΄Στη συνέχεια ανάρτησης παλαιότερων κειμένων μου τρία από τα πιο αγαπημένα μου, λίγο νωρίτερα απ' όσο υπολόγιζα ή λίγο εκτός σειράς
Σήμερα το 1οΚαι στων λυγμών
Την άκρια βρέθηκα
Εσέ ζητώντας….Ε, ορέ….
Του φάνηκε πως την άκουσε. Σβησμένη φωνή. Αχνή φωνή. Κουβάρι ημίγυμνο στο κρεβάτι. Τσιτωμένο δέρμα με τις ακίδες των οστών να πιέζουν.
Ε, ορέ….
Αναστέναξε. Μάλλον θα του φάνηκε
Τη λίμνη των δακρύων
Να διαβώ
Άβρεχος να περάσω…Είμαι ο Γιώργης!
Και ο Γιώργης, είναι εντάξει!
Είμαι η Ελένη!
Και η Ελένη, είναι εντάξει!
Την πρώτη μέρα που πήγε να δώσει ούρα σταθήκανε δίπλα δίπλα από τύχη. Δεν την είδε. Αν τον ρωτούσανε δεν θα μπορούσε τίποτα να πει. Πιο πολύ την ένοιωσε. Την οσμίστηκε. Μυρωδιά οικεία.
Αργότερα του είπε πως κι αυτή έτσι τον αντιλήφθηκε.
Συνέχισαν να μυρίζουνε ο ένας τον άλλο. Τα λαγωνάρικα σκυλιά ψάχνουν τη φάρα τους. Έτσι κι αλλιώς ο ερωτισμός ή μάλλον η ανάγκη των σωμάτων να βρεθούνε, τους είχε εγκαταλείψει εδώ και καιρό μα την εμπιστεύτηκε, έτσι μικροκαμωμένη που ήταν κουβάρι στα πόδια της, κουνάριζε τον εαυτό της…
Εκείνο ήτανε το βράδυ που είχε ονειρευτεί πρώτη φορά τον πατέρα του. Αίμα από τα χείλη του κυλούσε και τα μάτια του είχαν ανοίξει διάπλατα, όπως τότε που τον έπιασε να κλέβει τα χρυσαφικά της μάνας του κι είχε σηκώσει το χέρι να τον χτυπήσει, αυτός δίχως να το καταλάβει πως, πρόλαβε, πίσω έκανε μπροστά το κούφωμα της πόρτας ήτανε με μια πρόγκα σκουριάρικη να κρέμεται όλο λέγανε να τη βγάλουνε κι όλο εκεί έμενε.
Με δύναμη έπεσε το χέρι πάνω της πέρασε πέρα πέρα, εκείνος τρόμαξε, ο πατέρας γέλαγε γέλαγε ποιος ήταν γαμώ το ο μαστουρωμένος…
Ω, ανάθεμα τη σπορά μου ανάθεμα και λύθηκε, δυο μέτρα άντρας λύθηκε στη θέα του αίματος του κι αυτός την ευκαιρία βρήκε με τα χρυσαφικά στην τσέπη ιδρωμένος να χάνεται στο σκοτάδι, ο Αργύρης ήθελε λεφτά άλλη πίστωση είπε δεν είχε.
Και τώρα ίδρωνε πρώτη μέρα, ψιλός ψιλός ιδρώτας τον έκοβε κι έρεε από τις μασχάλες και τα σημεία του κορμιού του τ’ άχρηστα εδώ και καιρό
Καλά που πάω για κατούρημα είπε, καλά που πάω, θα ξέχναγα και πως τα χω και πήρε να γελάσει από μέρες ήθελε να θυμηθεί πως είναι ν’ αγκαλιάζεις ένα κορμί το μυαλό του άδειαζε όλο άδειαζε μέχρι που ένα βράδυ κενός στο πάτωμα έγειρε κι έπεσε πάνω η μάνα του και του πιάσανε όλοι κύμα γίνανε είπε θα τον πνίξει είπε το ναι δεν το πίστευε μα είπε το ναι να κοιμηθούνε να τον αφήσουνε.
Εντάξει μωρέ… εντάξει….
Η Ελένη, στις δυο κουβέντες έχωνε ανάμεσα ένα ε, ορέ…ώσπου της έμεινε παρατσούκλι και τη φωνάζανε χαϊδευτικά ε, ορέ
Πως είσαι;
32 μέρες καθαρός
Βήμα βήμα γαμώ την ανηφόρα μου γαμώ
ε, ορέ… σιγά σιγά…
Θα πάω στην Πάτρα με κάλεσε ένας ξάδερφος….
Τριάντα δύο μέρες καθαρός Απόφαση δεν το χε πάρει ακόμα, ούτε πως θα φτανε μέχρι το τέλος είχε πιστέψει. Και που έμενε καθαρός, σύμπτωση ήταν…
Ε, ορέ να προσέχεις…
Ο ξάδερφος είχε μηχανή. Είπε να του κάνει μια βόλτα να δει την πόλη. Άρχισε να βρέχει. Ένα ξερό πουκάμισο φορούσε κι αυτό μούσκεμα έγινε και τρύπωσε το νερό στα μέλη του και ξύπναε το κορμί του που πόναε ευχαριστημένο
Ε, ρε Θεέ ζω!
Και το βράδυ ήρθε πάλι ο πατέρας στον ύπνο του, με το αίμα ποτάμι να τον πνίγει κράτα καλέ πατέρα κι έρχομαι και φώναζε κι ήρθε ο ξάδερφος ο Λευτέρης και τον ξύπνησε, πάμε του είπε στη θάλασσα, βόλτα να γαληνέψεις θα φύγω του είπε πάω στην Αθήνα
Παλεύεις μέσα σου λες τούτο κι εκείνο. Η αλήθεια είναι μπροστά σου, πάντα την ξέρεις κι ώρα σου έρχεται που την απαντάς
Σ’ ένα γκρεμό δακρύων βρίσκομαι
Μα μέσα δε θα πέσω…Όταν πέρασε την πόρτα του 18 ανω μαζί με την Ελένη, ένοιωθε ακόμη τους δαίμονες του. Τα βράδια στήνανε χορό και δυο φορές λίγο έλειψε να πιαστεί μαζί τους μα μπόρεσε και στάθηκε στην άκρη.
Βγαίνοντας έμειναν για λίγο μαζί, μέχρι να μάθουν να ξαναπερπατούν σ’ αυτόν τον κόσμο. Ύστερα σκορπίσανε. Σ’ αυτό απάνω χειροτέρεψε ο πατέρας του και ίσα που τον πρόλαβε στα τελευταία του, μα τα μάτια δεν του τα κλεισε, όπως θα θελε, είχανε μείνει ξυλωμένα να κοιτούνε το ταβάνι ή ό,τι άλλο νόμιζε πως ήτανε απάνω. Μοναχός είχε μείνει στην αλλαγή της βάρδιας να φύγει η αποκλειστική να ρθει η μάνα, τσακώθηκε η μάνα με την αποκλειστική, πολλά ήθελε και πάνω εκεί την έκανε ο πατέρας και δος του να βάζουνε κόλλα μπας και τα κλείσουνε μη φαίνουνται άσχημα και τρομάζουνε οι ζωντανοί με το νεκρό ανοιχτομάτη….
Σε ένα ποτάμι
Αρμυρό νερό πνίγηκα
Κι ούτε μια
λέξη ΄σωσίβια
Δεν μου ριξες
Να την ακουμπήσωΕ, ορέ…
Πλησίασε το κορμί. Ούτε που ανάσαινε.
Ελένη… Ελένη…..
Ε, ορέ…
Αχνά του φάνηκε πως χαμογέλασε κι ήρθαν τα μάτια κι άδειασαν μπροστά του…
Βγήκε. Ο ήλιος έκαιγε κι εκείνος κρύωνε. Ο νομάρχης τον περίμενε μια άδεια για τσιγάρα να βάλει στο μαγαζί ήθελε
Κουφάλες ….
Οι γείτονες είχανε συνεννοηθεί. Μάζεψαν υπογραφές .Τον αγαπούσαν λέει, μα να πάει ν’ ανοίξει αλλού μαγαζί …εμπιστοσύνη πώς να του δίναν…ε παιδιά είχανε
Κουφάλες ….
Προεκλογική περίοδος ήτανε. Ο νομάρχης κόψιμο είχε….
Γαμώ την πρέζα σας κουφάλες!