Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Μια σχεδόν ασήμαντη ιστορία



Η ζωή μου είναι νερά της λίμνης. Ακύμαντα ήσυχα. Μπορεί ν’ ακούγεται βαρετό μα μ’ αρέσει…. Η αταραξία, μου δίδει ασφάλεια. Μπορώ να γίνομαι παρατηρητής και μέτοχος άλλων ζωών. Να βοηθώ χωρίς να χάνομαι.
Δεν θα μπορούσα να μαι θάλασσα. Όσο κι αν φαίνεται γοητευτικό δεν θα το άντεχα. Προτιμώ να μαι λίμνη και τα γεγονότα  να σταλάζουν μέσα μου σαν το φύλλωμα της κλαίουσας.
Ας είναι άλλοι κύματα και άνεμοι. Εγώ θα ζω δίχως τη γεύση της αρμύρας

Η ηρεμία στο πρόσωπό της. Η ευφορία για το συναπάντημα με το απλό είχε όνομα. Κλειώ
Οι δικές σου ιστορίες είναι ήμερες και γλυκές σαν και σένα της είχε πει ένας φίλος κάποτε. Τίποτε δεν τις σκιάζει. Δε σε τρομάζει αυτό;
Όχι, δεν την τρόμαζε. Οι όχθες της χωρούσαν περιπατητές και αναχωρητές που σταματούσαν για λίγο σίγουροι όλοι πως θα την ξανάβρισκαν εκεί που την άφησαν. .
Μπορώ να πω πως τη θαύμαζα. Μου φαινόταν σχεδόν ένα θαύμα η παρουσία της.
Χμ…. δυσπιστούσε η Ζηνοβία….. μου φαίνεται πως βιάζεσαι να κρίνεις. Άσε να τη δεις στα δύσκολα…. Άσε να της τύχουν αναποδιές και τα λέμε…..
Χμ.... επαναλάμβανε και μου σπαγε τα νεύρα

Μπα μπα αντιδρούσα εγώ. Η Κλειώ; Αφού δεν την ξέρεις τι μιλάς! Είναι Η Καλοσύνη σου λέω!

Πάντα έτσι σχεδόν έκλεινα τη συζήτηση. Δε δεχόμουν κουβέντα. Κι εκείνη επίσης. Και σαν μεγαλύτερη κατάφερνε να χει τον τελευταίο λόγο

Μην είσαι κουτή. Δεν λέω πως δεν είναι γλυκιά και καλή κι όπως τη λες μα σκέψου πως ζει…. Όλα βολικά όλα καλά της πάνε. Δε θα ταν παράλογο να φερόταν αλλιώς; Αλλά θα δεις κι αυτή θα θυμώσει και θα σκεφτεί αλλιώς…. Τώρα … μη βλέπεις τώρα….
Το τώρα έβλεπα. Τι να δω το αύριο που μου φαινόταν χίλια μίλια μακριά και μπορεί και να μην υπήρχε;

Όλα βολικά της πάνε…..

Άρχισα να μπερδεύομαι. Ήμουν κι εγώ πολύ πολύ νέα……

Κυλούσε η ζωή σε θάλασσες και λίμνες με νηνεμίες και αναταράξεις σαν όπως γίνεται και στη ζωή της Κλειώς ακόμα ψιλοπινελιές . Για να σπάει η μονοτονία του σίγουρα επερχόμενου.
Όταν η Κλειώ έκανε αναδρομή ή ανάτρεχε στα πίσω  της  ζωής της, δεν ξεχώριζε τα δέντρα απ’το δάσος.
Μόνο όταν στην παρέα το ‘φερνε η κουβέντα για παλιές μέρες κι ερχότανε η σειρά της να μιλήσει, ανακάλυπτε  αυτή και οι άλλοι,  τα σχεδόν της δικής διαφορετικότητας
Ζούσε ήσυχη ζωή. Παρακολουθούσε τα δρώμενα στην πολιτική, στην τέχνη στην κοινωνία.
Διάβαζε όσα συνέβαιναν σε άλλους, ενδιαφερόταν αλλά …ως εκεί. Η κοινωνική αδικία και αναλγησία δεν την άγγιζε.
Κι αν κάποτε κάτι άσχημο την αφορούσε, φυσική συνέπεια  δικής της αβλεψίας, ανικανότητας, κακού υπολογισμού.
Ποτέ δεν ένοιωσε ότι αδικήθηκε σκόπιμα. Επίτηδες. Από φθόνο ή κακία.
Ένα φεγγάρι έπιασε δουλειά στο λογιστήριο μιας εταιρείας κατασκευής γεωργικών μηχανημάτων. Μαζί μ’ αυτήν είχε προσληφθεί κι άλλη μια κοπελιά. Στο μήνα πάνω η Κλειώ απολύθηκε. Η άλλη έμεινε. Το φυσικότερο της φάνηκε. Εκείνοι οι αριθμοί, οι καταμετρήσεις,  ο έλεγχος κι άντε πάλι έλεγχος, εφιάλτης της είχαν γίνει.
Όταν πήρε το μαντάτο για «την έξοδο» μάλλον αναστέναξε με ανακούφιση.
« Και πολύ με άντεξαν », αναφώνησε.
Χρειαζόταν τα λεφτά αλλά και μια ζωή με αριθμούς δε θα το βάσταγε . Κι έτσι    « πήγε γι’ άλλα ».

Kι όλα κυλούσαν σχεδόν μακάρια.
Η δουλειά της με τα παιδιά την ικανοποιούσε, περισσότερο γιατί της άφηνε χρόνο.
Να κέρδιζε και το λαχείο!  Σκεφτόταν καμιά φορά. Τι θα ‘κανε αν…
Πολλά. Και τίποτα. Τα πολλά λεφτά σήμαιναν και πολλούς μπελάδες. « Καλά είμαστ’ έτσι.»
………………………………………………………………………………….
Μια φορά όμως ζορίστηκα.

Τι λες Κλειώ; Πότε;

Άμα σου λέω…. Με είδα και δε με αναγνώρισα
Ήτανε τότε που είχα πιάσει  δουλειά σ’ ένα εκκλησιαστικό ίδρυμα….. Ναι, μην απορείς καθόλου…. Πώς τυχαίνει καμιά φορά και βρίσκονται οι άσχετοι άνθρωποι στα άσχετα μέρη; Ε, έτσι έγινε και με μένα. Κάτι η ηρεμία, κάτι η γαλήνη και  η ομορφιά του τοπίου με μάγεψαν. Και γω που τα βλεπα όλα μια εικόνα στατική, ένα κάδρο που δε με περιείχε, έμεινα εκστατική από το περιβάλλον και θέλησα να ανήκω. « θα ’θελα να ζούσα εδώ ». είπα και ίσως χωρίς να συνειδητοποιώ τι έλεγα.  Μ’  άκουσαν, μου πρότειναν δουλειά …. Αυτό ήταν…..
Αλλά  πώς ήταν…..
Πως βλέπεις σε μακέτες εργοστάσια ακόμα και πόλεις ολόκληρες σε μικρογραφία; Έτσι κι εγώ βίωσα υπό κλίμακα τη ζωή των διακρίσεων. Ή μάλλον το να είσαι έκθετος σ’ αυτές. Και να πρέπει να επιβιώσεις.
Που λες
όλα εδώ ήτανε. Οι κάστες και οι κοινωνικές διαβαθμίσεις. Σαφείς οι κοινωνικές διατάξεις. Όλα όσα είχες ακούσει μα δεν είχες τύχει να ζήσεις. .Η προϊσταμένη, οι παρά τη προϊσταμένη   …οι λοιποί. Ανάλογη ήταν η φροντίδα, η περιποίηση, σύμφωνα με τη βαθμίδα. Άλλο φαγητό οι υψηλά ιστάμενοι άλλο οι χαμηλότεροι
Εμένα με ξέρεις μ’ αρέσει  ο αχταρμάς , το ανακάτεμα. Με στενοχωρούσαν όλα αυτά αλλά και πρόσεξε να δεις τώρα, τίποτα δεν έλεγα. Το δεχόμουν. Απλά το δεχόμουν. Ήταν το φυσικό μέρος ενός κόσμου που  τύχαινε να μην καταλαβαίνω..

Το ίδρυμα φιλοξενούσε παιδάκια, σχολικής κυρίως ηλικίας, που οι γονείς τους ,για διάφορους λόγους, δεν μπορούσαν να τα έχουν μαζί τους. Και σ’ αυτές τις περιπτώσεις συνήθως κάθε προσωπάκι ήταν ο καθρέφτης ενός δράματος.
Παιδιά  χωρισμένων γονιών. Καλύτερα πες, παιδιά που είχαν εγκαταλειφθεί από τις μητέρες τους στους πατεράδες κι εκείνοι μη μπορώντας το διπλό ρόλο τα ‘φερναν προσωρινά, έτσι πίστευαν οι ίδιοι, και τα εναπόθεταν εκεί για ασφάλεια.
Άλλων οι γονείς ήταν μετανάστες. Είχαν φύγει για λίγο, κυνηγώντας  το όνειρο μιας καλύτερης ζωής και ξεχάστηκαν.
Ν’ ακούς ιστορίες να σου σηκώνεται η τρίχα της κεφαλής σου…. Ν’ ακούς για γονείς που επιστρέφοντας, έπεφταν πάνω στα ίδια τους τα παιδιά και όχι δεν τα αναγνώριζαν αλλά και τα έστελναν να φωνάξουν τα βλαστάρια τους. Τι να σου λέω….
Κι όμως εκεί η προσφορά  αγάπης βρισκόταν σε έλλειμμα.
Το προσωπικό έπρεπε να βρίσκεται σε απόσταση από τα παιδιά. Όσο νεαρότερη η κοπέλα που ασχολιόταν μαζί τους τόσο δεν έπρεπε να βρίσκεται σε επαφή με τα μεγάλα κορίτσια. Οι κοριτσοκουβέντες, οι γλυκιές  ανοησίες των υπό εκκόλαψη δεσποινίδων ήταν απαγορευμένος καρπός. Ρουφιανιά και καρφώματα. Για τα ασήμαντα, τα πολύ καθημερινά.
Και γω…. Το πιστεύεις; Ήμουν σε δυσμένεια…. Πότε στο καλό με γνωρίσανε και διαπιστώθηκε η επικινδυνότητά μου δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι πως πολύ νωρίς μου έγινε σαφές με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο πως μόνο με τα μικρά τα πολύ μικρά παιδάκια θα είχα επαφή.
Και στο φαγητό μόνη.
Εκείνη τη χρονιά, μαζί με μένα , ήρθε κι ένα δεκατετράχρονο κορίτσι. Η Βάσω. Έτσι τη λέγανε. Την έφερε τρομαγμένη σχεδόν η μητέρα της. Εκείνη δούλευε νύχτα, αποκλειστική νοσοκόμα  και η κόρη μάθαινε τον έρωτα  μ’ ένα φαντάρο. Καταλαβαίνεις …..
Μια χαρά ήτανε το κορίτσι αλλά… αλλά σε ποιον να το πεις; Στο ίδρυμα προφανώς η μικρή ζορίστηκε και θες η πίεση θες η κλεισούρα θες κι ο φαντάρος που της έλειπε, η περίοδος της κόπηκε. Ξέσπασε σάλος.
. Κάλεσαν λοιπόν τη μάνα της, ήρθε η γυναίκα τρέχοντας που λέει ο λόγος, και της είπαν φάτσα φόρα πως η χαϊδεμένη της ήταν σε ενδιαφέρουσα. Η γυναίκα πάρα λίγο να πάθει αποπληξία. Το αποτέλεσμα; Mάνα και κόρη έφυγαν άρον άρον και παρότι δεν υπήρχε τελικά θέμα εγκυμοσύνης ο νεαρός, ο οποίος έτυχε να’ναι και γόνος-κληρονόμος πλουσίας οικογενείας, την απεκατέστησε, δόξα και τιμή. Τώρα αν αυτό ήταν και το καλύτερο για το κορίτσι …
………………………………………………………………………………
Κι ύστερα μια μέρα ψάχνοντας  τα πράγματά μου βρήκαν το ημερολόγιο μου κι έκαναν τα γραφόμενά μου το γύρο του ιδρύματος εφτά φορές που λένε
Με τούτα και με κείνα, άρχισα να βλέπω σημεία και τέρατα σ’ όλα τα πρόσωπα. Αδιάκριτα.
Στο ίδρυμα, τότε, ήταν δυο μικρά κοριτσάκια. Μικρά. Σχολείο,  μόλις πρώτη τάξη,  πήγαινε το μεγαλύτερο, η Αντωνία, ενώ το μικρότερο, η Χρυσούλα, ήταν γύρω στα τέσσερα.
Πολύ χαϊδεμένα και τα δύο. « Ποιος ξέρει τι δωροδοκία έπεφτε.. . Πλούτη… Έχουν δώσει πολλά λεφτά οι δικοί τους …» Τέτοια κι άλλα κυκλοφορούσαν πίσω απ’ τις κλειστές πόρτες και τα σφραγιστά στόματα για τις μικρούλες... όποιος κι  αν τα βλεπε θα τα λεγε  χαριτωμένα…Όλη μέρα στα πόδια του προσωπικού, ειδικά η Χρυσούλα. Μια στρογγυλή μπαλίτσα, ένα κατσαρό κεφάλι, μια μπερδεμένη γλωσσίτσα, ένα γέλιο αυτό το παιδί. Αδύνατο να μην το βάλεις στην καρδιά σου. Κι όμως εγώ τ’ αντιπαθησα. Απ’ την πρώτη στιγμή. Μου φαινόταν πως έφταιγε. Πως ήταν υπεύθυνο για την αδιαφορία που λάβαιναν τα άλλα παιδιά, που αντίκριζαν κλειστές πόρτες.  Και η αντιπάθειά  μου όσο πήγαινε ο καιρός τόσο μεγάλωνε με κορύφωση ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ όταν σύμπαν το ανώτερο προσωπικό ασχολήθηκε με το αφοδευτικό της Χρυσουλίτσας. Η κακομοιρούλα με τόσα που έβαζε στο στόμα της είχε γίνει δυσκοίλια Υπόφερε πολύ κι όλοι προσπαθούσαν να τη βοηθήσουν. Κόντευαν πια μεσάνυχτα όταν στους διαδρόμους του « σπιτιού » ήχησαν θριαμβευτικές κραυγές « Έκανε!  Η Χρυσούλα έκανε!»
Το τι έκανε η Χρυσούλα είναι ευκολονόητο, άσχετα που για λόγους σεμνοτυφίας δεν το φώναζε κανένας. Πάντως εκείνο το βράδυ, μόνο γιορτή που δε στήθηκε.
Δεν μπόρεσα να τ’ αγαπήσω. Ένοιωθα  βαθιά πληγωμένη για λογαριασμό των υπολοίπων παιδιών που έβλεπαν εφιάλτες, βρέχανε το κρεβάτι τους και κανείς δεν έδινε σημασία. Απλά αφήναν τον καιρό να δουλέψει. Περίμεναν. Ο καιρός γιατρός των πάντων κατά συνέπεια και των τροφίμων.
Σχεδόν τα μίσησα. Όσο κι  αν η λογική, μου  έλεγε πως αυτά ήταν « αθώα του αίματος τούτου », δεν μπόρεσα το συναίσθημα της απέχθειας να καταπνίξω. Το λίγο, τελικά, καιρό που έμεινα  « έγκλειστη », κρατήθηκα μακριά τους.
Έτσι το νοιωθα «εγκλεισμό». Κι όπως δεν ταίριαζα στο κλίμα και ήμουν σε διαρκή απομόνωση μετρούσα λεπτό λεπτό το χρόνο.  Δυο μήνες έμεινα εκεί. Ε, αυτοί οι δυο μήνες ήταν σαν να μην έζησα. Σαν να τους πέταξα.
Στους δυο μήνες απάνω αρρώστησε η μάνα μου. Κάτι στο δέρμα κι έπρεπε να κάνει ακτινοβολίες.. Κατάφερα με χίλια βάσανα να φύγω. Γι’ αυτό σου λέω ούτε φυλακή να μουν και πήρα το χαρτί της αποφυλάκισής μου
Στην αρχή μετά που βγήκα- ήμουν σαν ζωντανό που το χαν κλείσει σε κλουβί και δυσκολευόταν να προσαρμοστεί σε φυσικό περιβάλλον. Όλοι απορούσαν με μένα…. Είδα κι έπαθα να με ξαναβρώ…. αλλά δόξα σοι τω Γιαραμπή όλα λησμονιούνται. Τα ξέχασα κι εγώ. Όλους και όλα
Παντρεύτηκα.
 Πήγα στη Γερμανία μετά.
Καλά περνούσαμε. Υπήρχαν αρκετοί Έλληνες  που μας αγκάλιασαν αμέσως.
Μας  ζήτησαν  ν’ αναλάβουμε  και τη χορευτική ομάδα. Το κάναμε με χαρά. Άρεσε και στους δυο μας ο χορός κι ύστερα εκείνα τα παιδιά -κορίτσια όλα στην αρχή- ήταν μια εξαιρετική ποικιλία ατόμων
Οι αδερφές Καραμήτρου, η Ρούλα και η Χριστίνα, καταγωγή από την Ήπειρο, οι αδερφές Αποστόλου Χρύσα και Ιωάννα από τη Μακεδονία, η Στέλλα η Ζυγολάνη από τα Τρίκαλα, η Ντίνα η Ποντία και οι αγαπημένες μου αδερφές Παπαδάκη, τα Παπαδάκια όπως τις φώναζα, από την Κρήτη..
Οχτώ κορίτσια ήταν και μπορώ να πω πως δέσαμε και γίναμε σχεδόν φίλες. Με συγκινούσε η λαχτάρα τους να μάθουν, το πάθος για μια πατρίδα που δεν είχαν γνωρίσει.
Μιλούσαν με τον ιδιαίτερο τρόπο του τόπου καταγωγής τους κι ήτανε μια ευτυχία ν’ ακούς στο Γερμανικό καφέ όλες τις γλωσσικές μας αποχρώσεις ακόμα και εκφράσεις ξεχασμένες, που κανείς δε χρησιμοποιούσε πια.
Κι εμένα πιο πολύ, μ’ ευχαριστούσε  που μπορούσα να μιλώ της Κρήτης μου τη λαλιά μαζί με τις τρυφερές αδερφές
 Μια μέρα τα Παπαδάκια ήρθανε καταχαρούμενα να μου πούνε πως οι γονείς τους θέλουν  να με γνωρίσουν και να πάω λέει για καφέ.
Στο σπίτι τους.
Δεν ξέρω τι φαντάζεται καθένας άμα ακούει τον άλλο να λέει «ζω στην Ευρώπη» οπωσδήποτε όμως ένα σπίτι καλό. Μια ζωή όχι εύκολη ίσως αλλά άνετη οικονομικά.
Μια θλίψη αυτός ο καφές. Το σπίτι σαν και τα περισσότερα αυτής της χώρας ήταν χαμηλοτάβανο.
 Αυτά τα χαμηλά ταβάνια νόμιζα καμιά φορά πως θα μου καθίσουν στο στήθος.
Όλα πολύ καθαρά. Υπερβολικά νομίζω. Μα τι να κρύψουν….τα παράταιρα μεταξύ τους έπιπλα  –ποιος ξέρει από πού μαζεμένα-  είχαν έντονα τα σημάδια της φθοράς κι ας ήταν η  τριμμένη ταπετσαρία προσεχτικά καλυμμένη  με  κεντήματα απ’ την Ελλάδα, ενθυμήματα ίσως μιας κοριτσίστικης προίκας.

Η κουβέντα, γυρνούσε στην πατρίδα, σ’ αυτά που αφήσανε, στις δυσκολίες που βρήκαν….και τα παιδιά τους. Τα δυο κορίτσια που στην αρχή δεν μπορούσαν να τα έχουν μαζί τους.
Δεν τσιγκουνεύτηκα τα καλά λόγια για τις κοπέλες,  τα γλυκά μου Παπαδάκια. Όμορφες, ευγενικές, πρόθυμες χαμογελαστές. Τα καλύτερα μπορούσα μόνο να πω
« να ξερες κυρα-Κλειώ μου, πως ήταν στην αρχή….. δύσκολα! πολύ δύσκολα. Όταν πήραμε απόφαση να ξενιτευτούμε τα παδιά ήταν μικρά. Πώς θα τα καταφέρναμε; Πώς θα τα βολεύαμε με δυο μωρά; Ευτυχώς που βρέθηκε η ξαδέρφη μου και τα κράτησε στο ίδρυμα. Η Αντωνία μου και η Χρυσούλα μου…»

Ποιος λέει πως το κουτί που κρατάς τα δύσκολά σου θα μείνει κλειστό αιωνίως;

«η Αντωνία και η Χρυσούλα» επανέλαβα και ακριβώς δεν καταλάβαινα τι εννοούσαν. Για ποιες μιλούσαν;
Ο άνδρας ο κυρ Μανώλης είπε : « …ευτυχώς που βρέθηκε η ξαδέρφη μου και τα κράτησε στο ίδρυμα…»
Και ξανά είπα  σα χαζή «Η ξαδέρφη σας τα κράτησε στο ίδρυμα»

«…ναι, η ξαδέρφη μου καλή της ώρα. Και δεν γραφτήκανε στο ίδρυμα. Όοχι! Τα είχε …σα να ήταν δικά της μα  όχι για πολύ. Ούτε εκείνη μπορούσε να τα κρατά  αλλά κι εμείς…..

Άκουγε, χωρίς ν’ακούει. Σαν η φωνή να ερχόταν από μακριά.
«Κυρία Κλειώ, Δε νοιώθετε καλά τι πάθατε; »

 Ο αέρας βάρυνε..
Ζήτησε συγγνώμη, προφασίστηκε κάτι βιαστικό και σαν κυνηγημένη βγήκε τρέχοντας στο δρόμο.





Δεν υπάρχουν σχόλια: