Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

της ημέρας

Κατέβαινα απ’ της Μαρίας ,χθες, για το σπίτι μου τυλιγμένη σε αχλή. Μυρωδιά ξύλου και βεβαιότητα μπόρας. Προχωρούσα δίπλα από υποσχέσεις άνοιξης μέσα στη θολούρα ναι, μα κοκκίνιζαν οι τσιντόνιες, χαιρετούσαν οι αμυγδαλιές κι οι τρικοκιές
Χθες, ανήμερα των Απόκρεων, ο βασιλιάς στην τελευταία του παράτα και η σκέψη σε δρόμους εμμονής και επιμονής
Ξαναθυμάμαι κάποτε μια ιστορία όπου ο πρωταγωνιστής γερνά -έτσι ακριβώς-ήσυχος.
Ησυχάζει- ποτέ- κανείς;
Βρέχει και σήμερα. Δόσεις αβεβαιότητας κυρίως. Μοναδική σιγουριά η ανάγκη μας

Καλή Σαρακοστή φίλοι!

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Aς πούμε και κάτι άλλο....



Ας αλλάξουμε κουβέντα λοιπόν….

Είχε, που λέτε, ένα φίλο ο αδερφός μου ο μεγάλος, που τονε λέγανε Αιμίλιο. Απ’ όταν θυμάμαι τον εαυτό μου ο Αιμίλιος αποτελούσε μέρος της ευρείας μου οικογένειας. Έμπαινε στο σπίτι σαν μέλος της  με ανοιχτά χέρια με  χαρούμενο γέλιο, δυνατή φωνή κι όλοι μας τρέχαμε να του μιλήσουμε, να τον αγγίξουμε, να τον καλοδεχτούμε.
Έχω εικόνες από τα πρώτα πρώτα νιάτα και των δυο τους να παλεύουν με κατασκευές  ή με   κουβέντες που δεν καταλάβαινα και δε  ρώτησα τι και γιατί.
Η προσφυγική του καταγωγή του δημιουργούσε πολλούς μπελάδες καθώς η μάνα του, που δεν γνώρισα,  είχε αποφασίσει πως η μόνη κατάλληλη για το μοναχογιό της θα ταν μια προσφυγούλα. Να χει προφανώς τη λεπτότητα, τη φινέτσα και την αρχοντιά του κόσμου που έχασε και την απώλεια του δεν είχε καταφέρει να αποδεχτεί
………………………………………………………………………………..
Σαν ο αδερφός μου πήγε στα Χανιώτικα χωρίστηκαν. Οι ζωές τους πήραν άλλο δρόμο.
Μπήκαν στη μέση και  καινούριες έννοιες….
Και τι μ’ αυτό;  Ό,τι και να συνέβαινε στα κατοπινά χρόνια ο ένας δεν έλειπε από τη χαρά ή τη λύπη του άλλου. Και για  μας πάντα ήταν ένα οικείο κομμάτι.
Στην έννοια μου  δεν έπαψε ούτε στιγμή να είναι παρόν σ’ ό,τι με φώτιζε. Χρειαζόμουν το γέλιο, τη φωνή του, την ανοιχτή του καρδιά. Κι ας μη μιλούσαμε παρά περιστασιακά. Παρά σπάνια ανάμεσα στα χρόνια που περνούσαν. Κι ας μην είχα  λεπτομέρειες για τη ζωή του,  πέρα από το ότι πήρε για σύντροφο ζωής ένα εξαιρετικό πλάσμα που ως και τη μάνητα της μάνας του μαΐναρε και απόχτησαν δυο κόρες.
 Για μένα ήταν παρήγορο να ξέρω πως υπάρχει. Πως υπάρχει ο αέρας του.
Βλέπετε έτσι μετρώ τους ανθρώπους , τους επιλέγω και τους ονομάζω δικούς μου. Από το πόσο μιλάνε στα μέσα μου

Μεγαλώσανε κάποτε. Γεράσανε κι οι δυο. Πια δε χρειαζόταν να επικοινωνούν με γράμματα. Μακριά τηλέφωνα σε απίστευτες ώρες γιατί θυμήθηκε ο ένας κάτι σημαντικό και ήθελε να το μοιραστεί με τον άλλο.
.
Και δεν είμαι και τόσο σίγουρη πως άφηναν ο ένας στον άλλο τα καθημερινά τους τα κομμάτια μάλλον φυλάγανε τα καλύτερα για τα μεταξύ τους. Τρέλες που δεν μπορούσαν ν’ ακουστούν και κρυφές ελπίδες.
………………………………………………………………………………………
Και μια μέρα εντελώς ξαφνικά μου ήρθε το μήνυμα «ο Αιμίλιος έφυγε».
…………………………………………………………………………………….
Σχεδόν δεν ήξερα τι να πω πέρα απ’ τα τυπικά… όπως ούτε και τώρα….
Θα λείπει φαντάζομαι πολύ στον αδερφό μου ο σχεδόν παιδικός του φίλος. Η οικειότητα η ιδιαίτερη που είχαν.

Για μένα ωστόσο που δεν βίωσα το χαμό του και πιο πολύ εικόνες έχω παρά προσωπικά βιώματα υπάρχει πάντα. Και Η σκέψη μου ζεσταίνεται  από την παρουσία του ακόμα

Και που είπα οικειότητα.
Αφήνετε σ’ όλους σας τους φίλους τα ίδια σας κομμάτια; Λέω  πως όχι. Στον ένα  αφήνετε το κομμάτι της δουλειάς, στον άλλον της οικογένειας, σ’ έναν τρίτο της διασκέδασης και ούτω.

Και σε κάποιον που έχετε την ιδιαίτερη οικειότητα, την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη, το ξεχωριστό άγγιγμα, του αφήνετε την ψυχή σας να τη φυλάει.
Κι αυτό είναι ανάγκη. Πέρα απ’ την επαφή, πέρα απ’ τη συμβατική γνωριμία.
Πέρα απ’ τα λόγια.
Εσείς ξέρετε. Κάπου υπάρχει και τον ξέρετε.
Έστω Μόνον Εσείς.

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Μια μέρα με εφημερία



Εκείνη τη μέρα είχα εφημερία…
Μέσα στα καθήκοντά μου ήταν να ξεκλειδώσω τις αυλόπορτες το πρωί, να μπούνε τα παιδιά, να τις κλείσω στη συνέχεια
Μηχανικές, επαναλαμβανόμενες κινήσεις, απ’ αυτές που γίνονται αυτοματοποιημένα. Με τον καιρό το χέρι οδηγείται μόνο του… εσύ σκέφτεσαι άλλα… είσαι αλλού…

Πρωί έφτασα στη δουλειά και πήγα να κάνω την καθιερωμένη κίνηση. Να ξεκλειδώσω. Και καθώς γύρναγα το κλειδί, είδα τη θάλασσα
Για μια στιγμή, ίσως κλάσματα του δευτερολέπτου, νόμισα πως ήταν εκειδά στα πόδια μου. Ούτε δρόμος ανάμεσά μας ούτε σπίτια.
Να! ένα έτσι να έκανα και θα την άγγιζα
Μου ήρθε λιγοθυμιά απ’ τη λαχτάρα κι απ’ τον πόνο
Τόσο κοντά και συνάμα τόσο απίστευτα απίστευτα μακριά….
Η ζωή μου όλη έγινε θάλασσα
Μου έγινε αίσθηση αβάσταχτη. Έπρεπε να σωθώ

 Πάτησα στις πέτρες των λέξεων να περάσω απέναντι να πάρω ανάσα





Χάνω τη θάλασσα

Τρία μέτρα από τα πόδια μου

Κι όλο φεύγει



Υφάλμυρο έμεινε το νερό

και η θύμηση ταξιδιού

Αγκυλώνει



Περίεργες που ναι οι μέρες ……..



Οσονούπω η παραβολή των παρθένων

Πάντα

Με καθυστέρηση



Έτσι κι αλλιώς

Τα τάλαντά μου

Τα πέταξα



Κι ούτε μια στάλα

απ’ το λάλον ύδωρ



Μόνο ένα αρμυρίκι



Να  με περιγελά


Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

Aποτυπώνοντας τη στιγμή



Βιάζεστε κορίτσια; Πώς,  δε βιαζόμαστε…βιαζόμαστε!
Θα πιούμε ένα τσίπουρο; Να το πιούμε!

Γέλια.
Η χαρά της αθώας στιγμής.

Λοιπόν;

Πάλι γέλια. Η χάρη του αφήνομαι. Το χάρισμα να τιμάς με τον τρόπο που πρέπει το καθετί στην ώρα του.

Φωτογραφίζεσαι; Ναι μου αρέσει. Επίτρεψέ μου. Να κρατάς χαμηλά τη μηχανή. Δώσε αέρα στο κάδρο σου….

Συζήτηση.
Γουλιά και παρέκκλιση.
 Φωτογραφία και αστερισμοί –μα τι ωραία που είναι τα άστρα….τα γνωρίζεις; Όχι. Να τα κοιτώ μ’ αρέσει…,
Όρια, μέτρα και δοσίματα, μια κουβέντα αχταρμάς μια κουβέντα  χύμα σ’ ένα κύμα απαλό, τρυφερό που σβήνεται μπροστά εκειδά μια ανάσα απ’ τα πόδια μας.

Τι πολυτέλεια…. Τι ακριβή πολυτέλεια…

Κι όμως κορίτσια φοβάμαι! Μα …τι! όλα πάνε τόσο καλά που….δε γίνεται! Σύμφωνα με τη στατιστική ….Έλα τώρα με τη στατιστική….Απόλαυσε τη στιγμή!
Η στατιστική δεν είναι αριθμός. Δεν είναι ποσοστά. Όχι μόνο αυτά τουλάχιστον. Είναι νόμος πρώτιστα! Κι ο νόμος λέει….

Ο φόβος ο πανάρχαιος. Η σκιά στη φωτεινή μέρα. Το βάσκανο μάτι των θεών.

Γουλιά να χαλαρώσει ο νους. (χαλαρώνει άραγε;)

Τι θα φάτε;

Επιστροφή στα σίγουρα. Μακριά από αμήχανες σκέψεις. Επιστροφή στην οικειότητα της ασφαλούς προσγείωσης

Σαρδέλα.
Πώς θα την κάνεις;
Ψητή.
Ωραία!

Γουλιά. Το ποτήρι στραγγίστηκε.

Άντε κορίτσια σπίτια μας!

Κοιτάζω τη φωτογραφία στη μηχανή μου. Ένα βαθιά χαραγμένο πρόσωπο με τη λάμψη της χαράς να χορεύει στις γραμμές του.
Και είναι το δικό μου.




 αφιερωμένο στο Γιάννη και τη Μαρία

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

Ένας έρωτας


Περνώντας τα χρόνια, δε μπορεί θα χεις αντιληφθεί πόσο συχνά η κουβέντα γυρνά σε παλιές αγάπες…σε παλιούς έρωτες… και με συγκίνηση τα θυμάσαι αν και δεν ξέρω πια αν είναι ο χρόνος αυτός και μόνον που έχει αμβλύνει γεγονότα και συναισθήματα κι έρχονται εξωραϊσμένα από της μνήμη τα συρτάρια, τα συχνά αρωματισμένα…αναρωτιέμαι αν η συγκίνηση είναι  για τα ίδια, για  όσα χάθηκαν πια ή για τη νιότη που ανεπιστρεπτί μας άφησε; Και καταλήγω στο δεύτερο συμπέρασμα γιατί είμαστε τόσο εγωκεντρικά πλάσματα που μόνο τον εαυτό μας κλαίμε…

…………………………………………………………………………………….
Έρωτες λοιπόν… Μπορεί ο έρωτας να ναι διαχρονικός; Το σκίρτημα της καρδιάς αιώνιο; Το τρέμουλο στα μέλη που λιγώνονται από τη λαχτάρα, διαρκές;

Λένε πως όχι…. Πως τίποτα για πάντα δεν κρατά…

Και τότε εμένα γιατί η καρδιά μου σφυροκοπά και μόνο στ’ άκουσμα του ονόματός του; Γιατί κι ας ξέρω τα πολλά του ελαττώματα κι ας βάζω σ’ αυτά τόσα κι άλλα ακόμα  ποτέ ποτέ να τον αρνηθώ δε γίνεται κι ας είναι επιλογή μου. Επιλογή μου να μη ζω κοντά του… Κοντά στον έρωτα μου τον αληθινά μεγάλο ….
Στον τόπο μου…
Απογοητεύτηκες; Γιατί; Είναι η αλήθεια μου… έπρεπε να φύγω για να διαπιστώσω πόσο μ’ έχει κυριεύσει και πάντα δεσμώτης του θα είμαι…
Επιλογή μου ήταν. Ήθελα εγώ να φύγω. Ν’ ανοίξω τα φτερά μου χωρίς δεσμεύσεις και περιορισμούς και…

Και σαν έφυγα μου ρθε σαν τρέλα. Όχι, που απομακρύνθηκα από τους δικούς μου. Όχι. Αυτός ο άνεμος μου λειψε και κεινα τα βουνά. Τα βουνά τα τραχιά και τ’ άδεντρα. Το πέλαγο το φουρτουνιασμένο μου λειψε και οι δρόμοι με τα κακορίζικα δέντρα, τα σπίτια το να πάνω στ’ άλλο και οι μουσικές και οι κουβέντες και όλα …όλα…όλα
Και με θυμάμαι να γυρίζω και να μαι στην πλατεία Ελευθερίας, που εμείς ποτέ δεν τη λέγαμε έτσι, μα πάντα Τρεις Καμάρες, σε ανάμνηση των Καμαρών του Μοροζίνη κι ας μην βρίσκεται πια ούτε ίχνος τους, και να πέφτει το βράδυ, έτσι όμορφα που πουθενά αλλού και να αναρωτιέμαι πως γίνεται να μαι, να υπάρχω σ’ άλλον τόπο….
Και το χε πάρει πρέφα κι ο καλός μου, πόσο οδυνηρά πολύτιμος μου ήταν και στις αρχές όλο και παραπονιόταν
«Μ’ αγαπάς… μ’ αγαπάς …αλλά…μετά απ’τη Κρήτη»
Μέχρι που το πήρε απόφαση πως έτσι είχαν τα πράματα και δεν το ξανάπε

Και το είπα και πριν, δεν είναι πως δεν ξέρω τα κουσούρια του … Την αναρχία που τον δέρνει…. την εγωπάθεια….. το ανόητο αντριλίκι   συνοδευμένο από χιλιάδες σφαίρες ….τη ζωοκλοπή …
Αλήθεια τι να πρωτοθυμηθώ;
Τον οικιστικό χαμό; Το χάος στους δρόμους; Τα νταηλίκια χωρίς ουσία;…
Αλλά θυμάστε  το τραγούδι που έλεγε η Βέμπο «μα τον λατρεύω κι είναι το φως μου γιατί ναι βλέπεις ο άνθρωπός μου» ε, κάπως έτσι ….

Είναι που κυλά στο αίμα μου…

Άμα ακούν πως είμαι από την Κρήτη ανοίγουν το στόμα θαυμαστικά «Α! τι ωραία» και τέτοια μα, πίστεψέ με εγώ όχι δεν καμαρώνω.
 Εγώ δε θαυμάζω, ένα αγκάθι χωμένο μέσα μου με ματώνει. Κάθε φορά που γίνεται κάτι άσχημο… κάθε φορά που γυρίζω και κάτι έχει χαθεί …
Και δε λέω μερικά πράματα αντικειμενικά άμα τα κρίνεις απέξω μπορεί ν’ αλλάζουν ή μάλλον σίγουρα αλλάζουν για καλό.
 Άμα τα βλέπεις άμα είσαι απέξω …
Μα εγώ δεν μπορώ να είμαι…

Όσο μεγαλώνω νοιώθω την ανάγκη του γυρισμού. Της επιστροφής στη μητρική κοιτίδα κι ας το ξέρω πως είναι ανόητος συναισθηματισμός …
Αναρωτιέμαι αν  υπάρχει τίποτα εκεί για μέςνα αφού ο τόπος είναι άλλος πια και ίσως αυτό που γυρεύω εγώ να μην υπάρχει.
Και να ναι μόνο μια φαντασίωση, ένα μέρος ονειρικό στο μέσα μέρος της καρδιάς.


Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

Γεμιστά φτιάχω



Γεμιστά φτιάχνω….
Μαζεύω  τα υλικά μου. Kρεμμυδάκια, μαϊντανό,  άνιθο, τα λαχανικά που θα γεμίσω.  Ευχαριστημένη τα βάζω μπρος μου. Eυχαριστημένη γιατί  δυο πράγματα μαζί θα κάνω.  Το ένα,  η ετοιμασία, το άλλο το φευγιό του νου. Και ναι, μην αμφιβάλλετε! Το κάνω!  Αρχίζω να περιπλανιέμαι σε παλιά και καινούρια -έτσι καθώς μου παίρνει  ώρα το φαγητό-, ως ν’ αδειάσω ντομάτες ν’ αδειάσω  πιπεριές, έχω χρόνο να σκεφτώ. Να θυμηθώ….

Να θυμηθώ τη μάνα μου και να τη φέρω στην ομπρός μεριά του νου
Να με ρωτά για όσα δε βάζω.  Και που είναι τα  κολοκύθια, να μου λέει κι οι  μελιτζάνες, οι  αγκινάρες, τα φύλλα τ’ αμπελίσια.  Να χα και κολοκυθανθούς θα μου λεγε,  να ρθει το φαγητό να γίνει πιο χρωματιστό,  να μυρίσει καλοκαίρι. Χειμώνας είναι τώρα, θα πω  εγώ για  να ξεφύγω και θα με στείλει να βάλω  μια πατάτα έστω. Να μην είναι η γέμιση με σκέτο ρύζι…. λίγο το ρύζι! θα μου πει.
ένα κουταλάκι του γλυκού για κάθε γεμιστό που ανοίγεις, θυγατέρα μου

 Τη μάνα μου να θυμηθώ  που κράταγε  το μέτρο
Μα δεν την άκουγα κι απελπισμένη φώναζε τι θα λέει ο άντρας που θα πάρεις για μένα …. πως τίποτα δε σου έμαθα θα λέει…. Κι εγώ την παρηγόραγα σώπα μάνα μου σώπα κι εγώ θα του λέω πως όλα τα ξερες κι ήθελες να μου τα μάθεις,  εγώ δεν άκουα

Καημό το χε μα έμαθα. Τουλάχιστον να μαγειρεύω. Γιατί ανησυχούσε; Δεν ήξερε τάχα πως η σφίξη βγάζει το λάδι;
Το ξερε βέβαια μα η μικρότερη ήμουνα και ποτέ δε μεγάλωσα στα μάτια της. Πάντα το κοριτσάκι της έμεινα και ας ήμουν παντρεμένη με παιδιά, ζητούσε απ’ την αδερφή μου να κάνει πράγματα για μένα  όχι γιατί την αγαπούσε λιγότερο μα ήμουν εκείνη που έφυγε και το πέρασμά μου στον κόσμο των μεγάλων δεν το ζησε

Αχ, μαμά μου μεγάλωσα πια μα εσύ δεν το βλέπεις…..της έλεγα και γέλαγα

Μεγάλωσα μαμά μου ….μεγάλωσα κι άλλαξα…. σκέφτομαι και τώρα.
Κι ολοένα αλλάζω κάθε μέρα κι αλλιώς γίνομαι, αλλού δυναμώνω κι αλλού γίνομαι άταρη.
Αλλάζω μαμά μου. Κι είναι φορές που δεν με γνωρίζω απ’ το χθες ως το σήμερα. Καμιά φορά λες κι έχουν περάσει χίλια χρόνια κι έχω ξημερώσει αλλιώς, κοιτάω αλλιώς και δεν λυπάμαι.
Δεν λυπάμαι. Χαίρομαι.  Γιατί πάει να πει είμαι ζωντανή. Ο εαυτός μου ταξιδεύει πάντα. Γνωρίζει, θέλει να γνωρίσει, να αισθανθεί….
Ταξιδεύω μάνα μου, μέσα στο χρόνο, στα πράγματα και τους ανθρώπους.
Μόνο  μη με φοβάσαι  που έτσι προχωρώ.
Προχωρώ  μα κουβαλώ μαζί μου εσένα κι όσα μου μαθες…. μυρωδιές παλιές και εικόνες και δεν ξεχνώ
Μην έχεις έγνοια










Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

στη μνήμη

 της μάνας μου που με μεγάλωσε τραγουδώντας το
και του πατέρα μου που φερε  το όνομα


Άϊ μου Γιώργη, αφέντη μου και ψαροκαβαλλάρη,
αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι·
άγγελος είσαι στη θωριά κι άγιος στη θεότη·
παρακαλώ βοήθα με, άγιε στρατιώτη,
να λυτρωθώ απ’ το θεριό και Δράκοντα μεγάλο,
’π’ ά δε ντού ’πηαίναν άθρωπο κάθε πρωΐ και άλλο,
σταλιά νερό δεν ήφηνε να κατεβή στη Χώρα,
σα δε ντού ’πηαίναν άθρωπο πάντα την ίδιαν ώρα!
Τα μπουλλεθιά ερρίχνανε κι ότινος θέλ’ ας πέση,
ήπεμπε το παιδάκι ντου τού Δράκοντα πεσκέσι.
Τα μπουλλεθιά επέσανε κι εις τη βασιλοπούλλα,
απού την είχ’ η μάνα τζη μοναχορηγοπούλλα.
Κι ο βασιλιάς ως τ’ άκουσε, τούτο το λόγον είπε:
- «Το βιός μου όλο πάρετε και το παιδί μου αφήτε».
Εκεί σπαθιά συρθήκανε, μαχαίρι’ ακονισμένα:
- «Γή δώσ’ μας το παιδάκι σου, γή παίρνομε κι εσένα».
- «Στολίστε το παιδάκι μου και κάμετέ το νύφη
κι αμέτε το στο Δράκοντα, πεσκέσι να δειπνήση».
Πιάνουν και τη στολίζουνε ’πο το ταχύ ως το βράδυ
με δαχτυλίδια ολόχρυσα κι όλο μαργαριτάρι·
και παίρνου ντην οι βάγιες τση να πά’ να σεργιανίση
και πάνε και τη δένουνε στού Δράκοντα τη βρύση·
στα μάρμαρα τού πηγαϊδιού ρίξα ν-την αλυσίδα
κι εκειά την κατεβάσανε, άμοιρη κορασίδα!
Κι ο Άι-Γιώργης τό ’μαθε και τρέχει να τη σώση
κι από το άγριο θεριό να τήνε ’λετευρώση·
καβαλλικεύγει τ’ άλογο και το αντιποδίζει,
στο μάγουλο τού πηγαϊδιού πηγαίνει και καθίζει.
- «Μην το φοβάσαι το θεριό κι εγώ δα το ’ποθάνω,
άφησε ν’ αποκοιμηθώ στα γόνατά σου απάνω·
σίμωσε, κορασίδα μου, κοντά να με ψειρίσης
κι όντεν ακούσης το θεριό να μ’ αλαφροξυπνήσης».
Στα γόνατά τζη ακούμπησε, για νά τονε ψειρίση
κ’ ετρέχανε τα μάθια τζη σα θολωμένη βρύση·
σε λίγην ώραν ήκουσε μιαν ταραχή μεγάλη
κι ήτον ο Δράκος κι ήβγαινε μέσ’ από το πηγάϊ.
- «Ξύπνησ’ αφέντη, ξύπνησε και μη βαροκοιμάσαι
να το σκοτώσης το θεριό, που λες πως δε φοβάσαι·
σήκω, σήκω αφέντη μου και το νερό αφρίζει
κι ο Δράκοντας τ’ αντόδια ντου για μένα τ’ ακονίζει!»
Ο Άϊ-Γιώργης ’ξύπνησε σα μ-παραλοϊσμένος
και τ’ άρματά ντου ήρπαξε, ως ήτο μαθημένος·
γυρίζει στ’ ανατολικά και κάνει το σταυρό ντου
και το κοντάρι ’σήκωσε και μπήγει στο λαιμό ντου·
μια κονταριά τού έδωκε, την τρώει μές το στόμα
κι αμέσως τον εξάπλωσε χάμαι στσή γής το χώμα.
Με μια μπαμπακερή κλωστή πιστάγκωνα το δένει
τσή κορασίδας τό ’δωκε, μέσα στη Χώρα μπαίνει.
- «Νά, βασιλιά, το τέκνο σου· ορίστε το παιδί σου
κι απού τα φύλλα τσή καρδιάς δώσε του την ευκή σου».
- «Να ζήσης, καβαλλάρη μου· πώς λένε τ’ όνομά σου,
ένα μεγάλο χάρισμα να κάμω τσ’ αφεδιάς σου;»
- «Γιώργης στρατιώτης λέγομαι, απ’ την Καππαδοκία·
σα θες να κάμης τάξιμο, χτίσε μιαν εκκλησία
και βάλε και ζωγράφισε Χριστό και Παναγία·
στη δεξιά Ντου τη μ-πλευρά βάλ’ ένα γ-καβαλλάρη,
αρματωμένο με σπαθί και με χρυσό κοντάρι».

Σχόλια:
Μπουλλεθιά=κλήροι, πεσκέσι=δώρο, γή=ή.

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

Θύμησες


Παραμονή.

Η πόλη, η πόλη μου στους δρόμους.

Κόσμος….. κόσμος…….τόσος πολύς κόσμος…. Φασαρία…σφυρίγματα….φωνές….καραμούζες…αστεία…. αυτοκίνητα …

Τα λεωφορεία υποχωρούν ώσπου στο τέλος αποχωρούν……

Όχι, δεν είναι ο καιρός που οι δήμοι υποδέχονται οργανωμένα τον (υποτιθέμενο), νέο χρόνο…… Eίναι η χαρά της αδημονίας που μας βγάζει όλους στο δρόμο…. Που μας θέλει να συνευρισκόμαστε σε κοινές χαρές (η λύπη δεν μας είχε ακόμα, τότε, χτυπήσει την πόρτα..)……..

Ξέμακρα βαθιά στο χρόνο, εκεί στην καρδιά της πόλης, στο Μεϊντάνι, είναι το κουβούκλιο του τροχονόμου ….ολόγυρα λόφος με δώρα….Αργότερα, το κουβούκλιο φεύγει αλλά πάντα όλοι, έξω χαίρονται, τις ώρες που σιμώνουν για το νέο ….αν και όχι, την αλλαγή. Το γύρισμα μας βρίσκει στο σπίτι μας ή αλλού……

Κι είμαι τόσο μικρή…..Απόψε , παίζουμε τριάντα μία. Είναι η πρώτη φορά που με παίζουν και για αρχή…. Ποντάρουμε με κουκιά. Τους κερδίζω όλους!

Χρόνια μετά, έρχομαι αρραβωνιασμένη. Ο καλός μου δεν είναι συντοπίτης. Ούτε καν νησιώτης.

Εντυπωσιάζεται…. «Τρέλα που κουβαλάτε…» λέει…Εγώ καμαρώνω….

Ανήμερα .

Το κρεβάτι δε με κρατά….Θέλω να σηκωθώ. Ας είναι πρωί… Ο αγαπημένος μου πατέρας, έχει πάει κιόλας στην αγορά να φέρει την πιο νόστιμη μπουγάτσα…. Τον ακούω που μπαίνει τραγουδώντας…..Πάντα έτσι έρχεται…. Και δεν μπορεί να υπάρχει άλλη νοστιμότερη … Σέρνει μαζί της την αγάπη και το τραγούδι του κι ας είναι από ξένα χέρια φτιαγμένη…

Το πρωινό έχει κοτόσουπα. Ο πατέρας δεν ξενυχτά πια, μα οι λοιποί σερνικοί μόλις ήρθαν και αυτό είναι ότι πρέπει για κείνους…..

Η μάνα, δεν γκρινιάζει. Έχει μια στάλα μέλι στα χείλη για όλους.

Η ώρα πάει …… άιντε να τρέξω για «την καλή χέρα»…. Να πάω στους μπαρμπάδες μου το Δράκο και το Μανολέκο, τη νονά μου τη φουρνάρισσα. Να φιλήσω τη «χέρα», να ευχηθώ κι εκείνοι να με «ποχερίσουν» για το καλό του χρόνου…..

Για μεσημέρι τρώμε αργά. Και στην ώρα και στον τρόπο. Συνήθως, κανείς δε βιάζεται. Κουβέντες, γέλια, πειράγματα για τους οιονεί χαμένους…. Συνήθως….

Φέτος, -είμαι κιόλας 11-είναι αλλιώς. Περιμένουμε επισκέπτες από μακριά. Θα ρθουν να ευχηθούν στο μεγάλο μου αδερφό. Θα ρθουν από τα Χανιά. Πέντε ολόκληρες ώρες, μακριά. Κι ανάμεσά τους μια κοπέλα. Αυτή που είπε το ναι, στο Βασίλη μας……

Είναι όμορφη με μεγάλα μάτια, αμύγδαλα….. Το να πράσινο τ’ άλλο καφέ…..

Η βραδιά γελά…. οι συμπεθέροι δίνουν τα χέρια.

Εκείνη αμήχανη, με στριφογυρίζει

«Κοίτα που έκανα κι αδερφάκι…» λέει και ξεσπά σε γέλια…

Κάποιος τραγουδεί

«Απόψε είν’ η βραδιά καλή

μα είναι μικρές οι ώρες

και δε σ’ αποχορταίνουνε

των αμαθιώ μου οι κόρες»

Και είναι ο αδερφός μου, ο φάλτσος μου αδερφός που μια σωστή νότα…………………

ποτέ ίσαμε τώρα δεν είχε πει

Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

Ξέρε το


για την ομάδα μας

Πριν ξεκινήσουμε
ας σου το πω
..........................
Τούτος ο άλλος δρόμος
γραμμή γραμμή
Με κόπο κι αγωνία
φτιάχνεται
............................................

Να θυμηθείς

Τα υλικά σου να φέρεις………
Κομμάτια της ψυχής σου
Βαμμένα με της νιότης
ενθουσιασμό
Και μπολιασμένα αθώα μάτια

Να βλέπουν τ’ όνειρο
με τις πολλές μορφές που
κάθε μια μιλεί τη γλώσσα της

Παλιό και νέο
ανταμωμένα σε ζωής γαϊτάνι
Που εκεί χωράς εσύ
Εκεί χωρώ
Κι εγώ


Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Το μόνο μου Πάσχα....



Πάσχα προ των πυλών και ως κάθε χρόνο να μας απασχολεί κυρίως το που θα το περάσουμε……. Αν και αυτή η γιορτή χωρίς χωριό γιορτή δε νοείται. Έτσι κι έχουμε λοιπόν τίποτα κουμπάρους σπεύδουμε σε….. αναζήτηση της χαμένης παράδοσης και μιας ωραιοποιημένης παιδικής ηλικίας στην ελληνική ύπαιθρο, με τ’ αρνιά, αλλέως πως τους οβελίες, τα κοκορέτσια και τις γαρδούμπες. Άντε ν’ ακουστούν τα απείρου κάλους «δώσε κουμπάρε στο παιδί να φάει! Γάλακτος το αρνάκι! Βυζασταρούδι! Μόνο για του λόγου σας …» και άλλα τέτοια ειδυλλιακά και ευφρόσυνα και στο τέλος, όπως και στο τέλος κάθε γιορτής μια μελαγχολία να μας πιάνει Χώρια οι τύψεις!
«Καλά χρυσέ μου πως τρως έτσι! Κόντεψες να φας και τα κόκαλα! Να σ’ ανέβει τώρα η χοληστερίνη…» ( βλέπετε μια χοληστερίνη παντού ελλοχεύει ως τιμωρός των ολισθημάτων μας.)
Τώρα λοιπόν που πλην των άλλων μια διάθεση παλιμπαιδισμού μας καταλαμβάνει και μια νοσταλγία των χαμένων ημερών, στη μνήμη μου έρχεται το μόνο μου Πάσχα.
Τώρα που οι μέρες έχουν χάσει τη μυρωδιά τους, μπορώ να το αξιολογήσω, ναι, το μόνο μου Πάσχα. Στην αλλοδαπή. Μετανάστης. Αν και όχι οικονομικός. Την εποχή της πρώτης νιότης.
Δεκαετία του ’80 στην άλλοτε Δ. Γερμανία. Μια μικρή πολιτειούλα με 300 περίπου Έλληνες, μαγαζάτορες, επιστήμονες, εργάτες, πρώτης και δεύτερης γενιάς. Με σχολείο μητρικής γλώσσας και κάθε τρεις Κυριακές εκκλησία. Με καφενεία ελληνικά και κοινότητα να γιορτάζουν μαζικά ή διασπασμένοι όσα κουβάλησαν απ’ την πατρίδα.
Η Μεγάλη Εβδομάδα ξεκινούσε πάντα με γκρίνια. Ο λόγος; Η χρηματοδότηση του Επιτάφιου. Το εκκλησιαστικό συμβούλιο, που εκείνο το φεγγάρι ήταν αντιπολιτευόμενο της γραμμής του πατρός Κοσμά, ενός γεροδεμένου πάπαρου απ’ τη Μακεδονία, (που αργότερα αποπέμφθηκε για οικονομικές ατασθαλίες), το συμβούλιο λοιπόν δεν ήθελε να πληρώνει τον επιτάφιο και ακολούθως να φεύγει για άλλη κοινότητα (ο επιτάφιος εννοείται ). Ύστερα ήταν οι ώρες των ακολουθιών. Μια Σταύρωση βέβαια και μια Ανάσταση στο ξεπέταγμα. Μη νομίσετε τίποτα …..Μα ποια κοινότητα θα σταύρωνε τον Κύριο πρώτη και ποια θα τον ανάσταινε, αυτό να ξέρατε από πόσα κύματα πέρναγε……...
Ας είναι …Εκείνη την άνοιξη που λέτε ήμουν πρώτη χρονιά στα ξένα χώματα, μα μια χαρά την πέρναγα. Και το ψωμί της ξενιτιάς πολύ νόστιμο ήταν και πολύσπορο και ό,τι θες. Οι Γερμανοί, καθολικοί και Ευαγγελιστές είχαν γιορτάσει το Πάσχα τους τέσσερις βδομάδες πριν. Έτσι είχαμε ξεμείνει εμείς, μια φούχτα κόσμος να κάνουμε Ανάσταση, μέρα μεσημέρι.
Μάης. Το θυμάμαι σαν χθες. Πρώτο Σάββατο του μήνα και τα μαγαζιά να’ ναι όλη μέρα ανοιχτά. Τρεις το μεσημέρι μιας ηλιόλουστης μέρας. Να καταυγάζει το φως κι εμείς, πιστοί και άπιστοι, όλες οι κομματικές αποχρώσεις, με τα καλά μας φορεμένα και λαμπάδες ανά χείρας κατά τα ειωθότα, να πηγαίνουμε στην εκκλησία.
Ένα γκρι μωβ φουστάνι φορούσα με μια κορδέλα στη μέση που περίεργο πως προχθές την ξαναβρήκα καθώς ταχτοποιούσα ντουλάπες και συρτάρια. Κι έτσι όπως την έπιασα στα χέρια μου βρέθηκα στα ταξίδια του νου καλή ώρα που άλλα ξεκινώ να πω κι άλλα λέω….
Τι έλεγα λοιπόν;
Α! Για την εκκλησία, που τη φιλοξενούσε στο χώρο της η ευαγγελική, εκεί στο κέντρο της πόλης….
Είπε ο παπάς το «Δεύτε λάβετε φως..» ανάψαμε λαμπάδες και βγήκαμε έξω για τα περαιτέρω , όπως γινόταν και στην πατρίδα πριν ο καταιγισμός των βαρελότων αναγκάσει ιερείς και εκκλησίασμα να μείνουν στην ασφάλεια του μέσα χώρου.
Έξω η ζωή σε οργασμό. Άνθρωποι με τα ψώνια τους, αυτοκίνητα όπως και παντού σε αγχωμένη κίνηση, πουλιά αδιάφορα για τα συμβαίνοντα στο δικό τους χαβά.…ένα συνονθύλευμα ήχων. Φωνές …..τερετίσματα, κορναρίσματα όχι, αλλά μήπως λίγο ήχο κάνουν τα μηχανοκίνητα οχήματα;. ……………………
Και μεις να μαστε κεί. Πιστοί και Άπιστοι. Εκτός του κόσμου τούτου. Αριστεροί και Δεξιοί. Σε δική μας διάσταση, σε μια γέφυρα επικοινωνίας με ό,τι…..
Και κάποτε το άγγελμα ήρθε. Και αναφώνησε ο ιερέας που αργότερα κατηγορήθηκε για ατασθαλίες « Χριστός Ανέστη! » Και ο λαός ανταπάντησε από καρδιάς « Αληθώς Ανέστη » με φωνή μεγάλη και δάκρυα στα μάτια. Και για λίγο η πολιτειούλα της Baden Burtemberg στάθηκε κι έμειναν οι γύρω με τις σακούλες στα χέρια να μας κοιτούν….. Να κοιτούν…
Μα μεις εκεί……

Καλή Ανά(σ)ταση σε όλους σας όπως κι αν το εννοεί καθένας