Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Αμοντάριστα πλάνα (το 9)



Ακουμπώ σε πέτρα
Το βουνό αυτό με θρέφει
Πέτρα στην πέτρα
Μετρώ την ανάσα μου

Γεννιέμαι πεθαίνω
Γεννώ βαφτίζω
Θλίβομαι χαίρομαι
Με τον ήχο του όπλου
Την κλαγγή του όπλου

Η καρδιά μου
Φουσκώνει πλαντά
ξεθυμαίνει…μ’ ένα

ΜΠΑΜ!


Τριάντα έξι χειροβομβίδες επέταξα από τούτονε το παραθύρι…. τριάντα έξι! Eγύρισε η τελευταία οπίσω και μου φαε τη μούρη…. τα αίματα με πήρανε…. έβαλε τα κλάματα η γυναίκα
Μην κλαις μωρή μην κλαις πράμα δεν έχω
Χαρές έχομε βαφτίζομε το γιο…..

Και κατοικώ
Μαζί με το σπόρο του θανάτου


Σε χαρά έχασα τον πατέρα μου σε ντουφεκιές λαμπριάτικες…. Τον αδερφό μου τονε λέγανε Δράκο και σε δρακοσπηλιά μεγάλωνα…. Hρθε ο Γιώργης, ορφανός ήτονε τον έβλεπα πως με θώριε ήθελα να του πω μη με κοιτάς…. Δράκαινα με φυλά μα σώπαινα στον τόπο μου οι γυναίκες δε μιλούνε

Θα σε κλέψω Νυφώ Αν δε σε δώσουνε θα σε κλέψω αμοναχός είμαι κι εγώ…

Είχες έναν αδερφό…

Είχα έναν αδερφό.
Είχα έναν αδερφό που είδε ό,τι δεν έπρεπε…. Tην κλεψιά την είδε.
Aμάρτησε. Kανείς δεν τούπε πως δεν μαρτυρούνε. Φυγόδικος έγινε τον έφαε ο κάμπος και στην κάσα πίσω γύρισε τ’ Αϊ- Γιωργιού ανήμερα, στα 23 του τα χρόνια….

Μα θα κάμωμε γιους Νυφώ…. θα κάμωμε γιους….

Και νηστικός περπάταγα
Την πείνα της καρδιάς μου
Να ταΐσω


Τι το θες μωρέ πατέρα το τουφέκι; Πάει ο καιρός… περάσανε οι μέρες σου… Δε χρειάζονται τα τουφέκια…. τουφεκάνε τα λόγια σήμερο…. Το ζητάνε στην Κύπρο δώσε το μωρέ πατέρα!


Ήτανε γιορτή βγήκα στο παραθύρι ανάθεμα τσι Γερμανούς εγώ θα ρίξω. Θα ρίξω απού να χουνε το ανά…. έπαιξα μια… δυο…. Έκλαιε η μάνα σου… Να μας σε κάψεις θες θα μας σε κάψεις…. Σκέψου τα παιδιά σου …τα παιδιά σου….
Πλαντώ! τση φώναξα…. Πλαντώ!
Και έριξα πάλι και πάλι και μέχρι το βράδυ οι Γκεσταπίτες με προδώκανε ήρθανε και με πήρανε στο Ρέθεμνος…..

Ξέχασέ τα πια! Φύγανε κι οι Γερμανοί! Δεν έχει εχθρούς….

Τον καιρό που κλέψανε την αδερφή του ήρθε στο σπίτι κι εζήτησε μου το ντουφέκι… ο γιος ο μεγάλος εξετάσεις θα δινε…. Γιατρός ήθελε να γενεί….πού θα πας; είπα να του φωνάξω Πού θα πας το γιο σου ποιος θα τον νοιαστεί …τίποτα δεν είπα το τουφέκι μόνο του φερα κι έφυγε μοναχός μέσα στη νύχτα και μ’ άφησε… πέντε παιδιά μ’ άφησε… το χρέος του ήτανε μπροστά και το ξερα…

Θα σε μετρήσω
Με τα λόγια που δεν είπες
Μα πάντα
Τ’ άκουγα


Πάρε το! Πάρε το δώσε το στην Κύπρο…. να το τιμήσουνε πες…. να το τιμήσουνε

Γιατρός δεν έγινα. Δάσκαλος έγινα. Για ειρήνη μιλώ στα παιδιά, για ειρήνη….

Εχτίζαμε το σπίτι και είχενε απομείνει μια κούτα πυρομαχικά…. Τι να τα κάμωμε μωρέ πατέρα…. σε μπελάδες μας σε βάνεις

Τα θάψαμε στα θεμέλια του σπιτιού και στο τέλειωμα της σκάλας. Και μείνανε πεθαμένα μέχρι που έσκαψε ο Ο.Τ.Ε. να περάσει γραμμές. Σκάψανε στη σκάλα τα βρήκανε… Καιρός της χούντας… ήρθανε οι αστυνομικοί….

Δάσκαλος έγινα. Όπλο δεν αγόρασα ποτέ μου. …τρεις σφαίρες έχω μόνο, φυλαμένες απ’ το στρατό και καμιά φορά τα βράδια, όνειρο βλέπω πως….

Δεν υπάρχουν σχόλια: