
Πάντως …είναι περίεργο. Βέβαια δεν ήταν ψάρι, αλλά και τα λαχανικά τα λατρεύει.
Μήπως δεν το δηλώνει σε κάθε ευκαιρία; -χωρίς γυναίκα κάνω. Χωρίς τα λαχανικά μου, ποτέ!-
Αχ, και σήμερα του ‘χα ετοιμάσει το αγαπημένο του. Να δεις πως το λένε… τέλος πάντων τι σημασία έχει κι άμα το λένε έτσι κι άμα το λένε αλλιώς… Έχουνε καμπόσα φαγητά κάτι περίεργα ονόματα… τ’ ακούς κι ούτε σου πάει ο νους πως για φαΐ πρόκειται! Να δεις ...κάτι εξωτικά ή όπως τα λένε τώρα έθνικ...  ναι έτσι. Έθνικ.Κι άμα είναι για ξένα φαγιά ήλιος κι άνεμος... αλλά και τα δικά μας τώρα , από ξεβάφτισμα τα ‘χουνε περάσει
Ακούς ... η πίτα του παππού, της γιαγιάς, του βοσκού, το κουνέλι του Γιώργη ..ναι κάπου το διάβασα κι αυτό. Άκου του Γιώργη! Τι να πεις; Βγάλαμε την ουσία και…
Καλά παραμιλάω μου φαίνεται..
Αλλά γιατί δεν έφαγε; Nά’ ναι σοβαρά το στομάχι του; Θα του πω να πάει στο γιατρό. Θα τον … θα του βάλλω τις φωνές, θα τον αναγκάσω, θα του …αυτό θα κάνω θα του γκρινιάξω! τι θα κάνει …θα πάει! Είναι και αμελής βρε παιδί μου!. Δε νοιάζεται για την υγεία του ...Άμα αρρωστήσω εγώ, δεν ησυχάζει αν δε με στείλει στον κύριο Σπύρου που είναι ο οικογενειακός μας γιατρός.
Βέβαια προς ώρας δεν του χρειάστηκε–να χτυπήσω ξύλο- αλλά ένα τσεκ απ βρε παιδί μου.. Τώρα δεν είμαστε και στην πρώτη μας νιότη… Τώρα… στη μέση ηλικία που λέγανε παλιά. Μεσήλικες γίναμε ή να δεις πως αλλιώς το λέγανε … μεσόκοποι .Τι χάλια Χριστέ μου και που τ’ ακούς γερνάς.
Αλλά γιατί δεν έφαγε; Τίποτα δεν άγγιξε… Λέει δεν μπορεί να τρώει μόνος του. Δεν του κατεβαίνει, λέει ….. "τι είμαι; σκύλος είμαι να τρώω μόνος μου;"
Γιατί αλήθεια τον τελευταίο καιρό συχνά δεν τρώει. Ε, τον καταλαβαίνω. Και μεταξύ μας να έτσι με συγκινεί. Μετά από τόσα χρόνια γάμου να σου λέει δεν μπορεί μόνος του… Πολύ τρυφερό…
Αυτή η κωλοδουλειά….. (Παναγία μου πως μιλάω έτσι) αλλά απ’ όταν μ’ αλλάξανε τη βάρδια … Κατάλαβες; Mετά από τόσα χρόνια …άλλο πόστο… άλλο ωράριο! Κι άμα πεις και τίποτα …. "για τις ανάγκες της υπηρεσίας" σου λένε Ποιες ανάγκες μωρέ; Εμένα βρήκανε να καλύψουνε να μην πω τι…Αλλά…Α, ρε μάνα δε μ’ έκανες βάτραχο…     
(στέγνωσε το στόμα μου)                                              
 Τέλος πάντων με τούτα και με κείνα ανταμώνουμε ολοένα και πιο  δύσκολα.  Ούτε με τηλέφωνο. Δε χρειάζεται κιόλας. Μετά από τόσα χρόνια όλα είναι σε μια …πώς να το πω …να μην το πω ρουτίνα…αλλά ένα ρεγουλάρισμα… Ναι αυτό είναι το σωστό. Τα πράγματα, η ζωή θέλω να πω έχει μπει σαν το νερό στ’ αυλάκι που κυλάει πια στην κοίτη του.
Θα μου πεις τώρα πότε πότε τα αυλάκια, τα ποταμάκια και τα πιο σιγανά φουσκώνουν και κάποτε προξενούν ζημιές. Κάποτε  βέβαια, κάποτε.
Καλά, δεν έφαγε. Γιατί τώρα…Καλά δεν πειράζει. Δε θα πέσει άλλωστε κι απ’ τα κιλά του…Καρδαμωμένο το χρυσό μου. Κι αυτό είναι το περίεργο. Τρώει τα υγιεινά. Τι χόρτα και λαχανικά... τα φρεσκότερα να αγοράσω. Με προσοχή να τα καθαρίσω…Αν έχω κι αν έχω καθαρίσει…και πως το βαριέμαι …όταν …όταν πρέπει ν’ αγοράσω χόρτα… ο θάνατός μου! Αλλά τι να πω …έχει δίκιο. Είναι τροφή πολύ υγιεινή. Και με μπόλικη κυτταρίνη. Τι πως τα τρώει  όμως;… Τα κιλά κιλά.
Α, και ψάρι. Βέβαια. Το λατρεύει το ψάρι κι όχι μόνο το ψάρι "ό,τι κολυμπά και πετά, Αντιγόνη, ό,τι κολυμπά και πετά". Έτσι μου λέει και γω το δέχομαι. Όχι, γιατί δεν έχω γνώμη, έχω και παραέχω. }Η Αντιγόνη έχει γνώμη επί παντός επιστητού" .Μάλιστα έτσι λέει το πουλάκι μου. Και γιατί να μην έχω; Ζωντανός άνθρωπος δεν είμαι; Δέχομαι όμως πως δεν τα ξέρω όλα και στα θέματα διατροφής είναι …άπιαστος! Έχει κάνει και σεμινάρια μου φαίνεται. Ένα φεγγάρι, πάνε δυο χρόνια τώρα, πήγε στη Χαλκιδική να παρακολουθήσει ένα. Γύρισε άλλος άνθρωπος.
Αλλά τα κιλά κιλά. Τι να πω. Ο ίδιος λέει πως ο μεταβολισμός του κάτι … κάτι τέλος πάντων έπαθε σαν ανήκεστο βλάβη ένα πράμα… Μπορεί να ‘ναι κι έτσι…
Αλλά δεν έφαγε. Παρόλο που έφτιαξα το…το θυμήθηκα πως το λένε “πανδαισία χρωμάτων”!
Ας μαζέψω τουλάχιστον τα ρούχα του. Καλός χρυσός ...αλλά μια ατσαλιά, ε, την έχει. Κι όλο του λέω...βρε αγόρι μου- αγόρι μου τον λέω- μην τα πετάς. Τά ‘βγαλες; Nα έτσι κάνε, βάλε τα στο καλάθι. Αλλά που....από το ένα αυτί μπαίνει κι από το άλλο βγαίνει. Άντρας, παιδί μου, τι περιμένεις;
Πού είναι τα ρούχα του; Δεν υπάρχει τίποτα εδώ; Τι στο καλό.... δεν άλλαξε; Αδύνατον. Αυτός μόλις γυρίσει από τη δουλειά κάνει ένα μπάνιο…όμως εδώ…Δεν ήρθε! Δεν έχει έρθει! Τι…
Κάτι έπαθε! Κάτι σοβαρό έπαθε! Έτσι που τρέχει. Όχι, ο ίδιος δεν τρέχει και τόσο, μα οι άλλοι;
Βέβαια! Μεσημέρι, κίνηση, ένταση, εκνευρισμός, νάτο το τρακάρισμα!
Ααχ, Χριστούλη μου!
Αυτό είναι! Είχε ατύχημα! Μάλλον έχει τρακάρει. Αυτή είναι μια λογική εξήγηση. Πωπώ! Τον καημένο, ταραχή που θα’χει πάρει! Μα να πηγαίνεις στο δρόμο σου όμορφα κι ωραία με την αγωνία να βρεθείς στο σπιτάκι σου και να ρχεται ο κάθε…κάθε ασυνείδητος και να σου κάνει το αυτοκινητάκι σου, την περιουσία σου, να μη γνωρίζεται;
Και το’λεγε ο καημένος "Αντιγόνη, είσαι τυχερή που δεν οδηγείς. Κάθεσαι κυρία, και σε πάει ο σοφέρ.(ο σοφέρ, τον εαυτό του εννοούσε βέβαια ) Κι ούτε έγνοιες, ούτε τίποτα. Τυχερή, Αντιγόνη".
Εγώ δεν οδηγώ. Όχι πως δεν ήθελα… Να δεν ..δεν έτυχε. Τη μια δεν είχαμε λεφτά, την άλλη χρόνο, με το ένα με το άλλο χάθηκε το τρένο. Και να σου πω δεν μετάνιωσα. Σχεδόν. Δηλαδή… 
Και τώρα να έτυχε κι αυτό. Και το αυτοκίνητο σχεδόν καινούριο. Τι σχεδόν; Καινούριο είναι. Δυο μηνών αυτοκίνητο. Ένα σωρό λεφτά δώσαμε. Είναι και μεγάλο…Του αρέσουν τα μεγάλα. Είναι λέει πιο ασφαλή. Τα μικρά ούτε να τα δει…-Φτερό στον άνεμο- Έτσι τα λέει. Ε, δεν έχει κι άδικο. Άλλη σιγουριά νοιώθεις μ’ ένα βαρύ αυτοκίνητο… Χώρια η φιγούρα.                                                                               
Αλλά τελικά τίποτα δε σε σώζει. Κατά πως φαίνεται ένα τρακαρισματάκι …αχ, μακάρι να ’ναι μικρό!                                                                                                                    
Αλλά γιατί δε με πήρε τηλέφωνο; Έπρεπε να με ειδοποιήσει Καλά στη δουλειά ήμουν και…το ξέρω Δε θέλει "γιατί να δίνεις δικαιώματα; Αν είναι κάτι σοβαρό…"
Να τώρα. Να μην ξέρω τι συμβαίνει; Aμελής, αμελής…Κι αν έχει χτυπήσει κι ο ίδιος;
Όχι, αυτό δεν κάνει να το λέω. Είναι γρουσουζιά λένε να μελετάς το κακό. Αχ, η μανούλα μου τα πίστευε.
"Το καλό, κόρη μου, να μελετάς. Το καλό. Και θα το λάβεις."
Πού είσαι τώρα μανούλα μου; Όσο ζούσες, δε σε φώναξα γλυκά. Όλο με το θυμό. Όλο με τα νεύρα. Γιατί; Γιατί, ποτέ δε σου ‘πα τι ήσουνα για μένα; Φοβόμουνα; Τι; εμένα; Εσένα; Mη με κυριεύσεις, μη δε μπορέσω πια ν’ ανασάνω; Άμυνα ήταν; Δεν ξέρω πια…Έφυγα νωρίς, παντρεύτηκα…Έμειναν τα λόγια χρωστούμενα με την αόριστη ελπίδα πως θα επιστραφούν. Κάποτε. Αγύριστα μείνανε…
Τι θέλω και τα θυμάμαι;
Ανησυχώ. Πολύ. Και τι χρησιμεύουν τα τηλέφωνα, κινητά κι ακίνητα, άμα δε χτυπάνε; Άμα δε σου διώχνουν το σφίξιμο στο στομάχι…
Εμένα, το στομάχι μου, πάντα με ‘πιανε στις αγωνίες μου…και τώρα ακόμη… Λες να ‘ναι καιρός ν’ αρχίσει να με πιάνει η καρδιά μου; Aυτά όλα τα ψυχοπαθολογικά…έχουνε το καθένα και την ηλικία του. Αρχικά η εποχή του στομαχιού, ακολούθως η εποχή της καρδιάς, του εγκεφαλικού…και ούτω.
…Κι άντε τώρα τροχαίες, ασφάλειες…μπλεξίματα. Τι μικρό και τι μεγάλο. Το ατύχημα μπελάδες φέρνει. Τουλάχιστον να μην υπάρχουν θύματα…Κακά τα ψέματα, όλα γίνονται, όλα φτιάχνονται, όλα διορθώνονται και μόνο ο θάνατος… Ούτε να το πω…Ούτε να το πω!
Αλλά αν…..αν  υπήρχαν…θύματα; Βέβαια, ο ίδιος είναι προσεχτικός. Έτσι λέει ο ίδιος τουλάχιστον. Τα τελευταία χρόνια, αστείο και να το σκεφτείς, δεν έχω όχι ταξιδέψει αλλά ούτε βόλτα. Ναι, ναι, ούτε βόλτα. Μια φορά… πήγαμε σ’ ένα  γάμο… στο γάμο της ξαδέρφης μου  της Κατερίνας στις Σέρρες πήγαμε με το πούλμαν που έβαλε ο μπάρμπας μου. Τι ιστορία και κείνη! Ε, δεν συνηθίζεται βλέπεις να γίνεται ο γάμος στο μέρος του γαμπρού… Και τις μεγάλες φιτιλιές ποιος τις έβαζε; … Για το ανεπίτρεπτο του πράγματος, τάχα μου… Ο αγαπημένος μου αντρούλης… απίστευτο γιατί αυτός ποτέ του δεν ανακατευόταν σε τέτοια … Να οικογενειακά θέματα. Τόσο μάλιστα που κάποτε στις αρχές είχα λίγο παρεξηγήσει τη στάση του. Λέω αυτός θα θέλει να με αποκόψει από τους δικούς μου. Αλλά έκανα λάθος, γιατί μου εξήγησε και κατάλαβα. Δεν αδιαφορούσε. Όχι, καθόλου. Νοιαζόταν και πολύ μάλιστα αλλά η φιλοσοφία του ήταν "όταν κλείνει η πόρτα μας Αντιγόνη μου, όλα μένουν απέξω. Εκτός κι αν την αφήσουμε ανοιχτή. Θέλεις ν’ αφήσουμε την πόρτα μας ανοιχτή; Να μη ζούμε τη δική μας ζωή; "
Ήθελα να ζούμε τη δική μας ζωή. Ήμουνα και πολύ ερωτευμένη. Και με τούτα και με κείνα ...μάλλον έφταιγα εγώ…ε, οι σχέσεις μου με τους δικούς μου …δεν ψυχράνθηκαν, όχι, υπήρχε…υπάρχει πάντα μεγάλη αγάπη ανάμεσά μας, μόνο … μόνο που δε βλεπόμαστε πια.
Είναι … κουράζεται στη δουλειά και μετά δε θέλει να πάμε πουθενά. Ε, και γω μόνη μου να πήγαινα; Πήγα μία, δύο… στο τέλος έκοψα. Θα παρεξηγούσαν και δεν ήθελα.
Τηλεφωνιόμαστε όμως συχνά. Άμα πιανόμαστε στο τηλέφωνο… με τις ώρες. Πληρώνω εγώ δηλαδή κανονίζω να πηγαίνω εγώ να πληρώνω το λογαριασμό. Όχι, που θα ‘λεγε τίποτα… μα καλύτερα …
Αυτή η δουλειά του μας έχει … τι να πω… τι να πω; Ωράρια απίθανα. Συνεργάτες ανάποδοι. Όλο τρικλοποδιές και μπερδέματα. Και να ‘ρχεται μετά με τα νεύρα… Χριστέ μου! Όταν τον βλέπω φουρτουνιασμένο, ξέρω. Ούτε που τρώει παρά αλλάζει και πάει μέχρι το εξοχικό μας – κοντά στη θάλασσα- να ηρεμήσει. Και μόνος του. Μόνο …πως γίναμε έτσι βρε παιδί μου; Πώς ξεκινάει κανείς… και πως καταλήγει…
Ο γάμος… ένα κοριτσίστικο όνειρο… άσπρο νυφικό, ένα σύννεφο τούλια, λουλούδια. Εκείνος. Εκείνος τελικά δεν ήταν ο πρίγκιπας με το άσπρο άλογο… Στην τράπεζα δούλευε καλοκαμωμένος , ευγενικός,….  μου δωσε ένα φιλί της άβγαλτης και ζαλίστηκα. Η θύμηση του εκείνου του φιλιού δεν μ’ άφησε να στεριώσω με άλλον άντρα…… . Πίστεψα πως ήταν το γραφτό μου κι άφησα τα όνειρά μου να τα πλέξουμε μαζί…
Μαζί … λες και γίνεται ένα αρνί κι ένας λύκος να ζευτούν μαζί…Γίνεται; δε γίνεται …Κι αν θέλει το αρνί να επιβιώσει πρέπει να σκεπαστεί με λυκοπροβιά και πάλι …και πάλι τίποτα δε θα καταφέρει… Ο λύκος θα το μυρίσει… Ο λύκος….
…………………………………………………………………………………………
Γιατί το είπα αυτό; Παλαβομάρες λέω … πάλι και πάλι…. Κάθε μέρα τα ίδια λέω…          Ποιος είναι ο λύκος και ποιος είναι τ΄ αρνί;
Κι αφού εγώ δεν είμαι ….. ναι δεν είμαι ….. δεν μπορώ να μαι…. Λύκος;  Πως θα ταν  δυνατό…
Μα τότε είμαι το αρνί; Είμαι εγώ που μαζεύω τον οίκτο; Είμαι εγώ που νοιώθω μόνη χαμένη; Τι ρωτάω…. Τι με ρωτάω!
Πνίγομαι. Πάντα όταν τα σκέφτομαι πνίγομαι. Και θέλω να πιω γιατί πνίγομαι και διψώ μαζί …. Περίεργο δεν είναι; Κι όταν πιω ηρεμώ και γίνονται όλα καλά και γίνονται όλα όπως πριν…. Όσο να μπει… όσο ν’ ανοίξει η πόρτα και να μπει μέσα….
Δεν την μπορώ αυτή την αναμονή! Όλο περιμένω περιμένω κάθε μέρα περιμένω …μια ζωή μου φαίνεται μια ζωή περιμένω…  μια ζωή!
Κι ύστερα παίρνω το ποτήρι και σιγά σιγά τα σβήνω …τα σβήνω ….
Είναι λάθος  λένε… λένε… έτσι λένε….
Ποιος στο διάβολο το λέει; Ποιος;
Να τανε να μην το θέλω….. Να μην το θέλω!
Μα δεν μπορώ …. Να χανόμουνα λέει… να σβηνα …. Έτσι να σβηνα  να μη με ήξερε κανείς ποτέ να  πέθαινα να πέθαινα να πέ…..
Να ναι εύκολο να πεθάνεις; Να ναι εύκολο να μην αποχαιρετήσεις τίποτα; Να ναι εύκολο …. Άμα σπάσω το μπουκάλι….. τ’ ακουμπήσω στη φλέβα….
Ένα βήμα είναι λένε….. Λένε; Προλάβανε άλλοι να τα πούνε για μένα πως νοιώθω τι νοιώθω
Και νομίζουνε πως τα ξέρουνε όλα τι θα κάνω τώρα κι αν θα σπάσω το μπουκάλι στα χέρια μου το ξέρουν κι αυτό σίγουρα το ξέρουν… Μέσα στις πιθανότητες κι αν το πετάξω κι αυτό επίσης.
Πανάθεμα! Μια λέξη δική μου να πω! Να μην την έχει πει κανείς για λογαριασμό μου! Πανάθεμα με κάθομαι και λέω τρέλες και παραμιλώ μ’ ένα μπουκάλι στο χέρι περιμένοντας ένα άλλο ηλίθιο που νομίζει πως τρώω κουτόχορτο που νομίζει πως δεν ξέρω που πάει τι κάνει !
……………………………………………………………………………….
Είμαι προβλέψιμη ε; Τα ξέρετε όλα; Όλα… όλα…. Όλα!
Στο διάβολο! Στο διάβολο όλοι και όλα και γω μαζί! Κι εγώ! Κι εγώ! Ας πάω στο διάβολο…….
Χα! Με νικήσατε νομίζετε;

Πυρκαγιά ξέσπασε σήμερα το μεσημέρι σε διαμέρισμα της οδού Σαρανταπόρου…. Η αιτία της πρόκλησης της πυρκαγιάς παραμένει άγνωστη.  Εικάζεται  ωστόσο  να προέκυψε από ανάφλεξη οινοπνευματωδών ποτών, καθώς βρέθηκαν πολλά μπουκάλια στο κατεστραμμένο διαμέρισμα
Ευτυχώς δεν υπήρξαν ανθρώπινα θύματα καθώς οι ένοικοι του, εκείνη την ώρα απουσίαζαν.

φωτογραφία: Μαρία Γεωργοπούλου

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

αναπάντητο

το θέρος μου χειμαζόμενο
η καρδιά μου μια λίμνη φωλιά
για την αξεδιάλυτη λύπη

θα σου στείλω μήνυμα
θα ναι νυχτωμένο το άδικο
θα φωνάξω πορτοκάλι
και πάλι θα βγεις

  νερό με πνίγει
νερό με λυτρώνει
-ακόμα ταξιδεύω στα μάτια σου;-


φωτογράφος: Παναγιώτης Παπαθεοδωρόπουλος

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

Καμιά φορά




Καμιά  φορά με λιγώνει η νύχτα με λιγώνει το περασμένο με βρίσκει μπόσικη η  θύμηση και με πιάνει το παράπονο. Ένας κόμπος εκεί βαθιά που δε λέει να βγει, δε λέει να τρέξει, να γίνει νερό, να ξεπλυθεί το θρύψαλο που με τρώει, μόνο θρύψαλο είναι. Ένα τρίμμα που σκάλωσε σε λάθος μεριά, σε παράδρομο ανεπίτρεπτο. Με πιάνει ένα παράπονο και θέλω να σου πω όλα μου τα γιατί να μην είναι λυπημένα
 τα χέρια μου άδεια είναι γιατί

Καμιά φορά με πιάνει το παράπονο
Για τα λόγια που λοξοδρόμησαν και ήρθαν για όσα με ξεχάσανε ξέχασα παραπέταξα
Με πιάνει το παράπονο για τα άδικα ειπωμένα  τα φυλαμένα κι όσα φυράνανε στη σιωπή κι όσα παράτολμα ανθήσανε και πνίγηκαν στη βιάση
Να πιανα να γύριζα το χρόνο ανάποδα και να σε βρω και σένα να σε ρωτήσω
 Tι να το κάνω το φιλί που στέκει λυπημένο

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Μια σχεδόν ασήμαντη ιστορία



Η ζωή μου είναι νερά της λίμνης. Ακύμαντα ήσυχα. Μπορεί ν’ ακούγεται βαρετό μα μ’ αρέσει…. Η αταραξία, μου δίδει ασφάλεια. Μπορώ να γίνομαι παρατηρητής και μέτοχος άλλων ζωών. Να βοηθώ χωρίς να χάνομαι.
Δεν θα μπορούσα να μαι θάλασσα. Όσο κι αν φαίνεται γοητευτικό δεν θα το άντεχα. Προτιμώ να μαι λίμνη και τα γεγονότα  να σταλάζουν μέσα μου σαν το φύλλωμα της κλαίουσας.
Ας είναι άλλοι κύματα και άνεμοι. Εγώ θα ζω δίχως τη γεύση της αρμύρας

Η ηρεμία στο πρόσωπό της. Η ευφορία για το συναπάντημα με το απλό είχε όνομα. Κλειώ
Οι δικές σου ιστορίες είναι ήμερες και γλυκές σαν και σένα της είχε πει ένας φίλος κάποτε. Τίποτε δεν τις σκιάζει. Δε σε τρομάζει αυτό;
Όχι, δεν την τρόμαζε. Οι όχθες της χωρούσαν περιπατητές και αναχωρητές που σταματούσαν για λίγο σίγουροι όλοι πως θα την ξανάβρισκαν εκεί που την άφησαν. .
Μπορώ να πω πως τη θαύμαζα. Μου φαινόταν σχεδόν ένα θαύμα η παρουσία της.
Χμ…. δυσπιστούσε η Ζηνοβία….. μου φαίνεται πως βιάζεσαι να κρίνεις. Άσε να τη δεις στα δύσκολα…. Άσε να της τύχουν αναποδιές και τα λέμε…..
Χμ.... επαναλάμβανε και μου σπαγε τα νεύρα

Μπα μπα αντιδρούσα εγώ. Η Κλειώ; Αφού δεν την ξέρεις τι μιλάς! Είναι Η Καλοσύνη σου λέω!

Πάντα έτσι σχεδόν έκλεινα τη συζήτηση. Δε δεχόμουν κουβέντα. Κι εκείνη επίσης. Και σαν μεγαλύτερη κατάφερνε να χει τον τελευταίο λόγο

Μην είσαι κουτή. Δεν λέω πως δεν είναι γλυκιά και καλή κι όπως τη λες μα σκέψου πως ζει…. Όλα βολικά όλα καλά της πάνε. Δε θα ταν παράλογο να φερόταν αλλιώς; Αλλά θα δεις κι αυτή θα θυμώσει και θα σκεφτεί αλλιώς…. Τώρα … μη βλέπεις τώρα….
Το τώρα έβλεπα. Τι να δω το αύριο που μου φαινόταν χίλια μίλια μακριά και μπορεί και να μην υπήρχε;

Όλα βολικά της πάνε…..

Άρχισα να μπερδεύομαι. Ήμουν κι εγώ πολύ πολύ νέα……

Κυλούσε η ζωή σε θάλασσες και λίμνες με νηνεμίες και αναταράξεις σαν όπως γίνεται και στη ζωή της Κλειώς ακόμα ψιλοπινελιές . Για να σπάει η μονοτονία του σίγουρα επερχόμενου.
Όταν η Κλειώ έκανε αναδρομή ή ανάτρεχε στα πίσω  της  ζωής της, δεν ξεχώριζε τα δέντρα απ’το δάσος.
Μόνο όταν στην παρέα το ‘φερνε η κουβέντα για παλιές μέρες κι ερχότανε η σειρά της να μιλήσει, ανακάλυπτε  αυτή και οι άλλοι,  τα σχεδόν της δικής διαφορετικότητας
Ζούσε ήσυχη ζωή. Παρακολουθούσε τα δρώμενα στην πολιτική, στην τέχνη στην κοινωνία.
Διάβαζε όσα συνέβαιναν σε άλλους, ενδιαφερόταν αλλά …ως εκεί. Η κοινωνική αδικία και αναλγησία δεν την άγγιζε.
Κι αν κάποτε κάτι άσχημο την αφορούσε, φυσική συνέπεια  δικής της αβλεψίας, ανικανότητας, κακού υπολογισμού.
Ποτέ δεν ένοιωσε ότι αδικήθηκε σκόπιμα. Επίτηδες. Από φθόνο ή κακία.
Ένα φεγγάρι έπιασε δουλειά στο λογιστήριο μιας εταιρείας κατασκευής γεωργικών μηχανημάτων. Μαζί μ’ αυτήν είχε προσληφθεί κι άλλη μια κοπελιά. Στο μήνα πάνω η Κλειώ απολύθηκε. Η άλλη έμεινε. Το φυσικότερο της φάνηκε. Εκείνοι οι αριθμοί, οι καταμετρήσεις,  ο έλεγχος κι άντε πάλι έλεγχος, εφιάλτης της είχαν γίνει.
Όταν πήρε το μαντάτο για «την έξοδο» μάλλον αναστέναξε με ανακούφιση.
« Και πολύ με άντεξαν », αναφώνησε.
Χρειαζόταν τα λεφτά αλλά και μια ζωή με αριθμούς δε θα το βάσταγε . Κι έτσι    « πήγε γι’ άλλα ».

Kι όλα κυλούσαν σχεδόν μακάρια.
Η δουλειά της με τα παιδιά την ικανοποιούσε, περισσότερο γιατί της άφηνε χρόνο.
Να κέρδιζε και το λαχείο!  Σκεφτόταν καμιά φορά. Τι θα ‘κανε αν…
Πολλά. Και τίποτα. Τα πολλά λεφτά σήμαιναν και πολλούς μπελάδες. « Καλά είμαστ’ έτσι.»
………………………………………………………………………………….
Μια φορά όμως ζορίστηκα.

Τι λες Κλειώ; Πότε;

Άμα σου λέω…. Με είδα και δε με αναγνώρισα
Ήτανε τότε που είχα πιάσει  δουλειά σ’ ένα εκκλησιαστικό ίδρυμα….. Ναι, μην απορείς καθόλου…. Πώς τυχαίνει καμιά φορά και βρίσκονται οι άσχετοι άνθρωποι στα άσχετα μέρη; Ε, έτσι έγινε και με μένα. Κάτι η ηρεμία, κάτι η γαλήνη και  η ομορφιά του τοπίου με μάγεψαν. Και γω που τα βλεπα όλα μια εικόνα στατική, ένα κάδρο που δε με περιείχε, έμεινα εκστατική από το περιβάλλον και θέλησα να ανήκω. « θα ’θελα να ζούσα εδώ ». είπα και ίσως χωρίς να συνειδητοποιώ τι έλεγα.  Μ’  άκουσαν, μου πρότειναν δουλειά …. Αυτό ήταν…..
Αλλά  πώς ήταν…..
Πως βλέπεις σε μακέτες εργοστάσια ακόμα και πόλεις ολόκληρες σε μικρογραφία; Έτσι κι εγώ βίωσα υπό κλίμακα τη ζωή των διακρίσεων. Ή μάλλον το να είσαι έκθετος σ’ αυτές. Και να πρέπει να επιβιώσεις.
Που λες
όλα εδώ ήτανε. Οι κάστες και οι κοινωνικές διαβαθμίσεις. Σαφείς οι κοινωνικές διατάξεις. Όλα όσα είχες ακούσει μα δεν είχες τύχει να ζήσεις. .Η προϊσταμένη, οι παρά τη προϊσταμένη   …οι λοιποί. Ανάλογη ήταν η φροντίδα, η περιποίηση, σύμφωνα με τη βαθμίδα. Άλλο φαγητό οι υψηλά ιστάμενοι άλλο οι χαμηλότεροι
Εμένα με ξέρεις μ’ αρέσει  ο αχταρμάς , το ανακάτεμα. Με στενοχωρούσαν όλα αυτά αλλά και πρόσεξε να δεις τώρα, τίποτα δεν έλεγα. Το δεχόμουν. Απλά το δεχόμουν. Ήταν το φυσικό μέρος ενός κόσμου που  τύχαινε να μην καταλαβαίνω..

Το ίδρυμα φιλοξενούσε παιδάκια, σχολικής κυρίως ηλικίας, που οι γονείς τους ,για διάφορους λόγους, δεν μπορούσαν να τα έχουν μαζί τους. Και σ’ αυτές τις περιπτώσεις συνήθως κάθε προσωπάκι ήταν ο καθρέφτης ενός δράματος.
Παιδιά  χωρισμένων γονιών. Καλύτερα πες, παιδιά που είχαν εγκαταλειφθεί από τις μητέρες τους στους πατεράδες κι εκείνοι μη μπορώντας το διπλό ρόλο τα ‘φερναν προσωρινά, έτσι πίστευαν οι ίδιοι, και τα εναπόθεταν εκεί για ασφάλεια.
Άλλων οι γονείς ήταν μετανάστες. Είχαν φύγει για λίγο, κυνηγώντας  το όνειρο μιας καλύτερης ζωής και ξεχάστηκαν.
Ν’ ακούς ιστορίες να σου σηκώνεται η τρίχα της κεφαλής σου…. Ν’ ακούς για γονείς που επιστρέφοντας, έπεφταν πάνω στα ίδια τους τα παιδιά και όχι δεν τα αναγνώριζαν αλλά και τα έστελναν να φωνάξουν τα βλαστάρια τους. Τι να σου λέω….
Κι όμως εκεί η προσφορά  αγάπης βρισκόταν σε έλλειμμα.
Το προσωπικό έπρεπε να βρίσκεται σε απόσταση από τα παιδιά. Όσο νεαρότερη η κοπέλα που ασχολιόταν μαζί τους τόσο δεν έπρεπε να βρίσκεται σε επαφή με τα μεγάλα κορίτσια. Οι κοριτσοκουβέντες, οι γλυκιές  ανοησίες των υπό εκκόλαψη δεσποινίδων ήταν απαγορευμένος καρπός. Ρουφιανιά και καρφώματα. Για τα ασήμαντα, τα πολύ καθημερινά.
Και γω…. Το πιστεύεις; Ήμουν σε δυσμένεια…. Πότε στο καλό με γνωρίσανε και διαπιστώθηκε η επικινδυνότητά μου δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι πως πολύ νωρίς μου έγινε σαφές με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο πως μόνο με τα μικρά τα πολύ μικρά παιδάκια θα είχα επαφή.
Και στο φαγητό μόνη.
Εκείνη τη χρονιά, μαζί με μένα , ήρθε κι ένα δεκατετράχρονο κορίτσι. Η Βάσω. Έτσι τη λέγανε. Την έφερε τρομαγμένη σχεδόν η μητέρα της. Εκείνη δούλευε νύχτα, αποκλειστική νοσοκόμα  και η κόρη μάθαινε τον έρωτα  μ’ ένα φαντάρο. Καταλαβαίνεις …..
Μια χαρά ήτανε το κορίτσι αλλά… αλλά σε ποιον να το πεις; Στο ίδρυμα προφανώς η μικρή ζορίστηκε και θες η πίεση θες η κλεισούρα θες κι ο φαντάρος που της έλειπε, η περίοδος της κόπηκε. Ξέσπασε σάλος.
. Κάλεσαν λοιπόν τη μάνα της, ήρθε η γυναίκα τρέχοντας που λέει ο λόγος, και της είπαν φάτσα φόρα πως η χαϊδεμένη της ήταν σε ενδιαφέρουσα. Η γυναίκα πάρα λίγο να πάθει αποπληξία. Το αποτέλεσμα; Mάνα και κόρη έφυγαν άρον άρον και παρότι δεν υπήρχε τελικά θέμα εγκυμοσύνης ο νεαρός, ο οποίος έτυχε να’ναι και γόνος-κληρονόμος πλουσίας οικογενείας, την απεκατέστησε, δόξα και τιμή. Τώρα αν αυτό ήταν και το καλύτερο για το κορίτσι …
………………………………………………………………………………
Κι ύστερα μια μέρα ψάχνοντας  τα πράγματά μου βρήκαν το ημερολόγιο μου κι έκαναν τα γραφόμενά μου το γύρο του ιδρύματος εφτά φορές που λένε
Με τούτα και με κείνα, άρχισα να βλέπω σημεία και τέρατα σ’ όλα τα πρόσωπα. Αδιάκριτα.
Στο ίδρυμα, τότε, ήταν δυο μικρά κοριτσάκια. Μικρά. Σχολείο,  μόλις πρώτη τάξη,  πήγαινε το μεγαλύτερο, η Αντωνία, ενώ το μικρότερο, η Χρυσούλα, ήταν γύρω στα τέσσερα.
Πολύ χαϊδεμένα και τα δύο. « Ποιος ξέρει τι δωροδοκία έπεφτε.. . Πλούτη… Έχουν δώσει πολλά λεφτά οι δικοί τους …» Τέτοια κι άλλα κυκλοφορούσαν πίσω απ’ τις κλειστές πόρτες και τα σφραγιστά στόματα για τις μικρούλες... όποιος κι  αν τα βλεπε θα τα λεγε  χαριτωμένα…Όλη μέρα στα πόδια του προσωπικού, ειδικά η Χρυσούλα. Μια στρογγυλή μπαλίτσα, ένα κατσαρό κεφάλι, μια μπερδεμένη γλωσσίτσα, ένα γέλιο αυτό το παιδί. Αδύνατο να μην το βάλεις στην καρδιά σου. Κι όμως εγώ τ’ αντιπαθησα. Απ’ την πρώτη στιγμή. Μου φαινόταν πως έφταιγε. Πως ήταν υπεύθυνο για την αδιαφορία που λάβαιναν τα άλλα παιδιά, που αντίκριζαν κλειστές πόρτες.  Και η αντιπάθειά  μου όσο πήγαινε ο καιρός τόσο μεγάλωνε με κορύφωση ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ όταν σύμπαν το ανώτερο προσωπικό ασχολήθηκε με το αφοδευτικό της Χρυσουλίτσας. Η κακομοιρούλα με τόσα που έβαζε στο στόμα της είχε γίνει δυσκοίλια Υπόφερε πολύ κι όλοι προσπαθούσαν να τη βοηθήσουν. Κόντευαν πια μεσάνυχτα όταν στους διαδρόμους του « σπιτιού » ήχησαν θριαμβευτικές κραυγές « Έκανε!  Η Χρυσούλα έκανε!»
Το τι έκανε η Χρυσούλα είναι ευκολονόητο, άσχετα που για λόγους σεμνοτυφίας δεν το φώναζε κανένας. Πάντως εκείνο το βράδυ, μόνο γιορτή που δε στήθηκε.
Δεν μπόρεσα να τ’ αγαπήσω. Ένοιωθα  βαθιά πληγωμένη για λογαριασμό των υπολοίπων παιδιών που έβλεπαν εφιάλτες, βρέχανε το κρεβάτι τους και κανείς δεν έδινε σημασία. Απλά αφήναν τον καιρό να δουλέψει. Περίμεναν. Ο καιρός γιατρός των πάντων κατά συνέπεια και των τροφίμων.
Σχεδόν τα μίσησα. Όσο κι  αν η λογική, μου  έλεγε πως αυτά ήταν « αθώα του αίματος τούτου », δεν μπόρεσα το συναίσθημα της απέχθειας να καταπνίξω. Το λίγο, τελικά, καιρό που έμεινα  « έγκλειστη », κρατήθηκα μακριά τους.
Έτσι το νοιωθα «εγκλεισμό». Κι όπως δεν ταίριαζα στο κλίμα και ήμουν σε διαρκή απομόνωση μετρούσα λεπτό λεπτό το χρόνο.  Δυο μήνες έμεινα εκεί. Ε, αυτοί οι δυο μήνες ήταν σαν να μην έζησα. Σαν να τους πέταξα.
Στους δυο μήνες απάνω αρρώστησε η μάνα μου. Κάτι στο δέρμα κι έπρεπε να κάνει ακτινοβολίες.. Κατάφερα με χίλια βάσανα να φύγω. Γι’ αυτό σου λέω ούτε φυλακή να μουν και πήρα το χαρτί της αποφυλάκισής μου
Στην αρχή μετά που βγήκα- ήμουν σαν ζωντανό που το χαν κλείσει σε κλουβί και δυσκολευόταν να προσαρμοστεί σε φυσικό περιβάλλον. Όλοι απορούσαν με μένα…. Είδα κι έπαθα να με ξαναβρώ…. αλλά δόξα σοι τω Γιαραμπή όλα λησμονιούνται. Τα ξέχασα κι εγώ. Όλους και όλα
Παντρεύτηκα.
 Πήγα στη Γερμανία μετά.
Καλά περνούσαμε. Υπήρχαν αρκετοί Έλληνες  που μας αγκάλιασαν αμέσως.
Μας  ζήτησαν  ν’ αναλάβουμε  και τη χορευτική ομάδα. Το κάναμε με χαρά. Άρεσε και στους δυο μας ο χορός κι ύστερα εκείνα τα παιδιά -κορίτσια όλα στην αρχή- ήταν μια εξαιρετική ποικιλία ατόμων
Οι αδερφές Καραμήτρου, η Ρούλα και η Χριστίνα, καταγωγή από την Ήπειρο, οι αδερφές Αποστόλου Χρύσα και Ιωάννα από τη Μακεδονία, η Στέλλα η Ζυγολάνη από τα Τρίκαλα, η Ντίνα η Ποντία και οι αγαπημένες μου αδερφές Παπαδάκη, τα Παπαδάκια όπως τις φώναζα, από την Κρήτη..
Οχτώ κορίτσια ήταν και μπορώ να πω πως δέσαμε και γίναμε σχεδόν φίλες. Με συγκινούσε η λαχτάρα τους να μάθουν, το πάθος για μια πατρίδα που δεν είχαν γνωρίσει.
Μιλούσαν με τον ιδιαίτερο τρόπο του τόπου καταγωγής τους κι ήτανε μια ευτυχία ν’ ακούς στο Γερμανικό καφέ όλες τις γλωσσικές μας αποχρώσεις ακόμα και εκφράσεις ξεχασμένες, που κανείς δε χρησιμοποιούσε πια.
Κι εμένα πιο πολύ, μ’ ευχαριστούσε  που μπορούσα να μιλώ της Κρήτης μου τη λαλιά μαζί με τις τρυφερές αδερφές
 Μια μέρα τα Παπαδάκια ήρθανε καταχαρούμενα να μου πούνε πως οι γονείς τους θέλουν  να με γνωρίσουν και να πάω λέει για καφέ.
Στο σπίτι τους.
Δεν ξέρω τι φαντάζεται καθένας άμα ακούει τον άλλο να λέει «ζω στην Ευρώπη» οπωσδήποτε όμως ένα σπίτι καλό. Μια ζωή όχι εύκολη ίσως αλλά άνετη οικονομικά.
Μια θλίψη αυτός ο καφές. Το σπίτι σαν και τα περισσότερα αυτής της χώρας ήταν χαμηλοτάβανο.
 Αυτά τα χαμηλά ταβάνια νόμιζα καμιά φορά πως θα μου καθίσουν στο στήθος.
Όλα πολύ καθαρά. Υπερβολικά νομίζω. Μα τι να κρύψουν….τα παράταιρα μεταξύ τους έπιπλα  –ποιος ξέρει από πού μαζεμένα-  είχαν έντονα τα σημάδια της φθοράς κι ας ήταν η  τριμμένη ταπετσαρία προσεχτικά καλυμμένη  με  κεντήματα απ’ την Ελλάδα, ενθυμήματα ίσως μιας κοριτσίστικης προίκας.

Η κουβέντα, γυρνούσε στην πατρίδα, σ’ αυτά που αφήσανε, στις δυσκολίες που βρήκαν….και τα παιδιά τους. Τα δυο κορίτσια που στην αρχή δεν μπορούσαν να τα έχουν μαζί τους.
Δεν τσιγκουνεύτηκα τα καλά λόγια για τις κοπέλες,  τα γλυκά μου Παπαδάκια. Όμορφες, ευγενικές, πρόθυμες χαμογελαστές. Τα καλύτερα μπορούσα μόνο να πω
« να ξερες κυρα-Κλειώ μου, πως ήταν στην αρχή….. δύσκολα! πολύ δύσκολα. Όταν πήραμε απόφαση να ξενιτευτούμε τα παδιά ήταν μικρά. Πώς θα τα καταφέρναμε; Πώς θα τα βολεύαμε με δυο μωρά; Ευτυχώς που βρέθηκε η ξαδέρφη μου και τα κράτησε στο ίδρυμα. Η Αντωνία μου και η Χρυσούλα μου…»

Ποιος λέει πως το κουτί που κρατάς τα δύσκολά σου θα μείνει κλειστό αιωνίως;

«η Αντωνία και η Χρυσούλα» επανέλαβα και ακριβώς δεν καταλάβαινα τι εννοούσαν. Για ποιες μιλούσαν;
Ο άνδρας ο κυρ Μανώλης είπε : « …ευτυχώς που βρέθηκε η ξαδέρφη μου και τα κράτησε στο ίδρυμα…»
Και ξανά είπα  σα χαζή «Η ξαδέρφη σας τα κράτησε στο ίδρυμα»

«…ναι, η ξαδέρφη μου καλή της ώρα. Και δεν γραφτήκανε στο ίδρυμα. Όοχι! Τα είχε …σα να ήταν δικά της μα  όχι για πολύ. Ούτε εκείνη μπορούσε να τα κρατά  αλλά κι εμείς…..

Άκουγε, χωρίς ν’ακούει. Σαν η φωνή να ερχόταν από μακριά.
«Κυρία Κλειώ, Δε νοιώθετε καλά τι πάθατε; »

 Ο αέρας βάρυνε..
Ζήτησε συγγνώμη, προφασίστηκε κάτι βιαστικό και σαν κυνηγημένη βγήκε τρέχοντας στο δρόμο.





Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

από πείσμα

πότε πότε βυζαίνω μια θλίψη
ενθάλπια
πότε πότε
αφήνομαι στην πικρή ηδονή
του  αλύπητου
υποκύπτω χωρίς τύψεις
δίχως έρμα κλυδωνίζομαι

ύστερα με πιάνει ένα πείσμα
ξεχασμένο
χαράζει πάντα σ' αυτή τη γη, λέω
και
άνω θρώσκω
-λίγα τα θέλω μου μα ως το τέλος-

foto by dimitris zarafonitis

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

στο ανάμεσα

μη με αγαπάς ήθελε να πει η γυναίκα στον άνδρα. δεν ξέρω τον τρόπο να ανήκω. αν ....

σαν να τη διάβασε ο άνδρας, γέλασε σιγανά και εκείνη ένοιωσε να τη τραβά δυνατά ένα στόμα,
ακριβώς πριν προλάβει να συμπληρώσει το συλλογισμό της
κι εκεί κάπου ανάμεσα στο φόβο του αγνώστου και τη λαχτάρα να συμβεί έπαψε.

 πίνακας: Gustav klimt, "Οι εραστές"

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

(τροποποίηση)



αν γύρισω αλλιώς το φακό μου
αν η γωνία πρόσπτωσης αλλάξει
αν η σκιά (μου) μικρύνει ή μακρύνει
και προπαντός
αν πιστέψω  το χώμα και εμπιστευτώ
το νερό σε σωστή αναλογία

ίσως η δραματική σκηνή που
 εκτυλίσσεται μακράν καίτοι εμπρός
να -μου-
φανερώσει το ιλαρόν του τραγικού
και
το τίμημα του θεάματος
αποκτήσει αντίκρισμα

foto by Rimantonaki Eleni

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Της ημέρας



......"κι ύστεραν μπήκαν στην πόλη οι οχτροί…
Ήρθαν τα τανκς και μαζί με την πύλη ποδοπάτησαν και τις λαχτάρες των παιδιών. Και πάνω στον πνιγμένο απ’ την αγωνία εθνικό ύμνο και την προδοσία της Κύπρου, θεμέλιωσε η χώρα μας τη μεταπολιτευτική περίοδο.
Η εξέγερση του Πολυτεχνείου έγινε σχολική γιορτή. Έγινε και αργία.
Κάθε χρόνο η κατάθεση στεφάνου και αυτός ήταν ο Νοέμβρης.
Έτσι ξοφλάμε το χρέος μας.
…………………………………………………………………………………….
Τα παιδιά του Νοέμβρη στάθηκαν αντιμέτωποι με τη βία. Κοίταξαν κατάματα τους ισχυρούς της εποχής και τους έφτυσαν. Πορεύτηκαν μοναχικό δρόμο. Όπως πορεύονται όλοι όσοι κοιτάζουνε κατάματα κι αντιμετωπίζουνε την αλαζονεία της εξουσίας.
Το Πολυτεχνείο ήταν-είναι μια πράξη αντίστασης που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, κάθε μέρα σ’ όλον τον κόσμο. Στην Τουρκία, στο Ζαϊρ, στην Αθήνα, την Πάτρα. Στην Κύπρο με το Σολωμόντα Σολωμού ν΄ανεβαίνει το κοντάρι. Μικρά και μεγάλα Πολυτεχνεία. Τα βλέπουμε; Τις μικρές και μεγάλες αντιστάσεις εδώ και αλλού στη γειτονιά του κόσμου.
Να μην κάνουμε το Νοέμβρη μουσειακή γιορτή που μόλις τελειώσει η μέρα, θα τη φυλάξουμε στο ντουλάπι και θα τη βγάλουμε ξανά του χρόνου.
Το Πολυτεχνείο Ζει και θα Ζει όταν οι ιδέες ζουν. Όταν γίνονται πράξη. Όταν πορευόμαστε στο δρόμο της αφύπνισης. Της εγρήγορσης. Όταν εσένα, εμένα, όλους, μας νοιάζει.
Να βρίσκει δικαίωση το Πολυτεχνείο.
Όχι στις μεγάλες κουβέντες.
Όχι στους πανηγυρικούς και τους λιβανωτούς.
Στην καθημερινότητα του σήμερα και του αύριο.

Και για μας τη γενιά του Πολυτεχνείου που το κουβαλάμε παράσημο που μας το χάρισαν ….
Ας αφήσουμε πια τους νεκρούς να κοιμηθούνε!

Η ζωή είναι εδώ και τα Πολυτεχνεία εδώ και ο αγώνας εδώ!"

(από ομιλία μου ανήμερα 17 του Νοέμβρη 1996)

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Ν Ε Α Ρ Χ Ο Σ Α Ν Δ Ρ Ο Τ Ι Μ Ο Υ , Κ Ρ Η Σ





Γράφει ο Βασίλης Γ. Χαρωνίτης 


Τον τελευταίο καιρό και με αφορμή τα ευρήματα στον τάφο της Αμφίπολης,
πολλοί, κάνοντας υποθέσεις για την ταυτότητα του νεκρού αναφέρονται στο Νέαρχο,
που τον θεωρούν γέννημα της Αμφίπολης, με ρίζα Κρητική.
Η αλήθεια όμως είναι διαφορετική. Ο Νέαρχος γεννήθηκε πιθανότατα στη Λατώ,
μια σημαντική πόλη της αρχαίας Κρήτης, κοντά στο σημερινό Άγιο Νικόλαο .
Ο πατέρας του, Ανδρότιμος, κρατούσε από παλιά οικογένεια ναυτικών και
μετανάστευσε στην Αμφίπολη περί το 344 π.Χ.
Ο Αρριανός ,στην « Ινδική» του είναι κατηγορηματικός: «Νέαρχος Ανδροτίμου ,το
γένος μεν Κρης, ώκεε δε εν Αμφιπόλει τη επί Στρυμόνι...».
Φαίνεται ότι η φήμη του Ανδρότιμου είχε φτάσει στο Φίλιππο ο οποίος όχι μόνο
τον καλοδέχτηκε (ίσως από υστεροβουλία για να τον έχει βοηθό στο στόλο που ήθελε
να κατασκευάσει) , αλλά διάλεξε και το μικρό (ίσως 12χρονο) Νέαρχο να τον βάλει
ανάμεσα στα παιδιά των ευγενών της Πέλλας, της Αμφίπολης κ.λ.π. και να γίνει ένας
από τους καλύτερους φίλους και αργότερα συμπολεμιστές του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Μεγαλώνοντας ο Νέαρχος κοντά στον Αλέξανδρο ,άκουσε τον Αριστοτέλη και
τους άλλους δασκάλους που ο Φίλιππος είχε καλέσει για τη μόρφωση του γιου του
και με τα φυσικά του προσόντα διακρίθηκε παντού.
Πήρε μέρος στη μάχη της Χαιρώνειας καθώς και στις άλλες πολεμικές ενέργειες
του Αλέξανδρου πριν από τη μεγάλη εκστρατεία.
Ορίστηκε «Χιλίαρχος των υπασπιστών» και με αυτό το αξίωμα πέρασε, μαζί με τον
υπόλοιπο στρατό, στην Ασία.
Πιθανότατα στο Νέαρχο, λόγω καταγωγής, οφείλεται και ο μεγάλος αριθμός
Κρητών πολεμιστών, ιδίως τοξοτών, που κατατάχτηκαν σ’εκείνη την πανελλήνια
εκστρατεία. Αναφέρεται ότι οι μισοί από τους τοξότες του Μεγάλου Αλεξάνδρου
ήσαν Κρητικοί.
Ως «Χιλίαρχος των υπασπιστών» ο Νέαρχος πήρε μέρος στη μάχη του Γρανικού και
στις υπόλοιπες μάχες της περιοχής της σημερινής Μικράς Ασίας.
Λόγω των προσόντων του ο Αλέξανδρος τον όρισε «Σατράπη της Λυδίας».Σ’ αυτή
τη θέση έμεινε 5 χρόνια μέχρι το 328 π.Χ. οπότε ξαναγύρισε στη μάχιμη θέση του με
το βαθμό του στρατηγού όπου και πάλι αρίστευσε.
Το μεγαλύτερο και σημαντικότερο όμως κατόρθωμά του ήταν «ο
Περίπλους»,δηλαδή η πρωτοφανής ναυτιλιακή εξερεύνηση των παραλίων του
Ινδικού Ωκεανού, για την οποία ο Γάλλος υποναύαρχος Jurien de la Graviere
έγραψε:»το ταξίδι του Νεάρχου είναι ο προθάλαμος του ιερού των μεγάλων
εξερευνήσεων. Η γενική ιστορία της ναυσιπλοΐας θα ήτο ελλειπής, εάν δεν εγνωρίζαμεν
την αφήγησιν του κατορθώματος του γενναίου αυτού προγόνου όλων των μεγάλων
θαλασσοπόρων»
Δικαιωματικά, επομένως, ο Στέφανος Βυζάντιος είπε ότι ο Νέαρχος υπήρξε «των
Αλεξάνδρω τω Μεγάλω συστρατευσαμένων ο διασημότατος».
Επιβραβεύοντας την αφοσίωση ,κυρίως όμως τη στρατηγικότητα και τη
γενναιότητα του μεγάλου Κρητικού, ο Αλέξανδρος τον τίμησε με χρυσό στεφάνι,
αλλά έκαμε και κάτι άλλο:Έχτισε και παραχώρησε στους βετεράνους Κρητικούς
πολεμιστές ολόκληρη πόλη που σύμφωνα με τον ιστορικό του 1ου
αιώνα π.Χ.
Διόδωρο « έκειτο επί της οδού της αγούσης από των ακτών της Παμφυλίας εις
Φρυγίαν» (θεωρείται ότι βρισκόταν Β. της Αττάλειας ,ίσως είναι η σημερινή πόλη
Σουζόν) και την ονόμασε «Κρητόπολιν». ..
Μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου (στον οποίο ο Νέαρχος ήταν
παρών), οι γνώμες για το μεγάλο Κρητικό διχάζονται. Ο Φώτης Κόντογλου
γράφει: «Πεθαίνοντας ο Μέγας Αλέξαντρος, ο Νέαρχος κράτησε την αρχηγία απάνου
στα καράβια. Λένε μάλιστα πως πήρε μαζί του κάμποσα από δαύτα, και τράβηξε
από τη θάλασσα της νοτιάς, που την ήξερε καλά, κι αρμένισε κάμποσο διάστημα στα
νερά της Αβησσυνίας και της Μοζαμβίκης, με σκοπό να πάρει βόλτα την Αφρική και
να’μπει στη Μέσα Θάλασσα από το μπουγάζι του Γιβραλτάρ .και πως τον άρπαξε μια
φουρτούνα και τον πέταξε σε κάποια στερηά της Αμερικής, και πως εκεί πέθανε και
κει βρέθηκε το μνημόρι του» Άλλοι όμως μελετητές υποστηρίζουν « πως ξαναπήρε
την παλαιά του σατραπεία ,της Λυκίας και Παμφυλίας».Κατά τον Διόδωρο « το 317
π.Χ. ο Νέαρχος είχε συμμαχήσει με το σατράπη της Μεγάλης Φρυγίας,Αντίγονο...»Το
όνομα του αναφέρεται κατόπιν το 315 π.Χ. « οπότε επιμελήθηκε τη ναυπήγηση
του ισχυρού στόλου του Αντιγόνου στη Φοινίκη...»Το 312 π.Χ. τον βρίσκουμε
σύμβουλο και κηδεμόνα του Δημήτριου του Πολιορκητή. Κατόπιν τα ίχνη του
χάνονται. Πιθανολογείται πως ο Νέαρχος σκοτώθηκε το καλοκαίρι του 301 π.Χ. στη
μάχη της Ιψούς...Ο τάφος του δεν είναι γνωστός.
«Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος»...

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Κοιτάζοντας τους εραστές



Να περάσουν απαρατήρητοι θέλουν
Τους προδίδει ο θόρυβος. Τα χνάρια που αφήνουν στη βιάση τους …το χρώμα του αιμάτου που τους τυλίγει πότε στο ζωηρό του κόκκινο και πότε στο χαλασμένο σκούρο του, το σχεδόν μαύρο

Ντυμένοι γυμνοί.
Γυμνοί πιο γυμνοί κι απ’ την ώρα που γεννηθήκανε, πιο γυμνοί κι απ’ την ώρα που πεθαίνουν

Μυρίζουν. Επιθυμία. Επιθυμία και έρωτα. Επιθυμία και απόγνωση, επιθυμία πάντα επιθυμία.
Δίχως  ηλικία, παρελθόν, μέλλον. Σίγουρα όχι μέλλον. Παρόν. Μόνο.
Για να περνούν το σκοτεινό  ποτάμι.
Κάθε όποτε.
Κάθε ενεστώτα αναγκεμένο.
Για τη βασιλική την ώρα και την ώρα της υποταγής.
Που σ’ αυτήν μνόσκουν  

foto Μαρία Κοσσυφίδου

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

βρέχει
δύσκολο να μιλάς ηλιοφώτινα
σήμερα τυλίγεσαι στο μποξά
της μάνας σου
κουκουλώνεσαι από κορφής
ίσαμε να ξεμάθεις το δεδομένο
ίσαμε να λυπηθείς το νερό
ίσαμε να αγαπήσεις το άλλο

γυρεύεις πολύ τ' όνομά σου
να μάθεις
γυρεύεις πολύ στα τεχνότροπα
βήματα
ένα ξένο σε καλεί
μια μυρωδιά που δεν ξέρεις
σε θέλγει

ίμερε ανήμερε  θα βγω στη βροχή

να πεζέψω τις λέξεις μου
 να ξεπεζέψω τους φόβους μου
  στη βροχή
 ανήμερε ίμερε

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

καμιά φορά

ένα φορτίο μελαγχολίας διαχειρίζομαι
από πάντα
-έτσι  θυμάμαι τουλάχιστον-

το παίρνω από δω το αφήνω εκεί
μέσα στα συνηθισμένα  μικρά μου
ανάμεσα
 στα γεμιστά και στις μελιτζάνες ιμάμ
στο πάτωμα που ολοένα μαζεύει
αδιάφορα
και στα ρούχα που στοιβάζονται
με ρυθμό αναγνωστικής ικανότητας
επιτηδείου
-αδυνατώ- να- το- εγκαταλείψω-

καμιά φορά η μέρα μου φυλάει μια
έκπληξη καλοσύνης

τις πιο πολλές φορές είναι μια φράση
κοινή ξεχασμένη
από κείνες του σωρού

είναι σαν το καλημέρισμα του οικείου
χέρι καθημερινό σπλαχνικό κι ανάερο
ανασηκώνει το βάρος

και μπορώ να κλάψω
ελεύθερα

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

λογικό

και στο τέλος τέλος
-τι θαρρείς .....-
κι ο ποιητής
άλλο δεν είναι 
παρά σκαρί που ταξιδεύει λέξεις

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

σώσμα

ποιος ταξιδεύει ελάχιστα κι έχει τ' αμπάρια του γεμάτα;
κανείς. έτσι μου πανε. κανείς.
ούτε μονόλεπτο για έχος δεν αποσώνεται
σ' όποιον δεν ξέρει πως είναι το παραπάνω βήμα

αυτό έκανα κι εγώ.
κι όλο βηματισμούς μέτρησα στη ζωή μου.


ό,τι μου έχει απομείνει
είναι γραμμές μες στο  τεφτέρι
του απολογισμού που
αδυνατώ να τις διαβάσω



Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

Αν...

τώρα που είναι ο καιρός
των πληρωμών
θέλω τούτο να
καταθέσω

αν μου χρωστά κανείς
ας μην τον φέρει η λύπη
εδώ
ούτε ο φόβος πως θα τον
βαρύνω με οφειλές
δυσβάσταχτες

να βάλει ρούχο ελαφρό
να ντυθεί μέρα που δεν
κουβαλά φόρο παράδοσης
παρά μόνο εύφορο βράδυ
μόνο μια χλωρή καρδιά
μια στάλα λύτρωσης σε δάκρυ
έστω

αν μου χρωστά κανείς
ας έρθει μόνο από αγάπη

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

Eπιβάρυνση

Οι μέρες
Γέμισαν σημάδια
Ο κόσμος σκόνη
δρόμοι και πλατείες
σπίτια και μαγαζιά
Και ήρθεν η αναπνοή
Κι έγινε
Κόπος βαρύς
Και εζητήθη με βοή Έλεος


Έλεος! Έλεος! Έλεος!
Τρις
Και ύστερα γονάτισεν το πλήθος
Αναμένοντας

Και εισακούστηκε
Ήρθεν άνεμος σαρωτής
καθαριστής
σε δρόμους και πλατείες
σπίτια και μαγαζιά
Και ήρθεν η ανάσα
Στο φυσικό της
Και το πλήθος
Εσκόρπισε γελούμενο
Ότι όλα εν τάξει ήσαν

Οι
Λέξεις έμειναν
Ξεχασμένες
Αθέατες
Ως μηδέποτε
ειπωμένες
Και
Μη ξέροντας πώς να κινηθούν
Κρυμμένες έμειναν

Σαν απορία παιδική

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Aνεπαισθήτως



Ένα δυνάστη εαυτό κουβαλώ. Θέλει κι απαγορεύει. Ταυτόχρονα.
Μια στραγγισμένη ματιά καταδέχεται κι αυτή ίσαμε κει. Πού είναι το εκεί; Εκεί που αρχίζω ή εκεί πού τελειώνω;
Κι αν είναι η αρχή πού είναι η δύναμή μου;
Κι αν είναι το τέλος πού η σοφία μου;

(Ω, σάρκα αδύναμη…πόσο ανέξοδα σπαταλιέσαι…ούτε ένα διλημματικό μπρος πίσω να μη σου βρίσκεται… )

Φθινοπώριασε
Κάθομαι στη μέση κήπου γεμάτου ξερόφυλλα. Φυσά αέρας και τρεμουλιάζω. Φυσά αέρας, σαρώνει τις σκέψεις. Ένα γυαλί η μέρα και θαμπώνει. Ένας καθρέφτης και σκιάζεται.
Αγάπη μου ακριβή, ευγενική μου λύπη, Έρωτα μπορεί και να σ’ ονόμαζα
(αν το ποτάμι δεν είχε τη δύναμη.)

foto by Maria Kossyfidou

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

ακροθιγώς

 ζητάς νερό. είναι που ξύπνησες  από  ύπνο εποχιακό
κι όχι την άνοιξη παρά ντάλα καλοκαίρι.
στεγνός ίδιο φρύγανο έτοιμο να λαμπαδιάσεις στην ελάχιστη ίσκα.
σώμα του υγρού δρόμου, ούτε φόβος ούτε λύπη, μόνο αυτή η ανέχεια, μόνο το ελλειμματικό ισοζύγιο
ποιος πουλεί και ποιος αγοράζει;
μόνος ο αναγκαίος λόγος.
μόνος. ότι  αυτός ξάφρισε της αλαζονείας το σπίτι
δίκαιος ο θρήνος δίκαιος
 έτσι λέμε πια

(ιστορημένη η γραφή έτοιμη προς διάθεση)

φωτογραφία Μαρία Βασιλοπούλου

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

 Μέρη Λιόντη "Θέρος το χειμαζόμενον"
 - Εκδ. Σαιξπηρικόν.
 Παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα, την Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014 - στον εξαιρετικό αύλιο χώρο του βιβλιοπωλείου Λεμόνι - Ηρακλειδών 22, Θησείο.

Παρουσιαστές
Μαρία Ροδοπούλου, ποιήτρια, Ματθαίος Ματθαιάδης, ποιητής

Συμμετέχουν μουσικά

 Μίνα Δάκου, τραγούδι
Γιώργος Καραμούτσιος,
κιθάρα


Θα χαρώ να σας δω!

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

μιλημένο

κάθομαι στο περβάζι. ακόμα τοποθετούμαι σ' ένα ανάμεσα και κοιτώ. η θέα μου είναι μια αξεδιάλυτη ρύση. ακόμα θολωμένος ο ορίζοντας. ακόμα αχνισμένη η λέξη. ακροβατεί στην απόσταση. από το όχι ίσαμε το ναι
. πως σε λένε με ρωτώ δεν ξέρω λέω. ακόμα ψάχνω το σωστό όνομα.
 να το ξέρετε.  τρεις νύχτες φοράω στη μέρα μου.
 αχ ....πέστε μου τραγούδια από κείνα τα παλιά ν' αναστηθεί η ψυχή μου..

φωτογραφία Σπύρος Μαρούλης

Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

Ανώφελα



Θα ανταμώσουμε ξανά
-εσύ και γω-

Και θα μαστε δυο ξένοι

Μπορεί να μας γνωρίσουν
Απ’ την αρχή
Και να χαιρετηθούμε ευγενικά
-αν αυτό η περίσταση επιβάλει-
Μα πια το ξέρω
τα μάτια ούτε λεπτό δε
Θα σταθούν
Στο σώμα που κάποτε επόθησαν
(έτσι κι αλλιώς κι αυτό
θα χει χαθεί
Θυσία σ’ ένα χρόνο
Σαρκοβόρο)

Μόνο μια μνήμη κουτσή
Μ’ επιμονή θ’ αναζητά
-νοσταλγικά-
Το τι αγνοώντας

Γνώση ανώφελη

Άλλωστε
Αύγουστος πια
……………………………………………………………………………………



(κι οι μέρες κρίματα θα σέρνουν….)

*από τη συλλογή "Θέρος το Χειμαζόμενον" εκδόσεις Σαιξπηρικόν



Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

χαϊκού

Της άμμου τρίμμα

στης άγνοιας τη μέρα.
η  υστεροφημία

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

ερμηνεία



η ιστορία μας
-αν είχαμε ποτέ -
θα είχε τακτοποιηθεί και ίσως ξεχαστεί
αν  ήξερα από κώδικες και κωδικούς
θα  την ερμήνευα από νωρίς ως
μιας εσωτερικής αποδημίας υπόθεση
αλλά βλέπεις ήθελε κι αυτό το χρόνο του
και που να βρεθεί με τόσα μέτωπα ανοιχτά
με τόσα ενδημικά παράσιτα
χάνεται το παρόν
και η λύση όταν βρίσκεται
άκαιρη

αυτό έφταιξε και σε κράτησα παρατύπως
 σε πλευρική μετόπη
τους ήμερους λύκους να ξεχνώ και τα θρηνητικά
πουλιά
που τραγουδούν τη νύχτα

φωτογραφία Ελένη Ρημαντωνάκη

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Aδυναμία

Να σουν εδώ
τις λέξεις μου τις
άταρες να δυναμώσεις
Φτώχυνε η ζωή μας κι ό,τι μας
έμεινε λιγνεύει

πού  είναι ο καιρός
για ποίηση
που ναν’ οι ποιητές
Ρωτάω
μπας και σηκώσουνε τις μέρες
που φέρανε άρον των άρον
της ανοχής οι έρωτες

Να σουν εδώ και να ξεχνούσα
Τις  ώρες χρόνους που γίνανε
Ασήκωτες
-πώς να τις σύρεις πού….-

Αχ, και να μ’ έπαιρνες την Αγκαλιά
της Λήθης…..

Δε μου χουν  μείνει παρά ιδέες
ξεφυσίδια
Και δάκρυα
-νομίζω σου το χα πει-
Δακρύζουν εύκολα
Τούτα τα μάτια

Είναι
-καμιά φορά το σκέφτομαι έτσι-
Είναι που τα γόνατα
εξασθένησαν ακόμα
Κι η ψυχή μόνη
στην ανηφόρα
Αδύναμη

Να σουν εδώ…
Να με πάρεις
αγκαλιά
Μόνο

Λείπεις
μου λείπεις

Και δεν μπορώ ούτε αυτό
Να πω

Φιλώ σου
Τα μάτια
Τα θλιμμένα 

 Το ποίημα δημοσιευμένο εδώ, σε μια παρουσίαση δουλειάς της ομάδας C.R.A.F.T. 
η φωτογραφία ανήκει στον Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλο