Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΜΟΝΤΑΡΙΣΤΑ ΠΛΑΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΜΟΝΤΑΡΙΣΤΑ ΠΛΑΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 30 Μαΐου 2015

ΑΜΟΝΤΑΡΙΣΤΑ ΠΛΑΝΑ (8ο)



(Φινόπωρο του 07. Θα άλλαζα σχολείο μετά από 20 περίπου χρόνια. Η Στ' θα πήγαινε εκδρομή στην Αθήνα... Οι συναδέλφισσες μου ζήτησαν να πάω μαζί τους ...έτσι

Το κείμενο που ακολουθεί, είναι αυτή η διαδρομή. Κουβέντες μεταξύ μας, στίχοι  και λίγες γραμμές από μια ιστορία. Εμβόλιμα όλα)


Αφιερωμένο στις: Λίτσα Αλεξοπούλου και Μαρία Παυλοπούλου



Θα ρθεις μαζί μας… ναι;

Θα ρθω; Θα ρθω… ας κλείσει αυτός ο κύκλος έτσι. Με τούτη την εκδρομή. Τη Σχολική

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν….

Δε μου λέτε, πως πέθανε η αδερφή της Ερηνούλας; Ήρθε η μάνα της ….και να μου την προσέχετε ξεχωριστά….και έχω χάσει ένα παιδί…Με τρόμαξε να σου πω…. Σε εκδρομή συνέβη;…

Είχε πάει να πει τα κάλαντα. Παραμονή Χριστουγέννων. Σαράντα μέρες σε κώμα. Της Υπαπαντής έφυγε. Εξωτερικά αλώβητη. Με όλο το σχολείο να τη συνοδεύει. Η Ειρηνούλα γεννήθηκε δυο χρόνια μετά. Με τη νεκρή παρούσα. Τη ρωτάς πόσα αδέρφια έχεις και σου λέει δύο. Το δεύτερο η πρώτη Ειρήνη….

Εγώ την καταλαβαίνω. Όλη αυτή τη διαδρομή της μάνας της Ειρήνης την έζησα μέσα από τη δική μου μάνα. Ο αδερφός μου, έχτη τάξη, είχε το ρόλο του κλεφτόπουλου. Κάποιος, ένα παιδί  που έκανε τον Τούρκο, έπρεπε να τον πυροβολήσει. Το όπλο ήταν γεμάτο. Και ξαπλώθηκε στη μέση της σκηνής…
γι’ αυτό σας λέω… αυτή τη διαδρομή την έζησα….

Έι! Την βλέπετε αυτή την πινακίδα; Όποτε την έβλεπα καταλάβαινα πως έφτανα σπίτι μου

Ε, καθένας βάζει τα σημάδια του…

Τι είπες μόλις  βρε Μαρία;

Καθένας βάζει τα σημάδια του
Αφήνει τα χνάρια του
Τα σταθερά του
Φωτάκια φωσφορούχα

Που λέτε, ο Φάνης αγαπά τη Βιβή. Έρχεται μια μέρα μου λέει: κυρία αυτό είναι το σπίτι που θα μείνω με τη γυναίκα μου και μου δείχνει σε μια ζωγραφιά ένα μεγάλο σπίτι σιντριβάνια κήπους…
Βρε, του λέω, με τέτοιο σπίτι κι εγώ σε παντρευόμουνα

Ε, μωρέ κυρία….

Ξέρετε πόσες τον θέλουν; Τα μισά κορίτσια να σας πω….

Γεια σου, Φάνη γλυκοαίματε!

Με το Θανάση ήμαστε φίλοι. Ήταν κολλητός της κολλητής μου….. στην αρχή τον μισούσα νόμιζα θα μου την έκλεβε …
Αλλά μετά….

Σε τούτο το κορμί  
 βάζω τα σημάδια μου
Να θυμάται το πέρασμά μου

Καλέ τι γράφεις ανάμεσα Ξυλόκαστρο-Κιάτο;

Ανάμεσα Ξυλόκαστρο – Κιάτο
Εγκλωβίζω σε λέξεις
Αισθήματα

Εγκλωβίζω
Της ύπαρξης σου την απουσία

Σ’ έχω κλείσει
Πώς να ξεφύγεις

Απεικονιστικό θέλω
Κι επιθυμία νυχτερινή
Χάρισέ μου
Της αφής σου το δώρο

Τι μου κάνεις… αχ εσύ… 

Μ’ ακουμπάς
Χάνομαι μέσα σου
Μ’ ακουμπάς
Ταξίδι στο πάντα
Με παίρνεις
Πόσο κρατά ένα όνειρο;
Μπαίνω στων χεριών σου το όχημα…

Αυτές οι σκέψεις είναι δικές μου…… εσύ μου τις παίρνεις….. πως το κάνεις δεν ξέρω, μα αυτά τα πράγματα που γράφεις είναι στο μυαλό μου…..

Κυρία! Βάλτε αυτό το σιντί!

Έρχομαι! Γαμώ την αγανάχτησή μου γαμώ!



«Mε ζητάνε. Ο πρόεδρος θέλει να θέσω υποψηφιότητα…
Ο πρόεδρος;
Ναι. Ο ίδιος προσωπικά. Τρεις φορές με πήρε….
Σταμάτησε και την κοίταξε. Τον κοίταξε και κείνη. Ύστερα χαμογέλασε ελαφρά. Το χέρι της του χάιδεψε το μάγουλο
Το θέλεις;
Το θέλω;
Το θέλεις.
Του στρεψε την πλάτη. Τα μάτια του την ακολουθούσαν. Ο ίδιος όχι. Ο ίδιος έμεινε στον καναπέ. Και γέλασε. Όχι πως θ’ ακολουθούσε τη συμβουλή της… όχι, μα ήθελε λες τη συναίνεσή της.
Είχαν μια ιδιότυπη σχέση. Ερωτική; Καθόλου
Εκείνος την εμπιστευόταν απόλυτα.
Όσα σου λέω, ούτε στον εαυτό μου…της είπε μια φορά.
Εκείνη …..….»

Τι γράφεις καλέ;

Μια ιστορία. 
                                                                                                                                        Με καλό τέλος; Έλα… να χει καλό τέλος…
Όλα είναι πια ή μακριά ή δύσκολα.

Σε δίψασε η ψυχή μου
Ελέησέ με
Μια σταγόνα χρόνου

Μια σταγόνα χρόνου… ξέρεις τι ναι μια σταγόνα  χρόνου;
Α, εσύ…. … ξέρεις πως 

Κουβαλώ
Της επιθυμίας σου την άκρη
Νοτισμένων στιγμών την θύμηση
Και είμαι καλά
Με την ένδυση
Από αγγίγματα ακριβά
Και αρώματα
Ερώτων νυχτερινών….

Λίτσα, …Λίτσα …είσαι αλλού… πού χάνεσαι και πας;

Κι όμως,
μέχρι που αρρώστησε ο πατέρας μου ήμουν εντελώς άλλο άτομο. Ύστερα ήρθαν οι ατέλειωτες  ώρες στο νοσοκομείο για να επιβιώσω, έπρεπε… Και  πήγα αλλού. Το μυαλό μου πήγε αλλού. Και πολλές φορές το σκέφτομαι. Πριν φύγει μου κανε το τελευταίο του δώρο….

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Aμοντάριστα Πλάνα (το 5)




Θα ρωτήσω
πως να σ' ακούσω
μ' εμποδίζει της καρδιάς μου
το τύμπανο




Μάτια αντικρίζουνε μάτια. Σκούρα σκούρα στο χρώμα του θανάτου. Λίγο βουλιάζουν πουλιά στις φωλιές τους με σκέπη θλίψης γελάστε μου λίγο γελάστε μου.
Χείλη λεπτά σφιγμένα δεν καρτερούν δεν το βλέπεις αδημονούν
Θέλουν και δε ρωτούν τα δικά σου


Ποιο είναι κείνο το φιλί
που αιώνιο τάχα μένει


Εκεινής είναι γαλάζια. Βλεφαρίδες μαύρες ώριμα στάχυα τα μαλλιά αυτιά κοχύλια ρόδινα χείλη. Γεμάτα Στήθη εικοσάχρονα πλωριά και μια ελιά ανάμεσά τους το νου να παίρνει.
Να σε χαρώ ομορφιά μου Αφροδίτη στη γη ο αέρας της νιότης η αυθάδεια της νιότης η αφέλεια της νιότης


ΑΥΤΗΝ εγώ θα την πάρω
Σώπα μωρέ! Αυτή είναι καλονή
Κι ΕΓΩ σου λέω θα την πάρω. Κοτοπουλάκι είναι. Δεν την βλέπεις; μόνο όμορφη

Θα σε θελήσει;

Θα τη ΡΩΤΗΣΩ; Μια ξανθιά είναι μόνο


Τα μαύρα απέναντι στα γαλάζια. Πέφτει το ζάρι κερδίζουν τα πρώτα. Το γαλανό υποκύπτει.

Μ' αρέσεις. Σ' αρέσω. Θέλεις; θέλω.


Αργά τρυφερά. Γρήγορα βιαστικά. Έτσι αλλιώς. Εδώ αλλού.


Κάτσε να μιλήσουμε.

Τι να πούμε; βιάζομαι τρέχω έχω δουλειές δουλειές πάλι δουλειές

Αγάπησέ με μόνο αγάπησέ με

Άσε με καημένη. Ντύσου! πως είσαι έτσι ντύσου! Γίνε λίγο άνθρωπος
τι θες και μιλάς; αφού δεν ξέρεις
 Σιγά που ξέρεις
 Τίποτα δεν ξέρεις
 Σκάσε βγάλε το σκασμό πια


και πάλι θα ρθω
θα με δεις
μα δε θα με γνωρίσεις


Γιατί δε μ' αγαπάς;

Ωχ, πια δε σ' αγαπώ και δε σ' αγαπώ όλο γκρίνια. Να σαι στην ώρα σου κοίτα και βάλε ένα ρούχο της προκοπής
 θα βγεις μπα! που θα πας στη Μαρία; Ποια είναι η Μαρία πού τη γνώρισες πότε γιατί δεν την ξέρω Ψέματα! Λες ψέματα!
Βάφεσαι γιατί βάφεσαι για ποιον; θέλεις άλλον; έχεις άλλον!

Κι είμαι μπροστά σου εδώ
γυμνή
μα δε με βλέπεις


Είσαι ψεύτρα! Ψεύτρα! Πηδιόσουν! Με ποιον πηδιόσουν; Πού; Την αλήθεια! Πες μου την αλήθεια!

κι αν την αλήθεια γύρεψα να βρω
ποτέ μου δεν την είδα


Ορέ πούστη μου
ποια αλήθεια; Να με πηδάς θέλεις
Ρώτησέ με τι θέλω πως θέλω αν θέλω
ΔΕ ΣΕ ΘΕΛΩ
!


Γαλανά κοπίδια και μαλλιά ανεμίζοντα. Η αμαζόνα ζητά την εκδίκησή της
Στο διάβολο τα μαύρα μάτια τα χείλη τα κουρσάρικα τ' αλήτικα τα χέρια στο διάβολο!
Μόνο για την κάβλα τους


και κυνηγός εβγήκα


Και εγένετο. Άκης και Σάκης και Γιάννης και Νίκος και Αντρέας και πάλι Αντρέας και Χρήστος
και τέλος ουκ έσται

Ως να σβήσει η ομορφιά μου να μην την φοβούνται να μ' αγαπούν να μ' αγαπούν
Ως να δύσει η μέρα κι η νύχτα και να ρθει άλλη μέρα και πάλι να μ' αγαπούν όλες τις ώρες και τα λεπτά και τα δεύτερα ως ν' ασπρίσουν τα μαλλιά μου να θολώσουν τα μάτια μου να πέσουν τα στήθη μου κι η ελιά άκαρπη


γυμνή θα περιφέρομαι
αναμεσό σας
κι όποιον με δει
θ' ακολουθήσω
 στους αιώνες


Κυριακή 20 Μαΐου 2012

Αμοντάριστα πλάνα (το 9)



Ακουμπώ σε πέτρα
Το βουνό αυτό με θρέφει
Πέτρα στην πέτρα
Μετρώ την ανάσα μου

Γεννιέμαι πεθαίνω
Γεννώ βαφτίζω
Θλίβομαι χαίρομαι
Με τον ήχο του όπλου
Την κλαγγή του όπλου

Η καρδιά μου
Φουσκώνει πλαντά
ξεθυμαίνει…μ’ ένα

ΜΠΑΜ!


Τριάντα έξι χειροβομβίδες επέταξα από τούτονε το παραθύρι…. τριάντα έξι! Eγύρισε η τελευταία οπίσω και μου φαε τη μούρη. Τα αίματα με πήρανε…. έβαλε τα κλάματα η γυναίκα
Μην κλαις μωρή μην κλαις πράμα δεν έχω
Χαρές έχομε βαφτίζομε το γιο!

Και κατοικώ
Μαζί με το σπόρο του θανάτου


Σε χαρά έχασα τον πατέρα μου σε ντουφεκιές λαμπριάτικες. Τον αδερφό μου τονε λέγανε Δράκο και σε δρακοσπηλιά μεγάλωνα. Hρθε ο Γιώργης, ορφανός ήτονε, τον έβλεπα πως με θώριε. Ήθελα να του πω μη με κοιτάς…. Δράκαινα με φυλά μα σώπαινα, στον τόπο μου οι γυναίκες δε μιλούνε

Θα σε κλέψω Νυφώ Αν δε σε δώσουνε θα σε κλέψω! αμοναχός είμαι κι εγώ…

Είχες έναν αδερφό…

Είχα έναν αδερφό.
Είχα έναν αδερφό που είδε ό,τι δεν έπρεπε…. Tην κλεψιά την είδε.
Aμάρτησε. Kανείς δεν τούπε πως δεν μαρτυρούνε. Φυγόδικος έγινε τον έφαε ο κάμπος και στην κάσα πίσω γύρισε τ’ Αϊ- Γιωργιού ανήμερα, στα 23 του τα χρόνια….

Μα θα κάμωμε γιους Νυφώ…. θα κάμωμε γιους!

Και νηστικός περπάταγα
Την πείνα της καρδιάς μου
Να ταΐσω


Τι το θες μωρέ πατέρα το τουφέκι; Πάει ο καιρός! περάσανε οι μέρες σου! Δε χρειάζονται τα τουφέκια…. τουφεκάνε τα λόγια σήμερο…. Το ζητάνε στην Κύπρο δώσε το μωρέ πατέρα!


Ήτανε γιορτή βγήκα στο παραθύρι ανάθεμα τσι Γερμανούς εγώ θα ρίξω! Θα ρίξω απού να χουνε το ανά…. έπαιξα μια… δυο…. Έκλαιε η μάνα σου. Να μας σε κάψεις θες θα μας σε κάψεις…. Σκέψου τα παιδιά σου …τα παιδιά σου!
Πλαντώ! τση φώναξα…. Πλαντώ!
Και έριξα πάλι και πάλι και μέχρι το βράδυ με προδώκανε, οι Γκεσταπίτες ήρθανε και με πήρανε στο Ρέθεμνος…..

Ξέχασέ τα πια! Φύγανε κι οι Γερμανοί! Δεν έχει εχθρούς….

Τον καιρό που κλέψανε την αδερφή του ήρθε στο σπίτι κι εζήτησε μου το ντουφέκι… ο γιος ο μεγάλος εξετάσεις θα δινε…. Γιατρός ήθελε να γενεί….πού θα πας! είπα να του φωνάξω Πού θα πας το γιο σου ποιος θα τον νοιαστεί …τίποτα δεν είπα το τουφέκι μόνο του φερα κι έφυγε μοναχός μέσα στη νύχτα και μ’ άφησε...πέντε παιδιά μ’ άφησε… 

το χρέος του ήτανε μπροστά και το ξερα

Θα σε μετρήσω
Με τα λόγια που δεν είπες
Μα πάντα
Τ’ άκουγα


Πάρε το! Πάρε το δώσε το στην Κύπρο…. να το τιμήσουνε πες…. να το τιμήσουνε

Γιατρός δεν έγινα. Δάσκαλος έγινα. Για ειρήνη μιλώ στα παιδιά, για ειρήνη….

Εχτίζαμε το σπίτι και είχενε απομείνει μια κούτα πυρομαχικά…. Τι να τα κάμωμε μωρέ πατέρα…. σε μπελάδες μας σε βάνεις

Τα θάψαμε στα θεμέλια του σπιτιού και στο τέλειωμα της σκάλας. Και μείνανε πεθαμένα μέχρι που έσκαψε ο Ο.Τ.Ε. να περάσει γραμμές. Σκάψανε στη σκάλα τα βρήκανε… Καιρός της χούντας… ήρθανε οι αστυνομικοί

Δάσκαλος έγινα. Όπλο δεν αγόρασα ποτέ μου. …τρεις σφαίρες έχω μόνο, φυλαμένες απ’ το στρατό και καμιά φορά τα βράδια, όνειρο βλέπω πως….

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

ΑΜΟΝΤΑΡΙΣΤΑ ΠΛΑΝΑ 4



Και πεζοπόρος
Ζήτησα να βγω
Στου ωκεανού την άκρη


Α, το πουτανάκι… το πουτανάκι! Να φύγει! Να φύγει!
Που την πήραμε σπίτι, της δώσαμε κι έφαγε, ντύθηκε κι όλο έξω…. όλο έξω…. ακόμα δε βγήκε απ’ τ’ αυγό ….. Γαμπρίζει το σκυλί το θηλυκό….Γαμπρίζει…

Μήτσος. Ετών 65. πλούσιος. χτήματα πολλά. Ελιές Χριστέ μου ελιές! Χάνεται το μάτι σου
Ψηλός. Όλα τα μαλλιά. Λεβέντης άντρας κι ας μην ήταν όχι στην πρώτη μα ούτε στη δεύτερη νιότη
Την ησυχία του είχε…. Τι τον ήθελε το δαιμονόσπορο; Σίγουρα η μάνα της του δρόμου θα ταν…. κι αυτή πουτάνα θα γίνει….
Αλλά εκείνη…. η φαντασμένη …ήθελε παιδί…. Να γελάσουμε λέει…. να γεμίσει το σπίτι μας λέει….. Ένας σατανάς είναι…. Όλο παιχνίδι θέλει…… να ναι το διάολό μου γαμώ…. θα το σκοτώσω καμιά ώρα Τι ήθελα και την άκουγα; πήρανε και οι γυναίκες δικαιώματα…. Μωρέ στείλτη στο διάολο …
Εγώ φταίω που την παντρεύτηκα τι τον ήθελα το γάμο; Καλά περνούσα…

Και της πατρίδας τ’ όνομα
ερημιά το λέγανε

Πώς σε λένε;
Γιασμίνα Γιασμίνα. Με λένε, Γιασμίνα

Ετών 11. Χώρα Σερβία. Μάτια γαλανά. Δέρμα σταρένιο. Κορμάκι λιγνό. Πρόσωπο κουρασμένο.
Η Γιασμίνα. Από το Βελιγράδι, το ορφανοτροφείο, στην Ελλάδα. Καταμεσής στο πουθενά. όχι, ορφανή πολέμου δεν ήταν. Ο Γιώργος ήταν από τη Μπάνια Λούκα ο Γιώργος ήταν που ήρθε με πρόγραμμα φιλοξενίας κι άφησε την καρδιά του εδώ. Μα η Γιασμίνα όχι…

Αυτή την κολόνα θα τη λέω Άννια την άλλη Σέλμα και τούτη Ματέο.
Ε, Σέλμα! ε, Άννια! Ε, Ματέο! μοναξιά πολλή εδώ μοναχή είμαι κι ο Μήτσος πατέρας όλο μου θυμώνει και μου γυρίζει την πλάτη δεν είμαι λέει καλή, δεν είμαι…. πουτάνας ψυχή έχω λέει τι είναι πουτάνα μαμά Νάντια;

Και κείνον που με θέλησε
Δε ρώτησα
Πουλήθηκα στο σ’ αγαπώ

Ζωηρή είναι η Γιασμίνα μας μα δεν ήξερε από σπίτι από σειρά…. Κι ο Μήτσος, καλός καλός είναι μα δεν καταλαβαίνει μια ζωή κι αυτός μοναχός πέρασε και μένα η ζωή μου ε, να μην την τελειώσω στη μοναξιά έτσι μου ταξε και τόσα θα πάμε δω θα πάμε κει και ταξίδια και συντροφιές και σουαρέ
Μια θάλασσα λόγια πενήντα πέντε ήμουνα και γω μ’ είχε φάει η Γερμανία καλοστεκούμενος αυτός τι άλλο να ζήταγα;
Το σπίτι σε πενήντα στρέμματα ελιές μέσα είπα θα γίνω κι εγώ ελιά και θα ριζώσω
Ας πάρουμε ένα παιδί….
Ο Μήτσος έλεγε είναι ξένος σπόρος και τι τον θέλαμε έτυχε κι η μικρή ζωηρή ήθελε παιχνίδια αυτός την ήθελε σούζα να χτυπά αυτή τα ποδάρια να τη βρίζει δεν την έκανε καλά

Θα σε σκοτώσω μωρή! Το βλέπεις αυτό; όλο απάνω σου θα το ρίξω

Και δίψασα
Χρόνους πολλούς
Στης ανυδριάς τη χώρα

Αχ, καημένη μαμά Νάντια… έγινα κιόλας 15 κι εσύ μ’ άφησες φούσκωσε το συκώτι σου λέει και το βράδυ της θανής σου χέρι άπλωσε πάνω μου

Άει γαμήσου ξεφτιλισμένε!

Έχει μηχανή ο Γιούσεφ θ’ ανεβώ και θα χαθούμε
Και θα πηδιέμαι μ’ όσους θέλω …Πουτάνα μ’ έλεγες πουτάνα θα γινώ!

Και μ’ έκλεισε σε ίδρυμα μαμά το βράδυ της θανής σου και είπε πατέρας μου δεν θα ναι πια
Μα θα το σκάσω κερατά και θα ρθω μέσα στις ελιές να γαμηθώ με χίλιους Αλβανούς να γαμηθώ μέχρι να σου ρθει αποπληξία και θα βάλω μια φωτιά και να καούν οι ελιές και να καεί το σπίτι

Και πορευθέντες προς το φως
Το σκότος το μεγάλο
είδαμε


Ο Μήτσος; Μπλέχτηκε με τρεις τέσσερις ακόμα….. τελευταία μια Ρουμάνα με την κόρη της…… Ήρθε και τα τέντωσε αυτός κι ας είχε τάξει στον παπά να γράψει την περιουσία, στην εκκλησία να τονε μνημονεύουνε μέγα ευεργέτη της Αγίας Παρασκευής μες στους αιώνες
Α, ρε Μήτσο!....Τα σχέδια αλλιώς τα κάνεις κι αλλιώς έρχονται . Ο λεγάμενος την έκανε ετών εβδομήντα παρά κάτι δέκα μέρες πριν προλάβει, να γράψει τις ελιές στην εκκλησία και το μεγάλο σπίτι
Κι όλα μείνανε στη Ρουμάνα και την κόρη της που πρόλαβε και της έβαλε την κουλούρα στο παρά τσακ
Κι έμεινε ο παπάς άδικα να λέει για «αθετήσαντες»
Ας πάει να τον βρει να ζητήσει δίκιο……. …………………………………………………………………………………….

Με θυμάστε;
Βρε βρε… η Γιασμίνα… πώς είσαι Γιασμίνα; Μεγάλωσες μεγάλωσες… πόσο είσαι τώρα; 20! Τι λες; κιόλας!

Μικρούλα μικρούλα Γιασμίνα ίδια έμεινες λιγνό κορμάκι κουρασμένο προσωπάκι σταρένιο

Πού ζεις; Δουλεύεις;

Μένω στης μάνας μου το σπίτι. Βλέπω δυο παιδάκια ψάχνω και γι’ άλλη δουλειά
Ναι ναι ήταν δύσκολα
Να τα πούμε… να πάμε για καφέ
Το τηλέφωνό μου
Ναι να βγούμε για καφέ τα λέμε Γιασμίνα τα λέμε

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

ΑΜΟΝΤΑΡΙΣΤΑ ΠΛΑΝΑ 3

Κάτι παλιότερο για μιαν ασθματική ανάγνωση σήμερα που βρέχει

.........................................................................................

Σαν θα με πάρεις αγκαλιά
Ξανά
θα χουν περάσει χίλια χρόνια
Προσμονής κι αδημονίας


Είσαι χαμένο, ορέ παιδί! Είσαι χαμένο… Τι κάθεσαι αυτού; Με πονάν τα κόκαλα μου, σου λέω. Θα πεθάνω και θα με φαν τα σκυλιά και τι θα λες κοντά;

Α, ορέ μάνα…
Ρωτάς για να ρθω…. πώς να ρθω…. έχεις μείνει στα δικά σου το μυαλό σου έμεινε εκεί…. ούτε βήμα μπρος…. έμεινες εδώ
Ο κόσμος τρέχει, εσύ που να τρέξεις; Στη Τζούμιζα έτρεχες και στα Καμίνια… δεν κατάλαβες, άλλαξαν τα πράματα…. που να τρέξεις τώρα….

Giorgos?
Η Μip. Γνωριμία στην Πάρο. Τον καιρό που γυρνούσε πουλώντας σεντόνια στους ντόπιους και τα γραμμάτια τρέχαν εκείνο το φορτηγάκι λες και το χαν βάλει σημάδι Παλαιστίνιοι κι Ισραηλίτες ο Νίκο Βάσος…. φέρε λεφτά και φέρε

Δεν έχει δουλειά μωρέ Νίκο…. η αγορά κεσάτια…. αφού τα ξέρεις
Κουφάλα ζωή…

Beautiful eyes!
Το ξερε μα πάντα τ’ άρεσε να τ’ ακούει…. είχε όμορφα μάτια, κορμί δεμένο, μελαχρινός

English?
No, Holland
Χα! Να και η μικρή Ολλανδέζα που μικρή δεν ήταν τριανταπεντάρα την έκοβε ξέθωρα μάτια κοντά μαλλιά ούτε κώλο ούτε κοιλιά. Σ’ αναβροχιά τον βρήκε…πρόθυμα χαμογέλαγε

Και μην πούμε για ποτάμια
Που διαβήκαμε
Σε στερεμένους τόπους
Νερό αν ήπιαμε

Την έβαλε στο φορτηγάκι, αναπάντεχα θερμή ήταν, λίγο έλειψε να τον προδώσει η φύση του μα τα κατάφερε, έκανε το χρέος του

Giorgos?
See again?
Mip,
πάμε να πουλήσουμε σεντόνια… no work no money… money you know?
Yes yes, έλεγε η Mip και του γινε σκιά και μαζί χτυπάγανε τις πόρτες λεφτά δε βγαίνανε γαμώ τα money γαμώ τον πήρε από το χέρι

Ε, ορέ Γάκια! πού πας παιδί…

Στην Ολλανδία του Βαν Γκογκ που σιγά μην τον ήξερε ήρθε κι ο ανιψιός ο Θανάσης που έκανε τον κουλτουριάρη μια ζωή στο χημικό άλλο που τελευταία το γύρισε στο ηθοποιηλίκι και παίζει σ’ ένα σήριαλ της συμφοράς και τονε βλέπει η μάνα του και καμαρώνει μα ακόμα τότε το παιζε βαριά κουλτούρα να πας θείο- θείο τον έλεγε- στο Μουσείο του Βαν Γκογκ

Άει κατούρα τα πόδια σου ρε!

Αλβανοί έρχονταν, εκείνος έφευγε. Να γίνει υπήκοος αλλού να χωθεί αλλού

Α, ορέ Γάκια… πού πας;

Να βρω έναν Έλληνα… δουλειά ορέ δουλειά!
Σερβίρεις; Ναι. Πόσα; Τόσα. Καθαρά πράματα.

Βρέχει βρέχει βρέχει.
Μουσκεύει το κόκαλό του. Περιμένει η Μip κουράστηκε η Mip θάμπωσε ο ωραίος Έλληνας, πέταξε ο έρωτας
Σπίτι, βρες άλλο σπίτι. Άλλη δουλειά δουλειά δουλειά….
Τι ξέρεις; Τι μπορείς να κάνεις; Όλα τα ξέρω όλα τα μπορώ

Το νήμα να ενώσεις θέλεις
Ξεχνώντας πως φθαρμένο είναι
Και κομμένο
Σε σημεία πολλά

Χα! κουτόφραγκοι! Να σας χέσω τον πατέρα
Λεφτά! Τσάμπα λεφτά! Μαύρα λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά….

Η Όλγα.
Λευκορώσα η Όλγα δυο παιδιά η Όλγα στην πατρίδα, ίδια ιστορία παλιοκατάσταση να σου βγάλω χαρτιά να πω είσαι Ελληνίδα να πω είσαι μαζί μου φοβάμαι Όλγα
Απέλαση η Όλγα

Σαρανταπεντάρισες Γάκιαααα…..

Το χέρι σου καμάρι μου; Χέσε με μάνα! σκατά τα κανα πάλι……………… κόπηκε ο τένοντας μα μη φοβάσαι μάνα δεν έχω τίποτα το δάχτυλο μόνο δεν ανοί θα μ’ εγχειρίσουνε αύριο μάνα

Άι, γαμώ τα συστήματά τους γαμώ! ένα τσιγάρο μωρέ!

Α, ορέ πατέρα έλα να το στρίψουμε εδώ α για! Μια τσιγαρούλα να κάνουμε….Α, ορέ πατέρα καλός ήσουν κι εσύ την έκανες νωρίς και…

Θα σου ρθει πλοιο
Σινιάλο δε θα δεις ούτε θ’ ακούσεις
Μονάχος τον Αχέροντα διαβαίνεις
Ως κι ο βαρκάρης απεργεί
Και που να βρεις μονέδα
Να πληρώσεις


Γαμώ τα συστήματά σας γαμώ….. τσιγάρο ορέ!

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

Και κάτι απ' τα παλιά

ΑΜΟΝΤΑΡΙΣΤΑ ΠΛΑΝΑ 11

Δώσε μου νερό να πιω
Μακρύς ο δρόμος
Κι όλο κάμα
Κάθεστε καλά;


Ναι καλά καθότανε

Ένα αγόρι δυο μέτρα ήταν έτσι της φάνηκε Ένα αγόρι όλο πόδια και χέρια

Μα βολεύεστε;

Του μιλούσε στον πληθυντικό αν και μπορούσε να ταν γιος της τι την ήθελε την κουβέντα μα ήταν ένας δρόμος που δεν τέλειωνε μια αδημονή όλο δίψα και το παλικαράκι να μην μπορεί να βολέψει τα άκρα του

Αγχωμένο έδειχνε χειρότερα από κείνη κι όλο στριφογύριζε στη θέση του μέχρι που εκείνη, άφησε γέλιο να φανεί στα χείλη της και πιάσανε την κουβέντα

Σπουδές;
Μπα! Είμαι αστυνομικός της ομάδας…..

Βάψε τις λέξεις που πληγώνουνε
Μη και τις συμπαθήσεις


Και πήρε να της λέει ονομασίες που ούτε τις είχε ξανακούσει ούτε που τις καταλάβαινε κι ο δρόμος μόλις είχε αρχίσει

Πηγαίνω με μετάθεση στην Κρήτη είπε κι όλο ανησυχία τα μάτια του φτερούγιζαν και τα δάχτυλα τα μακριά τα γύρναγε ξένα λες του ήταν κι ούτε ήξερε τι να τα κάνει

Ποια είπες είναι η δουλειά σου;

Κατάλαβε πως ανίδεη ήταν

Ομάδα απώθησης πριν από τα Ε.Κ.Α.Μ. εμείς ερχόμαστε και…..

Την κοίταξε χωρίς να τη βλέπει έτσι της φάνηκε
Έλεγε εκείνος πως γινότανε πως προασπίζανε ναι αυτή τη λέξη είπε προασπίζανε τους στόχους


Αλλά τώρα έπαιρνε μετάθεση η Κρήτη δεν είχε καλό όνομα όλο φασαρίες

Ενστολοι θα πάμε έτσι θα κατέβουμε στα Χανιά και μετά Ζωνιανά Ανώγεια

Ότι δεν ξέρω το λέω φόβο
Πώς να το πάρω αγκαλιά
Στου ενύπνιου το δρόμο

Γέλιο πνιχτό της ήρθε κρατήθηκε δαγκώνοντας το κάτω χείλος

Ε, να γνωρίσετε καμιά κοπέλα οι Κρητικές λένε είναι όμορφες

Μπα μπα είπε λες κι έλεγε ξορκισμένος ο σατανάς δεν είμαι γω για τέτοια λίγο και θα πίστευε πως έφτυσε στον κόρφο του

Που άφησες τον έρωτα;
Θα ρθει να γυρέψει
Και πώς να τον πληρώσεις


Να προσέχεις του είπε από ώρα της είχε επιτρέψει τον ενικό έτσι καθώς ζητούσε κάποιον να ακουμπήσει της είχε επιτρέψει τον ενικό κι ένοιωθε να συμπονά το αγόρι που μίλαγε ασταμάτητα

Να μην κυκλοφορείς προκλητικά του είπε και η λέξη του βαλε φωτιά λες

Θα φοβηθώ νομίζετε; Εδώ δε φοβήθηκα συνταξιούχους και δασκάλους που μαζευόσαντε έξω απ’ το Υπουργείο και….

Φάρσες που κάνει η ζωή σκέφτηκε η γυναίκα και ξέσπασε σε γέλια χωρίς να κρατά προσχήματα

Είμαι δασκάλα του είπε δακρυσμένη σχεδόν από τη θύμηση των πολυήμερων απεργιών καθώς είδε τον εαυτό της απέναντί του

Και η ώρα έρχεται
Αντίκρυ στέκει


Τι θα κανες αν μ’ είχες απέναντί σου προκλητικά ρώτησε εκείνος ήταν πολύ σοβαρός και συνάμα αστείος Ω, Χριστέ πλάκα που έχει η ζωή

Μόνο με τους συνταξιούχους είναι λίγο περίεργα

Και χάθηκε πάλι στις εντολές που δίδονται και πως πρέπει αυτά έτσι να γίνονται αλλιώς το οικοδόμημα χαλάει είκοσι τεσσάρων χρονών την τρόμαξε η βεβαιότητά του στο σύστημα
Κι ύστερα βρέθηκε στη σχολή και πως επέλεξε το δρόμο της καταστολής και πως κανείς δεν ξέφευγε

Αυτό το ρούχο φόρεμα
Της λύπης βάζω
Εσύ να μην το πεις

Ας υποθέσουμε ….

Κι όσα σε πνίγουν πνίγεις τα

ένας σε μια άσκηση δεν συμμετέχει ή μένει λίγο στην άκρια και εξαιτίας του δεν πετυχαίνει τότε η άσκηση επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά μέχρι να γίνει τέλεια και το βράδυ

σε αμαρτωλό κρεβάτι

Το βράδυ πιάνανε τον αίτιο της ταλαιπωρίας τους

Την Παναγία σου κωλόπαιδο! Τη μάνα σου …..θα την ξεσκίσω ρεεε!
Μαλακισμένη κουφαλίτσα

Λέξεις μαχαίρια ζώσανε
Τον ύπνο του δικαίου


με μαξιλάρια τον ζώνανε και ως
που να πει αμήν τον χτυπάγανε
και δος του έλεγε ξανά και ξανά

την Παναγία σας ρε! Κωλόπαιδα του κερατά ! θα σας γαμήσω…..

ξύλο πολύ ξύλο


Κι αν θα το βάψεις πορφυρό
Πάλι το λένε κρίμα

Ήθελε να του αγγίξει το χέρι να του πει ησύχασε ησύχασε μα ήταν αλλού φευγάτος δεν την άκουε πια

Χάνομαι
Σκοινί αγάπης δώσε να πιαστώ
Πίσω για να γυρίσω


Κι έδωσε και φτάσανε η ώρα είχε περάσει κι ο δρόμος ο ατελεύτητος δεν της είχε φανεί σχεδόν ένοιωθε να του χρωστά χάρη Εκείνος, χαμογελούσε που την κοίταγε της άπλωσε το χέρι έκανε ν’ αστειευτεί

Στη διάθεσή σας κυρία μου της είπε. Όποτε με χρειαστείτε, στη διάθεσή σας………...

Σάββατο 7 Αυγούστου 2010

ΑΜΟΝΤΑΡΙΣΤΑ ΠΛΑΝΑ 7

Και στου καιρού
Το άρμα
Ζεύτηκα


Και τι έμεινε πια να θυμάμαι;
Ααχ μένανε…..

Τίποτα …. Τίποτα…. Όλα σβηστήκανε…. Κι αν κοιμήθηκα με γυναίκες κι αν έκανα παρέες κι αν έφαγα κρέατα ψητά κι ήπια ρακές και κρασιά και μέθυσα….. Tίποτα δεν απόμεινε….
Σβηστήκανε όλα ….. όλα και τίποτα δεν έμεινε και μόνο τα πόδια μου που δεν μπορώ να σύρω σκέφτομαι και στον καμπινέ δεν προλαβαίνω και συ φωνάζεις όλο φωνάζεις…. Δεν είμαι λέει καθαρός ρωτάς αν προλαβαίνω κλείνεσαι εκατό ώρες στο σκατομπάνιο, που βάλατε τον απόπατο μες στα σπίτια σας και με ρωτάς άμα βαστιέμαι…..
Αμολιέται το κάτουρο μοναχό του είναι τα έρμα χάπια …. εσύ λες δε φταίνε τα χάπια, με λες γουρσούζη …
Άι μωρέ και να μουνα …..όχι πολύ….. να φεύγανε τα χρόνια …..όχι πολλά μόνο δέκα …… έχεις το μαλακοπίτουρα το γιο μου…… δεν ξέρει να σηκώσει τη φωνή να σ’ αρπάξει απ’ το μαλλί……. το βαψες κι έγινες λιάρο γίδι και καμαρώνεις
Λες μια ζωή θα κυβερνάς τσούπρα …. Αχ, μωρή τσούπρα…. θαρρείς τα νιάτα σου θα τα γιορτάζεις πάντα πάντα

Κλείσε τα μάτια
Να με κρατήσεις
Πριν χαθώ


Λες δεν είμαι καλός
Δεν είμαι όχι δεν είμαι…… και δε με γνοιάζει ….. φοβούμαι να μείνω μοναχός ….. μόνο να χω τη ζεστούλα μου και να με ξεχάσει ο χάρος
Μη σουφρώνεις τη μούρη μάθε δεν έχουνε καλοσύνη κι αξιοπρέπεια τα γέρατα…..
Άι … τα νιάτα….

Και το μαντήλι
Του χορού μου
Το χασα


Νερό είναι όλα….. Ένα ποτήρι νερό είναι… δεν ξεδιψάς κανένας δεν ξεδίψασε και γω πλιο δεν μπορώ να το βαστώ από τα χέρια μου πάει να μου πέσει και συ μόνο γέρο με λες σ’ αμποδάω…. σ’ αμποδάω…
Άι…. Δεν το ξέρεις εσύ δεν το ξέρεις….

Σέρνεις το καράβι και θάρρεψες τον κόσμο απ’ τ’ αρχίδια έπιασες ….
Και πριν από σένα άλλοι το νομίζανε και γω που σου μιλώ το νόμιζα….. αχ, ήρθαν τα άγρια να διώξουν τα ήμερα να διώξουν…. άλλοι καιροί ήρθανε λες….
Ίδιοι είναι πότε θα το μάθεις…. οι νέοι τρέχουν οι γέροι πατούνε φρένο και ισορροπεί ο κόσμος
Άμα φύγει το φρένο καλύτερα θα ναι νομίζεις;

Χαλά η τάξη του κόσμου κι εγώ κλειω τα μάτια και θέλω να γυρίσω πίσω να γίνω νιος να στρίβω το μουστάκι και να χω βασιλικό στ’ αυτί και να μ’ ορέγονται οι κοπέλες και να διαλέξω πάλι τη Λενιώ του Νικήτα γιατί αυτή μίλαε στην καρδιά μου Να την ξαναδιαλέξω κι όσα δεν είπα δεν επρόκαμα να της τα ειπώ……να μπόρηγα να τα λεγα….

Πόσα πολλά
Κρατήσαμε
Φυλακισμένα
Λόγια…


Θαρρείς θα προκάμεις και αφήνεις τον καιρό….. Περνά ο καιρός λες μη σου πάρουνε τον αέρα και μένει η Λενιώ με το παράπονο
Λέει το κέφι μου ήθελα να κάμω και παιδιά να σπείρω κι αλήθεια είναι μα ήθελα ήθελα και να σου πω πως άλλη σύντροφο σαν εσέ άλλη δεν είχα ούτε θέλησα και πάλι αν γύρναγα εσένα θα ζητούσα και μέχρι να σε πάρω δε θα ησύχαζα
Μέχρι να σε πάρω να σε πάω σπίτι ν’ αγαπηθούμε
Ήθελα και συ να θες μα ντρεπόμουνα να σου το πω κι ήξερα έλλεες άντρας είναι το κέφι του κάνει και δεν εμίλαες μα ήξερα
Σ’ άγγιζα στο βυζί κι ανατρίχιαζες ήθελες με
Αυτό πρέπει άντρας και γυναίκα να σμίγουνε θεληματικώς εκείνη την ώρα….

Κι ο έρωτας μου

στο κορμί σου

ν' άφηνε

σημάδι...



Ω, μωρή νύφη τονε θες μωρή το γιο μου ή μόνο η κάψα του κορμιού σου τονε ζητά…

Εγώ σκατογέρασα…. Σκατογέρασα….
Πεθυμιά δεν έχω άλλη ούτε μυρίζω πλιο και δεν ξέρω αν περνά δίπλα μου θηλυκό ή σερνικό

Μια φορά λέει….. Μια φορά να γινότανε να μυρίσω γυναίκας το κορμί και να πεθάνω

Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010

ΑΜΟΝΤΑΡΙΣΤΑ ΠΛΑΝΑ 6

Κι ό,τι δεν ξέρεις
Θα ρθει να σε βρει


Και για ν’ αρχίσουμε στρατηγέ μου από αυτά που δεν θα μπορέσει το παιδί……
Λοιπόν ο Νίκος δε θα πάει στο Πανεπιστήμιο

Τι λες δάσκαλε που δε θα πάει…. Κι αν δεν πάει ο Νίκος ποιος θα πάει; Θα σπουδάσει ο Νίκος μου….. Κι αν δε μπορεί στην Ελλάδα ….στο εξωτερικό …κάπου εν πάσει περιπτώσει μα το στρατηγό μου τον θέλω! Γιατρό έστω! Στην έσχατη δικηγόρο!. Τι ξέρουν όσοι γίνονται; Κι εμείς δόξα τω Θεώ λεφτά έχουμε…..
Πώς το λέτε αυτό πως δεν θα πάει…. Δε γίνεται να μην πάει….

Νίκος. Με σύνδρομο Ντάουν.
Στρατηγός πατέρας, μάνα μοναχοκόρη και μοσχαναθρεμένη.
Με προξενιό το δέσιμο. Λεβέντης ο στρατηγός πλάκα τα γαλόνια. Εκείνη είχε αρχίσει να μαραίνεται και τα όμορφα τα χείλη που τα νόμιζε ο πατέρας της αφίλητα να γέρνουν απογοητευμένα.
Στη στροφή πριν την τελική ευθεία προλάβανε ο ένας τον άλλο.
Παντρευτήκανε πριν καλά καλά «ιδωθούνε» …. Τι βιάση κι αυτή! Μα η διαιώνιση του είδους θέλει ένα τρέξιμο μη μείνει ο στρατηγός δίχως κληρονόμο( ποιος θα λέει «παρουσίασ’ ρε!» )και τα ωραία μάτια χωρίς συνέχεια…..
Και ήρθε ο Νίκος, ο Μεσσίας επί της γης, χρόνια τρία μετά από φόβους και λαχτάρες –δικό τους έπρεπε να ναι το παιδί να παραμείνει αμόλυντη η γενιά…..
Ήρθεν ο Νίκος βραδύς. Πολύ βραδύς.

Μωρέ γιε μου, πολύ οκνό αυτό το παιδί

Τι λες μάνα! Το παιδί μου οκνό; Χαϊδεμένο είναι μόνο… Έλα παίξε το να σου γελάσει….
Χοπ! Νίκο μου, χοπ!
Άιντε λεβέντη μου! Στρατηγό σαν τον μπαμπά σου να σε δω να τρέμουνε οι φαντάρο να θέλουνε να θέλουνε ν’ ανασάνουνε κι άδεια να ζητάνε…

Κι απ’ τ’ όνειρό του
Ποιος θα φύγει πρώτος;


Aυτό το παιδί δεν περπατά…
Έχει μεγαλώσει γιατί δεν το πάτε κάπου
Σ’ ένα γιατρό….

Ε, μωρέ βαρύ είναι και δυσκολεύεται…. Μα δεν το βλέπεις πόσο χαριτωμένο είναι; Θα περπατήσει! Κι αν δεν περπατήσει τώρα θα περπατήσει αργότερα…..
Εμείς δεν το βιάζουμε όποτε θελήσει

Και το παιδί είμαι γω
Πόσο φοβάμαι τα λάθη τα δικά μου
Να μη δω


Μα ούτε να φάει μπορεί μόνο του ούτε μιλά
Μωρέ γιε μου αυτά δεν είναι χάδια
Μωρέ γιε μου πες το και στη γυναίκα σου

Μα δεν το βλέπατε; Εσείς τουλάχιστον στρατηγέ μου, τόσον καιρό δεν το βλέπατε;
Νοητική υστέρηση, έχει το παιδί….

Είναι χαρούμενο….τόσο που γελά….

Και σεις να γελάτε και να χαίρεστε που το έχετε…. Είναι γλυκό παιδί….

Είναι καθυστερημένο και μου λέτε να χαίρομαι γι’ αυτό; Πού να το κρύψω Παναγία μου να κρυφτώ κι εγώ;
Ο γιος του στρατηγού με τα γαλόνια πλάκα….. Α μωρή κουφάλα ζωή…. Ο δικός μου γιος…. Ο δικός μου….

Και τώρα
Άιντε να σε δω να σταθείς στα πόδια σου στα δικά σου τα πόδια
Άιντε άιντε μια ζωή οι φαντάροι προσοχή σου χτυπάνε
Άιντε λοιπόν και συ! Η σειρά σου ….
Η σειρά σου να βγεις αναφορά….

Και με της αλαζονείας την πορφύρα
Φορεμένη
Πικρά έκλαυσες
Ότι είδες τη μη πλήρωση
Των προσδοκιών


Γαμώ τη ζωή μου γαμώ
Γιατί σε μένα ….Γιατί σε μένα!

Εσύ φταις! Εσύ!
Κάτι θα κανες…. Τι έκανες μωρή
Που είναι ο στρατηγός μου που είναι να καμαρώσω πλάκα τα γαλόνια….πού είναι….
Το ξεφυσίδι μου θωρώ…. Τον ίσκιο μου ….ένα τρελό που γελά
Εσύ φταις! Εσύ! Μια ηλίθια ….. μια άχρηστη! Τι σου γύρεψα μωρή; Τι σου γύρεψα; Το στρατηγό μου σου γύρεψα….. σκατά! Σκατά! Όλα σκατά!
Μωρή χαμηλοβλεπούσα σκύλα μην το κανες με άλλον; Με θα άλλον θα το κανες …. Δεν μπορεί…. Άλλη εξήγηση δεν έχει… Με άλλον
Με ποιον μωρή; ΄Με ποιον; με ποιον;

Κι όποιος να σωθεί μπορεί
Στα πόδια δεν το βάζει
Και τι να σώσεις από τι


Όλοι οι φαντάροι γαμώτο προσοχή χτυπάνε! Προσοχή γαμώτο!
Εγώ σε ποιον σε ποιον;;

Ελέησέ με Κύριε
Την ώρα της θανής μου
Της απωλείας δείξε μου
Το δρόμο να διαβώ
Τον πόνο να μοιράσω

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

ΑΜΟΝΤΑΡΙΣΤΑ ΠΛΑΝΑ 1

΄Στη συνέχεια ανάρτησης παλαιότερων κειμένων μου τρία από τα πιο αγαπημένα μου, λίγο νωρίτερα απ' όσο υπολόγιζα ή λίγο εκτός σειράς

Σήμερα το 1ο



Και στων λυγμών
Την άκρια βρέθηκα
Εσέ ζητώντας….


Ε, ορέ….
Του φάνηκε πως την άκουσε. Σβησμένη φωνή. Αχνή φωνή. Κουβάρι ημίγυμνο στο κρεβάτι. Τσιτωμένο δέρμα με τις ακίδες των οστών να πιέζουν.

Ε, ορέ….
Αναστέναξε. Μάλλον θα του φάνηκε

Τη λίμνη των δακρύων
Να διαβώ
Άβρεχος να περάσω…


Είμαι ο Γιώργης!
Και ο Γιώργης, είναι εντάξει!
Είμαι η Ελένη!
Και η Ελένη, είναι εντάξει!

Την πρώτη μέρα που πήγε να δώσει ούρα σταθήκανε δίπλα δίπλα από τύχη. Δεν την είδε. Αν τον ρωτούσανε δεν θα μπορούσε τίποτα να πει. Πιο πολύ την ένοιωσε. Την οσμίστηκε. Μυρωδιά οικεία.
Αργότερα του είπε πως κι αυτή έτσι τον αντιλήφθηκε.
Συνέχισαν να μυρίζουνε ο ένας τον άλλο. Τα λαγωνάρικα σκυλιά ψάχνουν τη φάρα τους. Έτσι κι αλλιώς ο ερωτισμός ή μάλλον η ανάγκη των σωμάτων να βρεθούνε, τους είχε εγκαταλείψει εδώ και καιρό μα την εμπιστεύτηκε, έτσι μικροκαμωμένη που ήταν κουβάρι στα πόδια της, κουνάριζε τον εαυτό της…

Εκείνο ήτανε το βράδυ που είχε ονειρευτεί πρώτη φορά τον πατέρα του. Αίμα από τα χείλη του κυλούσε και τα μάτια του είχαν ανοίξει διάπλατα, όπως τότε που τον έπιασε να κλέβει τα χρυσαφικά της μάνας του κι είχε σηκώσει το χέρι να τον χτυπήσει, αυτός δίχως να το καταλάβει πως, πρόλαβε, πίσω έκανε μπροστά το κούφωμα της πόρτας ήτανε με μια πρόγκα σκουριάρικη να κρέμεται όλο λέγανε να τη βγάλουνε κι όλο εκεί έμενε.
Με δύναμη έπεσε το χέρι πάνω της πέρασε πέρα πέρα, εκείνος τρόμαξε, ο πατέρας γέλαγε γέλαγε ποιος ήταν γαμώ το ο μαστουρωμένος…
Ω, ανάθεμα τη σπορά μου ανάθεμα και λύθηκε, δυο μέτρα άντρας λύθηκε στη θέα του αίματος του κι αυτός την ευκαιρία βρήκε με τα χρυσαφικά στην τσέπη ιδρωμένος να χάνεται στο σκοτάδι, ο Αργύρης ήθελε λεφτά άλλη πίστωση είπε δεν είχε.

Και τώρα ίδρωνε πρώτη μέρα, ψιλός ψιλός ιδρώτας τον έκοβε κι έρεε από τις μασχάλες και τα σημεία του κορμιού του τ’ άχρηστα εδώ και καιρό
Καλά που πάω για κατούρημα είπε, καλά που πάω, θα ξέχναγα και πως τα χω και πήρε να γελάσει από μέρες ήθελε να θυμηθεί πως είναι ν’ αγκαλιάζεις ένα κορμί το μυαλό του άδειαζε όλο άδειαζε μέχρι που ένα βράδυ κενός στο πάτωμα έγειρε κι έπεσε πάνω η μάνα του και του πιάσανε όλοι κύμα γίνανε είπε θα τον πνίξει είπε το ναι δεν το πίστευε μα είπε το ναι να κοιμηθούνε να τον αφήσουνε.

Εντάξει μωρέ… εντάξει….
Η Ελένη, στις δυο κουβέντες έχωνε ανάμεσα ένα ε, ορέ…ώσπου της έμεινε παρατσούκλι και τη φωνάζανε χαϊδευτικά ε, ορέ
Πως είσαι;
32 μέρες καθαρός
Βήμα βήμα γαμώ την ανηφόρα μου γαμώ

ε, ορέ… σιγά σιγά…
Θα πάω στην Πάτρα με κάλεσε ένας ξάδερφος….
Τριάντα δύο μέρες καθαρός Απόφαση δεν το χε πάρει ακόμα, ούτε πως θα φτανε μέχρι το τέλος είχε πιστέψει. Και που έμενε καθαρός, σύμπτωση ήταν…

Ε, ορέ να προσέχεις…

Ο ξάδερφος είχε μηχανή. Είπε να του κάνει μια βόλτα να δει την πόλη. Άρχισε να βρέχει. Ένα ξερό πουκάμισο φορούσε κι αυτό μούσκεμα έγινε και τρύπωσε το νερό στα μέλη του και ξύπναε το κορμί του που πόναε ευχαριστημένο

Ε, ρε Θεέ ζω!

Και το βράδυ ήρθε πάλι ο πατέρας στον ύπνο του, με το αίμα ποτάμι να τον πνίγει κράτα καλέ πατέρα κι έρχομαι και φώναζε κι ήρθε ο ξάδερφος ο Λευτέρης και τον ξύπνησε, πάμε του είπε στη θάλασσα, βόλτα να γαληνέψεις θα φύγω του είπε πάω στην Αθήνα

Παλεύεις μέσα σου λες τούτο κι εκείνο. Η αλήθεια είναι μπροστά σου, πάντα την ξέρεις κι ώρα σου έρχεται που την απαντάς

Σ’ ένα γκρεμό δακρύων βρίσκομαι
Μα μέσα δε θα πέσω…


Όταν πέρασε την πόρτα του 18 ανω μαζί με την Ελένη, ένοιωθε ακόμη τους δαίμονες του. Τα βράδια στήνανε χορό και δυο φορές λίγο έλειψε να πιαστεί μαζί τους μα μπόρεσε και στάθηκε στην άκρη.

Βγαίνοντας έμειναν για λίγο μαζί, μέχρι να μάθουν να ξαναπερπατούν σ’ αυτόν τον κόσμο. Ύστερα σκορπίσανε. Σ’ αυτό απάνω χειροτέρεψε ο πατέρας του και ίσα που τον πρόλαβε στα τελευταία του, μα τα μάτια δεν του τα κλεισε, όπως θα θελε, είχανε μείνει ξυλωμένα να κοιτούνε το ταβάνι ή ό,τι άλλο νόμιζε πως ήτανε απάνω. Μοναχός είχε μείνει στην αλλαγή της βάρδιας να φύγει η αποκλειστική να ρθει η μάνα, τσακώθηκε η μάνα με την αποκλειστική, πολλά ήθελε και πάνω εκεί την έκανε ο πατέρας και δος του να βάζουνε κόλλα μπας και τα κλείσουνε μη φαίνουνται άσχημα και τρομάζουνε οι ζωντανοί με το νεκρό ανοιχτομάτη….

Σε ένα ποτάμι
Αρμυρό νερό πνίγηκα
Κι ούτε μια
λέξη ΄σωσίβια
Δεν μου ριξες
Να την ακουμπήσω


Ε, ορέ…
Πλησίασε το κορμί. Ούτε που ανάσαινε.
Ελένη… Ελένη…..

Ε, ορέ…
Αχνά του φάνηκε πως χαμογέλασε κι ήρθαν τα μάτια κι άδειασαν μπροστά του…

Βγήκε. Ο ήλιος έκαιγε κι εκείνος κρύωνε. Ο νομάρχης τον περίμενε μια άδεια για τσιγάρα να βάλει στο μαγαζί ήθελε

Κουφάλες ….
Οι γείτονες είχανε συνεννοηθεί. Μάζεψαν υπογραφές .Τον αγαπούσαν λέει, μα να πάει ν’ ανοίξει αλλού μαγαζί …εμπιστοσύνη πώς να του δίναν…ε παιδιά είχανε

Κουφάλες ….

Προεκλογική περίοδος ήτανε. Ο νομάρχης κόψιμο είχε….

Γαμώ την πρέζα σας κουφάλες!