Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Γεμιστά φτιάχω



Γεμιστά φτιάχνω….
Μαζεύω  τα υλικά μου. Kρεμμυδάκια, μαϊντανό,  άνιθο, τα λαχανικά που θα γεμίσω.  Ευχαριστημένη τα βάζω μπρος μου. Eυχαριστημένη γιατί  δυο πράγματα μαζί θα κάνω.  Το ένα,  η ετοιμασία, το άλλο το φευγιό του νου. Και ναι, μην αμφιβάλλετε! Το κάνω!  Αρχίζω να περιπλανιέμαι σε παλιά και καινούρια -έτσι καθώς μου παίρνει  ώρα το φαγητό-, ως ν’ αδειάσω ντομάτες ν’ αδειάσω  πιπεριές, έχω χρόνο να σκεφτώ. Να θυμηθώ….

Να θυμηθώ τη μάνα μου και να τη φέρω στην ομπρός μεριά του νου
Να με ρωτά για όσα δε βάζω.  Και που είναι τα  κολοκύθια, να μου λέει κι οι  μελιτζάνες, οι  αγκινάρες, τα φύλλα τ’ αμπελίσια.  Να χα και κολοκυθανθούς θα μου λεγε,  να ρθει το φαγητό να γίνει πιο χρωματιστό,  να μυρίσει καλοκαίρι. Χειμώνας είναι τώρα, θα πω  εγώ για  να ξεφύγω και θα με στείλει να βάλω  μια πατάτα έστω. Να μην είναι η γέμιση με σκέτο ρύζι…. λίγο το ρύζι! θα μου πει.
ένα κουταλάκι του γλυκού για κάθε γεμιστό που ανοίγεις, θυγατέρα μου

 Τη μάνα μου να θυμηθώ  που κράταγε  το μέτρο
Μα δεν την άκουγα κι απελπισμένη φώναζε τι θα λέει ο άντρας που θα πάρεις για μένα …. πως τίποτα δε σου έμαθα θα λέει…. Κι εγώ την παρηγόραγα σώπα μάνα μου σώπα κι εγώ θα του λέω πως όλα τα ξερες κι ήθελες να μου τα μάθεις,  εγώ δεν άκουα

Καημό το χε μα έμαθα. Τουλάχιστον να μαγειρεύω. Γιατί ανησυχούσε; Δεν ήξερε τάχα πως η σφίξη βγάζει το λάδι;
Το ξερε βέβαια μα η μικρότερη ήμουνα και ποτέ δε μεγάλωσα στα μάτια της. Πάντα το κοριτσάκι της έμεινα και ας ήμουν παντρεμένη με παιδιά, ζητούσε απ’ την αδερφή μου να κάνει πράγματα για μένα  όχι γιατί την αγαπούσε λιγότερο μα ήμουν εκείνη που έφυγε και το πέρασμά μου στον κόσμο των μεγάλων δεν το ζησε

Αχ, μαμά μου μεγάλωσα πια μα εσύ δεν το βλέπεις…..της έλεγα και γέλαγα

Μεγάλωσα μαμά μου ….μεγάλωσα κι άλλαξα…. σκέφτομαι και τώρα.
Κι ολοένα αλλάζω κάθε μέρα κι αλλιώς γίνομαι, αλλού δυναμώνω κι αλλού γίνομαι άταρη.
Αλλάζω μαμά μου. Κι είναι φορές που δεν με γνωρίζω απ’ το χθες ως το σήμερα. Καμιά φορά λες κι έχουν περάσει χίλια χρόνια κι έχω ξημερώσει αλλιώς, κοιτάω αλλιώς και δεν λυπάμαι.
Δεν λυπάμαι. Χαίρομαι.  Γιατί πάει να πει είμαι ζωντανή. Ο εαυτός μου ταξιδεύει πάντα. Γνωρίζει, θέλει να γνωρίσει, να αισθανθεί….
Ταξιδεύω μάνα μου, μέσα στο χρόνο, στα πράγματα και τους ανθρώπους.
Μόνο  μη με φοβάσαι  που έτσι προχωρώ.
Προχωρώ  μα κουβαλώ μαζί μου εσένα κι όσα μου μαθες…. μυρωδιές παλιές και εικόνες και δεν ξεχνώ
Μην έχεις έγνοια










8 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

H νοσταλγία μιας κόρης ... κραυγάζει με σπαρακτικό τρόπο αυτό το αλλιώτικο
που έχουν η μάνα κι η κόρη.Να είσαι καλά.

Mariela είπε...

Περίτεχνα άγγιξες κομμάτια της ψυχής μου...
με τον ένα ή τον άλλο "τρόπο απλό" πάντα το κάνεις αυτό Μέριλ...

gyristroula2 είπε...

Αχ, μεριλού, η οικειότητα που αποπνέει το κείμενό σου κρύβει καλά τα μυστικά του. Όπως ένα επιτυχημένο φαγάκι που δεν προδίδει τη συνταγή.

ποιώ-ελένη είπε...

είναι τόσο γήινη και σπαρακτική η γραφή σου που ξαφνιάζει
Όλα υπέροχα με σύμμαχο τη μνήμη

meril είπε...

@ανώνυμη μου

σ' ευχαριστώ για το σχόλιο

ίσως αυτή η ανάγκη της κραυγής να γραψε το κείμενο αυτό

meril είπε...

@Μαριέλα

σ' ευχαριστώ
("προσπαθώντας να σε φτάσω" θα μπορούσα να ονομάσω την απάντηση αλλά πως να σε συναγωνιστεί κανείς...)

meril είπε...

@gyristroula

καλώς το κορίτσι απ' το Αιγαίο!

της θάλασσας το μυστικά
ποιος να τα μαρτυρήσει...

meril είπε...

@ποιω-ελένη

μόνο ακουμπώντας τη γη
μόνον έτσι...

σ' ευχαριστώ