Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΧΙΟΝΙΟΥ



Ήταν κρύα βραδιά. Ήσυχη. Βραδιά  χιονιού. Όταν άρχισε να πέφτει, οι νοικοκυραίοι είχαν ήδη μαζευτεί στη γωνιά τους κι ανάσαιναν την ασφάλεια της. Κουβέντες αργόσυρτες, σπάνια ορεξάτες, συχνά βαριεστημένες έσπρωχναν την ώρα  να κυλήσει ως να νανουριστεί  το σώμα ν’ αντέξει.
Ο άντρας ήταν από κείνους που δε νοιαζόταν. Χιόνι, ήλιος, βροχή, ό,τι και όπως, αδιάφορος έμενε. Δούλευε αδιάκοπα και σκληρά την κάθε στιγμή κι ας φαινόταν πως μόνο το τομάρι του είχε να φροντίσει. Δεν είχε και δεν ήθελε παρτίδες με κανένα. Ούτε για καλό ούτε για κακό. Η πόρτα του έμενε κλειστή σε κάθε χτύπημα. Εκτός βέβαια από τα τυχαία αναγκαία ανοίγματα να μπουν τα συνηθισμένα διάφορα του κάθε μέρα.
Έτσι κι  εκείνο το βράδυ του χιονιού.  Για ένα λίγο  άνοιξε η πόρτα. Τόσο  όσο να μπει με τα  ξύλα από το υπόστεγο που τα χε στοιβαγμένα. Πόσο να χρειάστηκε ίσαμε να τα αφήσει; Κι όμως έφτασε για να τρυπώσει το ξένο αγόρι. Πού δεν το πήρε και αμέσως είδηση έτσι όπως είχε ζαρώσει στη σκοτεινιά.

Αφήνει τα ξύλα, κλείνει  την πόρτα, βάζει  να φάει, κάθεται  στο τραπέζι. Τα ξύλα στο τζάκι μουρμουρίζουν, έξω πέφτει το χιόνι.
Τσιμπά  την πρώτη πιρουνιά και σταματά. Οσμίζεται τον αέρα ίδιο λαγωνικό που χει βγει κυνήγι
Ποιος είναι γαυγίζει. Μιλιά. Πίσω απ’ τον καναπέ ένα απειλητικό πράμα. Ποιος είναι και σηκώνεται ορθός. Η σκιά στον τοίχο δείχνει γίγαντα.. Το  πράμα αργά αργά προβαίνει.  Είναι ισχνό και λίγο. Στέκεται και κοιτά. Μια τη φωτιά μια το φαΐ.
Να φύγεις θέλει να του πει ο άντρας μα κάτι τον κρατά. Είναι που απόψε δεν έχει φως; Είναι πού έξω το στρώνει; Πώς διάολο μπήκες λέει και ίσα που ακούγεται.
Κρυώνω λέει το αγόρι.
Ο άντρας σωπαίνει.
Να ζεσταθώ. Μόνο. Και πλησιάζει τη φωτιά. Κάθεται δίχως να περιμένει απάντηση, γέρνει  το κεφάλι στον τοίχο κι εκεί κλείνει τα μάτια του στη ζεστασιά
Ο άντρας νιώθει ανίσχυρος ξαφνικά. Ποτάμι που ξεχείλισε κι έσπασε το φράγμα, έτσι παραβιάστηκε η ερημία του απ’ αυτό το αγόρι που ποιος ξέρει πως ξέπεσε

Βγήκε έξω. Ήθελε να σκεφτεί. Μόνος. Έβγαλε τσιγάρο, το κράτησε. Τα πόδια του βούλιαξαν στο μαλακό άσπρο. Ρούφηξε μια δυο καλές ανάσες αέρα –το τσιγάρο σβηστό στα δάχτυλα- κοίταξε το γρήγορο χορό των νιφάδων-θα αποκλειστούμε μονολόγησε κι ένοιωσε ελαφρύς, δίχως να το θέλει

Πεινάς; είπε μπαίνοντας μα το αγόρι κοιμόταν.
Άντε καλά κοιμήσου…. το πρωί φτιάχνω τηγανίτες να φάμε

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

τσ' Ερήνης

Είχε η μάνα μου μιαν αδερφή που στα νιάτα της ήτανε πολύ όμορφη. Κι ένας φτωχός καμπούρης την αγάπησε. Τρελά έως θανάτου όπως όλοι οι απελπισμένοι αγαπούν.
Ανέλπιδος ο έρωτας. Η κοπελιά ορφανή από μικρή καθώς μια Μ.Παρασκευή μια σφαίρα απ’ αυτές που κατά κόρο πέφτουνε στα μέρη μου, ακόμα και σήμερα, της πήρε τον πατέρα. Η γιαγιά, μάνα και πατέρας για πέντε παιδιά -η δική μου ασαράντιγη- δεν υπήρχε περίπτωση καμία να δώσει την όμορφη της στον «κανένα».
Περνούσε ο δύστηνος ο «Καμπουράκης» κανταδίζοντας και μαντιδολογώντας κάτω από τα παραθύρια της, παρά τις φοβέρες της γιαγιάς, η οποία είδε κι αποείδε και σκέφτηκε πως ο καλύτερος τρόπος να γλιτώσει απ’ αυτόν ήταν να την παντρέψει και ει δυνατόν σε άλλο χωριό. Και εννοείται πως δεν ήταν εύκολο καθώς ήταν άφραγκη.
Στο έμπα ή μάλλον στο έβγα του φαραγγιού σε βάθος χωμένο κάτω σ’ ένα χωριό που το γέννησε η ανάγκη επιβίωσης σε άλλους καιρούς από κυνηγημένους, ένας κοντομεσίληκας δέχτηκε και αποδέχτηκε συνάμα την πρόταση να γίνει ο σύζυγος -προστάτης «τσ’Ερήνης», και να δεις που ούτε το όνομα του δε θυμούμαι..
Ας είναι.
«Επήρανε οι Γωνιές φωθιά
και κάψανε τ’ Ανώγεια
κάηκε κι η (γι)αγάπη μου
που κόψανε τα λόγια»

Εκόψανε τα λόγια* κι ο Καμπουράκης μαχαιροσφάχτηκε
«Δέκα χιλιάδες μαχαιριές
να δώσουν στο κορμί μου…»
Κάπως έτσι άρχιζε η μαντινάδα που δημόσια είπε στο γλέντι του αρραβώνα «μες στη μέση τση πλατέας»
«παρά ν’ αφήσω …»
και συνέχιζε με προσβλητικό χαρακτηρισμό για τον κλέφτη , όπως ενόμιζε, της αγάπης του.
Τονε πήρανε σηκωτό «την ιδιαμένη ώρα» και πήγε «κι έκαμε το τέλος του».
Η «Ερήνη» παντρεύτηκε τον ξενοχωριανό, μα «ήτονε καλός άθρωπος κι επέρασενε καλά μαζί του»
Μα σ’ αυτή τη ζωή πόσο διαρκούν τα καλά πράγματα; Ιδίως αν, έστω και ακούσια, θεμελιώθηκαν σε αίμα αθώου. ;
Ήρθε ο πόλεμος, ο των πάντων πατήρ, κι όσο κι αν φαίνεται ακατανόητο έφτασε και στα βουνά μας. Κι ένα βράδυ τον πιάνουνε τον μπαρμπα-Θανάση (είδες; θυμήθηκα και πως τονε λέγανε), που ποτέ δεν ανακατεύτηκε σε τίποτα και μαζί με άλλους
«…. τσι στέσανε στο(ν) πόρο του φαραγγιού θυγατέρα μου, και τσι εχτελέσανε κι ύστερα τσι πετάξανε στο(ν) πάτο του. Κι αρχίνηξε να βρέχει και κατέβασε νερό πολύ ο ποταμός κι επήρε τσ’ αποθαμένους. Και ύστερα από μέρες εδώκανε άδεια οι Γερμανοί να πάνε να τσι πάρουνε. Και πήγα και γω τοτεσας να βοηθήσω τη μαυροκακομοίρα την αμπλά μου** και ίντα να δούμενε; Το νερό τσι χε ξεμερδίσει*** και μάζωνες χέρα του νους**** και πόδα του άλλου…»
Και ξέρεις;
Δεν είναι να περάσω ποτάμι να χει νερό πολύ. Πίστεψέ με όμως καθώς βλέπω τα νερά να κατρακυλούν χωρίς να το θέλω πιάνω τον εαυτό μου να ψάχνει για πόδια και για χέρια

γλωσσάρι
*δώσανε λόγο, αμοιβαία υπόσχεση γάμου
**αδερφή
***διαμελίσει
****του ενός

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ





          Η Περσεφόνη αρρώστησε μια μέρα εντελώς ξαφνικά και λίγο παράλογα, αφού τίποτα μα τίποτα και κανένα σημάδι δεν είχε προηγηθεί. Το νέο απλώθηκε ταχύτατα κι ολονών τα κάτω άκρα, κοινώς τα ποδάρια, σαν κάτι να πάθανε και  κόπηκαν από ρίζας που λένε.                                                 
Κι άκου να δεις….. όχι πως η εν λόγω δεν ήταν συμπαθής. Μπα … όχι. Συμπαθέστατη ήτανε κι έκανε και μια χουρμαδόπιτα….. κόλαση! Χώρια που ήτανε και πληθωρική σ’ όλα τα επίπεδα. Και με τα γέλια της τα βροντερά και το χορό της τον τσαχπίνικο και τα μπαλκόνια της, για τα οποία καλοτυχιζόταν κρυφά ή και φανερά ακόμη ο Αγαμέμνων, ο άντρας της, που τον φωνάζανε Μένιο, και τα οποία κληροδότησε μοναδική προίκα στις τρεις θυγατέρες. Τη Θάλεια, την Αριστέα και τη Μέλια.
Άλλος ο λόγος κι η αιτία. Πιο …προσωπική και…πιο …εγωκεντρική.
O θάνατος ή καλύτερα ο φόβος του. Η κρυάδα του.
Κι έτσι κάπως άρχισε το κομπολόι της θανατοφοβίας. Χάντρα, χάντρα το εμπλούτιζαν, το στόλιζαν, το πλούμιζαν, με διάφορες και ποικίλες απόψεις.
Ας πούμε:
Οι κοντά στην Περσεφόνη  ηλικιακά: « Αμάν! άρχισε ο χάρος να καλεί την κλάση μας….. »
Όσοι είχανε παιδί στο σχολείο: « Αχ, τον καημένο το Σπύρο. Για…. κάνε το, δικό σου…. Αχ, πουλάκι μου, σκέψου να σουν στη θέση του Σπυράκου…. ».
Οι σύζυγοι ,οι σερνικοί: « Βρε το φουκαρά το Μένιο. Άντε τώρα να τα βγάλει πέρα με το λαχείο που του ‘τυχε».( εννοώντας βέβαια τις πρόσθετες ευθύνες  που έπεφταν στους ώμους του )
Για τις συμβίες, δεν το συζητώ, πλήρης ταύτιση.:  « Μου φαίνεται πως έχω έναν πόνο εδωδά. Να ’ναι σοβαρό; Να πάω λες στο γιατρό; μην την πάθω σαν την καημένη…»
( Kαταλάβατε φαντάζομαι. Στο μυαλό τους η φουκαριάρα η Περσεφόνη είχε κλείσει σοβαρό ραντεβού με τον άγιο Πέτρο )
Αφήστε δε τη γειτονιά που είχε κι άλλο κόψιμο: « Καλά, ήταν ανάγκη ν’ αρρωστήσει τέτοια εποχή; Μες στις Απόκριες ;
Τέτοια κι άλλα χειρότερα.
 Κάποια φορά  μάλιστα που ο Σπυράκος, θα πήγαινε μαζί με το σχολείο του να παρακολουθήσει μια θεατρική παράσταση και χρειάστηκε να φύγει, το παιδί,  για άσχετο λόγο, οι λοιποί θεώρησαν πως ετελεύτησε η μάνα του κι άρχισεν ο θρήνος.
Κλαίγανε τα παιδιά, κλαίγανε οι δάσκαλοι κι οι ηθοποιοί βλέποντας όλα τούτα άρχισαν να θρηνολογούν κι εκείνοι και οι παράσταση κόντεψε να μη γίνει. Ευτυχώς το διδακτικό προσωπικό πριν πνιγεί στη λίμνη των δακρύων του συνήφερε (ήρθε κι ο Σπύρος εν τω μεταξύ…  )κι όλα πήραν το δρόμο τους
                                                                                                                                     Μου φαίνεται πως ζωντανό άλλον δεν κλάψαμε κανένα, όσο την Περσεφόνη.
                                                                                                                                          Και τα πράγματα φτάσανε στην άκρια τους. Κι όπως συνηθίζεται να μην μένουνε όλα για την ύστερη ώρα, άρχισαν οι ετοιμασίες.   Μα ……                                                            ενώ καθαρίζανε το σπίτι,  για να τη δεχτεί κατά τα ειωθότα της επαρχίας, ξεσκονίζαμε το μαύρο μας ταγέρ, οι θηλυκές, το καλό κουστούμι με τη μαύρη γραβάτα, οι σερνικοί, κι ετοιμάζαμε λουλούδια και κεριά, έσκασε η βόμβα. Μεγατόνων μάλιστα.
« Η Περσεφόνη, είναι καλά! Βγήκε απ’ το νοσοκομείο κι έρχεται στο σπίτι! ».

Το λογικό βέβαια, θα ’ταν η ανακούφιση και η χαρά. Και για να λέμε τη μαύρη αλήθεια έτσι ήταν κι έτσι φάνηκε.
Φωνές, τραγούδια, « Αλληλούια! Η Περσεφόνη ανέστη! ».

Μόνο βαθιά, πολύ-πολύ βαθιά μια ψιλή ψιλή  φωνούλα δυσαρέσκειας μουρμούρισε 
   « Ήταν ανάγκη; Μα τώρα; Τώρα που το’ χαμε χωνέψει;»




Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ




Ήμουνα στημένος στη γωνιά μου και περίμενα

Ήρθε νωρίς τ’ απόγευμα κουβαλώντας μια κούτα με μπουκάλια. Κρασιά μάλλον …. Σίγουρα αλκοολούχα ίσως κι ένα χυμό ανάμεσα, αν έβλεπα καλά-η συσκευασία αυτό μαρτυρούσε- μαζί με  μια χάρτινη σακούλα, απ’ αυτές που σου δίνει ο μανάβης για φρούτα ή λαχανικά. Ήταν φουσκωμένη. Δεν έβλεπα  το περιεχόμενό της. Στοιχημάτισα στα φρούτα, ταίριαζαν με τα ποτά……………..
 Βιαστικά έμπαινε, βιαστικά έβγαινε, φέρνοντας βιβλία και c.ds. Τ’ άφηνε σκόρπια στο πάτωμα, ριγμένα ανάμεσα από τυχαία βαλμένα μαξιλάρια. Σ’ ένα μπολ άφησε μια χούφτα αρωματικά και στο τραπεζάκι λίγα ρεσό που όμως τα μάζεψε μετά από λίγο ………………………………………………………………………………………… Προσπαθούσε να κάνει το χώρο οικείο και ζεστό. Για κάποιον προφανώς ήθελε να φανεί συμπαθής. Γνώριμος ίσως; Πολλή φροντίδα …. Έμεινα με την απορία του ποιος θα ρθει……… ……………………………………………………………………………………
Η μέρα κυλούσε κι ακόμα τίποτα. Είχα αρχίσει να κουράζομαι. Δυσκολευόμουν πια και να δω.
Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν την έφερε. Απογοητεύτηκα. Πολύ κακό για το τίποτα. Μια μικρόσωμη γυναίκα μ’ ένα κλειστό φουστάνι όλο κουμπιά ως επάνω σχεδόν, που δεν στεκόταν πουθενά κι όλο γελούσε, άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο αμήχανα.
Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου
 Της έδειξε το χώρο. Εκείνη περιεργάστηκε τα βιβλία και μάλλον του ζήτησε να βάλει μουσική, γιατί αυτός πήρε ένα c.d. και κατευθύνθηκε στην άλλη άκρη του δωματίου.
Έκλεισε τα μάτια σημάδι πως κάτι άκουγε και το απολάμβανε. Της έφερε ένα ποτήρι με… χυμός πρέπει να ταν κι ένα πιάτο καθαρισμένα φρούτα Πήρε το ποτήρι με χέρια αδέξια. Το υγρό,  χύθηκε πάνω της και κείνη γέλασε νευρικά
Την αγκάλιασε. Το σώμα της σαν να συσπάστηκε αλλά τα χέρια έμειναν άνευρα  Αυτός προσπαθούσε να την κρατήσει κι εκείνη  όλο του έφευγε. Ένα  χορευτικό παιχνίδι…. Όλο του έφευγε κι όλο ερχόταν. Ένα σώμα που έκρυβε και πρόβαλε,  πάλι και πάλι μιαν επιθυμία, ερήμην της ίδιας.
 Μου κίνησε το ενδιαφέρον. Το φουστάνι με τα κουμπιά την πίεζε σχεδόν Η απελπισμένη της προσπάθεια να τιθασεύσει κάτι που δεν έλεγχε ήταν … απόλυτα ερεθιστική Ανοιγόκλεισα τα μάτια. Τα χέρια του την έπιαναν, του γλίστραγε, ξανά και ξανά,  ώσπου την φυλάκισαν σφιχτά να μην μπορεί να βρει διέξοδο
 Κάτι του είπε και τα χέρια του  λύθηκαν Κάθισαν απέναντι. Εκείνος με την έκφραση της δυστυχίας στο πρόσωπο Θα χανε τη μάχη; Μπα! Δεν τον είχα για τέτοιον…. Λόγια δεν μπορούσα ν’ ακούσω μα είδα την κίνηση του. Εντελώς θεατρική, σαν να χανόταν ο κόσμος όλος αν δεν έκανε κάποιος μια κίνηση σωτηρίας (σχεδόν θα μπορούσα να γελάσω αν γινόταν) Φαίνεται πως έπιασε γιατί σηκώθηκε, τον πλησίασε, του πρόταξε το πρόσωπό της. Θα  μπορούσα να ορκιστώ πως έτρεμε
Ασάλευτος, ανοιγόκλεισα τα μάτια Τα πρόσωπά τους ήρθαν κοντά. Το στόμα του με μια κίνηση βίαιη ενώθηκε με το δικό της κι ύστερα το φουστάνι κύλησε στο πάτωμα
Ανοιγόκλεισα τα μάτια, ξανά και ξανά με πυρετώδικη μανία, ακολουθώντας το ρυθμό των σωμάτων με μια αγωνία, να προλάβω. Να προλάβω  μη μου φύγει ο τελικός σπασμός…..
Ζέστη με πλημμύρησε. Δεν ήταν για καλό…. Μ’ έζωσε φόβος….. Ένοιωσα... να.... φλέγομαι…. ….να...φλέ...


Τι ήταν αυτό; Τινάχτηκε έντρομη η γυναίκα

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

ιστορία δίχως τίτλο



" Τι στο καλό …δεν έχει φάει τίποτα; Για να δω καλύτερα… Μπα! Ούτε καν σαλάτα ! Μα τι έπαθε;
Λες να ήταν αδιάθετος; Ναι, Σα να μου φάνηκε λίγο κομμένος το πρωί. Nα τον έπιασε το στομάχι του; Σέρνονται λέω, τόσες ιώσεις… και μου φαίνεται...οι γαστρεντερίτιδες,.. κάνουν θραύση!
Ναι, ναι αυτό θα είναι! Για πιο λόγο άλλωστε δε θα έτρωγε-εδώ που τα λέμε ούτε καν δοκίμασε- το αγαπημένο του φαγητό;
Εγώ τον ξέρω... είναι λίγο δύσκολος. Δεν τρώει ό,τι κι ό,τι. Μόνο ψάρι κι απ’ αυτό  όσα είναι μεγάλα χωρίς πολλά κόκαλα. Μια φορά που του ετοίμασα λίγο γαβράκο τον έφαγε όλο η γάτα του γείτονα.
Του το καθαρίζω πάντως σε κάθε περίπτωση. Δεν έχω διάθεση να το φάω στο κεφάλι (που λέει ο λόγος ).
Α, όχι δεν έχω παράπονο… Ο γλυκούλης μου, είναι ο καλύτερος μα καμιά φορά …ε, όλοι έχουν νεύρα κι άμα τον πιάνουν …
Ας είναι. Τι το μελετάω τώρα;
Πάντως …είναι περίεργο. Βέβαια δεν ήταν ψάρι, αλλά και τα λαχανικά τα λατρεύει.
Μήπως δεν το δηλώνει σε κάθε ευκαιρία; -χωρίς γυναίκα κάνω. Χωρίς τα λαχανικά μου, ποτέ!-
Αχ, και σήμερα του ‘χα ετοιμάσει το αγαπημένο του. Να δεις πως το λένε… τέλος πάντων τι σημασία έχει κι άμα το λένε έτσι κι άμα το λένε αλλιώς… Έχουνε καμπόσα φαγητά κάτι περίεργα ονόματα… τ’ ακούς κι ούτε σου πάει ο νους πως για φαΐ πρόκειται! Να δεις ...κάτι εξωτικά ή όπως τα λένε τώρα έθνικ...  ναι έτσι. Έθνικ.Κι άμα είναι για ξένα φαγιά ήλιος κι άνεμος... αλλά και τα δικά μας τώρα , από ξεβάφτισμα τα ‘χουνε περάσει
Ακούς ... η πίτα του παππού, της γιαγιάς, του βοσκού, το κουνέλι του Γιώργη ..ναι κάπου το διάβασα κι αυτό. Άκου του Γιώργη! Τι να πεις; Βγάλαμε την ουσία και…
Καλά παραμιλάω μου φαίνεται..
Αλλά γιατί δεν έφαγε; Nά’ ναι σοβαρά το στομάχι του; Θα του πω να πάει στο γιατρό. Θα τον … θα του βάλλω τις φωνές, θα τον αναγκάσω, θα του …αυτό θα κάνω θα του γκρινιάξω! τι θα κάνει …θα πάει! Είναι και αμελής βρε παιδί μου!. Δε νοιάζεται για την υγεία του ...Άμα αρρωστήσω εγώ, δεν ησυχάζει αν δε με στείλει στον κύριο Σπύρου που είναι ο οικογενειακός μας γιατρός.
Βέβαια προς ώρας δεν του χρειάστηκε–να χτυπήσω ξύλο- αλλά ένα τσεκ απ βρε παιδί μου.. Τώρα δεν είμαστε και στην πρώτη μας νιότη… Τώρα… στη μέση ηλικία που λέγανε παλιά. Μεσήλικες γίναμε ή να δεις πως αλλιώς το λέγανε … μεσόκοποι .Τι χάλια Χριστέ μου και που τ’ ακούς γερνάς.
Αλλά γιατί δεν έφαγε; Τίποτα δεν άγγιξε… Λέει δεν μπορεί να τρώει μόνος του. Δεν του κατεβαίνει, λέει ….. "τι είμαι; σκύλος είμαι να τρώω μόνος μου;"
Γιατί αλήθεια τον τελευταίο καιρό συχνά δεν τρώει. Ε, τον καταλαβαίνω. Και μεταξύ μας να έτσι με συγκινεί. Μετά από τόσα χρόνια γάμου να σου λέει δεν μπορεί μόνος του… Πολύ τρυφερό…
Αυτή η κωλοδουλειά….. (Παναγία μου πως μιλάω έτσι) αλλά απ’ όταν μ’ αλλάξανε τη βάρδια … Κατάλαβες; Mετά από τόσα χρόνια …άλλο πόστο… άλλο ωράριο! Κι άμα πεις και τίποτα …. "για τις ανάγκες της υπηρεσίας" σου λένε Ποιες ανάγκες μωρέ; Εμένα βρήκανε να καλύψουνε να μην πω τι…Αλλά…Α, ρε μάνα δε μ’ έκανες βάτραχο…     
(στέγνωσε το στόμα μου)                                              
 Τέλος πάντων με τούτα και με κείνα ανταμώνουμε ολοένα και πιο  δύσκολα.  Ούτε με τηλέφωνο. Δε χρειάζεται κιόλας. Μετά από τόσα χρόνια όλα είναι σε μια …πώς να το πω …να μην το πω ρουτίνα…αλλά ένα ρεγουλάρισμα… Ναι αυτό είναι το σωστό. Τα πράγματα, η ζωή θέλω να πω έχει μπει σαν το νερό στ’ αυλάκι που κυλάει πια στην κοίτη του.
Θα μου πεις τώρα πότε πότε τα αυλάκια, τα ποταμάκια και τα πιο σιγανά φουσκώνουν και κάποτε προξενούν ζημιές. Κάποτε  βέβαια, κάποτε.
Καλά, δεν έφαγε. Γιατί τώρα…Καλά δεν πειράζει. Δε θα πέσει άλλωστε κι απ’ τα κιλά του…Καρδαμωμένο το χρυσό μου. Κι αυτό είναι το περίεργο. Τρώει τα υγιεινά. Τι χόρτα και λαχανικά... τα φρεσκότερα να αγοράσω. Με προσοχή να τα καθαρίσω…Αν έχω κι αν έχω καθαρίσει…και πως το βαριέμαι …όταν …όταν πρέπει ν’ αγοράσω χόρτα… ο θάνατός μου! Αλλά τι να πω …έχει δίκιο. Είναι τροφή πολύ υγιεινή. Και με μπόλικη κυτταρίνη. Τι πως τα τρώει  όμως;… Τα κιλά κιλά.
Α, και ψάρι. Βέβαια. Το λατρεύει το ψάρι κι όχι μόνο το ψάρι "ό,τι κολυμπά και πετά, Αντιγόνη, ό,τι κολυμπά και πετά". Έτσι μου λέει και γω το δέχομαι. Όχι, γιατί δεν έχω γνώμη, έχω και παραέχω. }Η Αντιγόνη έχει γνώμη επί παντός επιστητού" .Μάλιστα έτσι λέει το πουλάκι μου. Και γιατί να μην έχω; Ζωντανός άνθρωπος δεν είμαι; Δέχομαι όμως πως δεν τα ξέρω όλα και στα θέματα διατροφής είναι …άπιαστος! Έχει κάνει και σεμινάρια μου φαίνεται. Ένα φεγγάρι, πάνε δυο χρόνια τώρα, πήγε στη Χαλκιδική να παρακολουθήσει ένα. Γύρισε άλλος άνθρωπος.
Αλλά τα κιλά κιλά. Τι να πω. Ο ίδιος λέει πως ο μεταβολισμός του κάτι … κάτι τέλος πάντων έπαθε σαν ανήκεστο βλάβη ένα πράμα… Μπορεί να ‘ναι κι έτσι…
Αλλά δεν έφαγε. Παρόλο που έφτιαξα το…το θυμήθηκα πως το λένε “πανδαισία χρωμάτων”!
Ας μαζέψω τουλάχιστον τα ρούχα του. Καλός χρυσός ...αλλά μια ατσαλιά, ε, την έχει. Κι όλο του λέω...βρε αγόρι μου- αγόρι μου τον λέω- μην τα πετάς. Τά ‘βγαλες; Nα έτσι κάνε, βάλε τα στο καλάθι. Αλλά που....από το ένα αυτί μπαίνει κι από το άλλο βγαίνει. Άντρας, παιδί μου, τι περιμένεις;
Πού είναι τα ρούχα του; Δεν υπάρχει τίποτα εδώ; Τι στο καλό.... δεν άλλαξε; Αδύνατον. Αυτός μόλις γυρίσει από τη δουλειά κάνει ένα μπάνιο…όμως εδώ…Δεν ήρθε! Δεν έχει έρθει! Τι…
Κάτι έπαθε! Κάτι σοβαρό έπαθε! Έτσι που τρέχει. Όχι, ο ίδιος δεν τρέχει και τόσο, μα οι άλλοι;
Βέβαια! Μεσημέρι, κίνηση, ένταση, εκνευρισμός, νάτο το τρακάρισμα!
Ααχ, Χριστούλη μου!
Αυτό είναι! Είχε ατύχημα! Μάλλον έχει τρακάρει. Αυτή είναι μια λογική εξήγηση. Πωπώ! Τον καημένο, ταραχή που θα’χει πάρει! Μα να πηγαίνεις στο δρόμο σου όμορφα κι ωραία με την αγωνία να βρεθείς στο σπιτάκι σου και να ρχεται ο κάθε…κάθε ασυνείδητος και να σου κάνει το αυτοκινητάκι σου, την περιουσία σου, να μη γνωρίζεται;
Και το’λεγε ο καημένος "Αντιγόνη, είσαι τυχερή που δεν οδηγείς. Κάθεσαι κυρία, και σε πάει ο σοφέρ.(ο σοφέρ, τον εαυτό του εννοούσε βέβαια ) Κι ούτε έγνοιες, ούτε τίποτα. Τυχερή, Αντιγόνη".
Εγώ δεν οδηγώ. Όχι πως δεν ήθελα… Να δεν ..δεν έτυχε. Τη μια δεν είχαμε λεφτά, την άλλη χρόνο, με το ένα με το άλλο χάθηκε το τρένο. Και να σου πω δεν μετάνιωσα. Σχεδόν. Δηλαδή… 
Και τώρα να έτυχε κι αυτό. Και το αυτοκίνητο σχεδόν καινούριο. Τι σχεδόν; Καινούριο είναι. Δυο μηνών αυτοκίνητο. Ένα σωρό λεφτά δώσαμε. Είναι και μεγάλο…Του αρέσουν τα μεγάλα. Είναι λέει πιο ασφαλή. Τα μικρά ούτε να τα δει…-Φτερό στον άνεμο- Έτσι τα λέει. Ε, δεν έχει κι άδικο. Άλλη σιγουριά νοιώθεις μ’ ένα βαρύ αυτοκίνητο… Χώρια η φιγούρα.                                                                               
Αλλά τελικά τίποτα δε σε σώζει. Κατά πως φαίνεται ένα τρακαρισματάκι …αχ, μακάρι να ’ναι μικρό!                                                                                                                    
Αλλά γιατί δε με πήρε τηλέφωνο; Έπρεπε να με ειδοποιήσει Καλά στη δουλειά ήμουν και…το ξέρω Δε θέλει "γιατί να δίνεις δικαιώματα; Αν είναι κάτι σοβαρό…"
Να τώρα. Να μην ξέρω τι συμβαίνει; Aμελής, αμελής…Κι αν έχει χτυπήσει κι ο ίδιος;
Όχι, αυτό δεν κάνει να το λέω. Είναι γρουσουζιά λένε να μελετάς το κακό. Αχ, η μανούλα μου τα πίστευε.
"Το καλό, κόρη μου, να μελετάς. Το καλό. Και θα το λάβεις."
Πού είσαι τώρα μανούλα μου; Όσο ζούσες, δε σε φώναξα γλυκά. Όλο με το θυμό. Όλο με τα νεύρα. Γιατί; Γιατί, ποτέ δε σου ‘πα τι ήσουνα για μένα; Φοβόμουνα; Τι; εμένα; Εσένα; Mη με κυριεύσεις, μη δε μπορέσω πια ν’ ανασάνω; Άμυνα ήταν; Δεν ξέρω πια…Έφυγα νωρίς, παντρεύτηκα…Έμειναν τα λόγια χρωστούμενα με την αόριστη ελπίδα πως θα επιστραφούν. Κάποτε. Αγύριστα μείνανε…
Τι θέλω και τα θυμάμαι;
Ανησυχώ. Πολύ. Και τι χρησιμεύουν τα τηλέφωνα, κινητά κι ακίνητα, άμα δε χτυπάνε; Άμα δε σου διώχνουν το σφίξιμο στο στομάχι…
Εμένα, το στομάχι μου, πάντα με ‘πιανε στις αγωνίες μου…και τώρα ακόμη… Λες να ‘ναι καιρός ν’ αρχίσει να με πιάνει η καρδιά μου; Aυτά όλα τα ψυχοπαθολογικά…έχουνε το καθένα και την ηλικία του. Αρχικά η εποχή του στομαχιού, ακολούθως η εποχή της καρδιάς, του εγκεφαλικού…και ούτω.
…Κι άντε τώρα τροχαίες, ασφάλειες…μπλεξίματα. Τι μικρό και τι μεγάλο. Το ατύχημα μπελάδες φέρνει. Τουλάχιστον να μην υπάρχουν θύματα…Κακά τα ψέματα, όλα γίνονται, όλα φτιάχνονται, όλα διορθώνονται και μόνο ο θάνατος… Ούτε να το πω…Ούτε να το πω!
Αλλά αν…..αν  υπήρχαν…θύματα; Βέβαια, ο ίδιος είναι προσεχτικός. Έτσι λέει ο ίδιος τουλάχιστον. Τα τελευταία χρόνια, αστείο και να το σκεφτείς, δεν έχω όχι ταξιδέψει αλλά ούτε βόλτα. Ναι, ναι, ούτε βόλτα. Μια φορά… πήγαμε σ’ ένα  γάμο… στο γάμο της ξαδέρφης μου  της Κατερίνας στις Σέρρες πήγαμε με το πούλμαν που έβαλε ο μπάρμπας μου. Τι ιστορία και κείνη! Ε, δεν συνηθίζεται βλέπεις να γίνεται ο γάμος στο μέρος του γαμπρού… Και τις μεγάλες φιτιλιές ποιος τις έβαζε; … Για το ανεπίτρεπτο του πράγματος, τάχα μου… Ο αγαπημένος μου αντρούλης… απίστευτο γιατί αυτός ποτέ του δεν ανακατευόταν σε τέτοια … Να οικογενειακά θέματα. Τόσο μάλιστα που κάποτε στις αρχές είχα λίγο παρεξηγήσει τη στάση του. Λέω αυτός θα θέλει να με αποκόψει από τους δικούς μου. Αλλά έκανα λάθος, γιατί μου εξήγησε και κατάλαβα. Δεν αδιαφορούσε. Όχι, καθόλου. Νοιαζόταν και πολύ μάλιστα αλλά η φιλοσοφία του ήταν "όταν κλείνει η πόρτα μας Αντιγόνη μου, όλα μένουν απέξω. Εκτός κι αν την αφήσουμε ανοιχτή. Θέλεις ν’ αφήσουμε την πόρτα μας ανοιχτή; Να μη ζούμε τη δική μας ζωή; "
Ήθελα να ζούμε τη δική μας ζωή. Ήμουνα και πολύ ερωτευμένη. Και με τούτα και με κείνα ...μάλλον έφταιγα εγώ…ε, οι σχέσεις μου με τους δικούς μου …δεν ψυχράνθηκαν, όχι, υπήρχε…υπάρχει πάντα μεγάλη αγάπη ανάμεσά μας, μόνο … μόνο που δε βλεπόμαστε πια.
Είναι … κουράζεται στη δουλειά και μετά δε θέλει να πάμε πουθενά. Ε, και γω μόνη μου να πήγαινα; Πήγα μία, δύο… στο τέλος έκοψα. Θα παρεξηγούσαν και δεν ήθελα.
Τηλεφωνιόμαστε όμως συχνά. Άμα πιανόμαστε στο τηλέφωνο… με τις ώρες. Πληρώνω εγώ δηλαδή κανονίζω να πηγαίνω εγώ να πληρώνω το λογαριασμό. Όχι, που θα ‘λεγε τίποτα… μα καλύτερα …
Αυτή η δουλειά του μας έχει … τι να πω… τι να πω; Ωράρια απίθανα. Συνεργάτες ανάποδοι. Όλο τρικλοποδιές και μπερδέματα. Και να ‘ρχεται μετά με τα νεύρα… Χριστέ μου! Όταν τον βλέπω φουρτουνιασμένο, ξέρω. Ούτε που τρώει παρά αλλάζει και πάει μέχρι το εξοχικό μας – κοντά στη θάλασσα- να ηρεμήσει. Και μόνος του. Μόνο …πως γίναμε έτσι βρε παιδί μου; Πώς ξεκινάει κανείς… και πως καταλήγει…
Ο γάμος… ένα κοριτσίστικο όνειρο… άσπρο νυφικό, ένα σύννεφο τούλια, λουλούδια. Εκείνος. Εκείνος τελικά δεν ήταν ο πρίγκιπας με το άσπρο άλογο… Στην τράπεζα δούλευε καλοκαμωμένος , ευγενικός,….  μου δωσε ένα φιλί της άβγαλτης και ζαλίστηκα. Η θύμηση του εκείνου του φιλιού δεν μ’ άφησε να στεριώσω με άλλον άντρα…… . Πίστεψα πως ήταν το γραφτό μου κι άφησα τα όνειρά μου να τα πλέξουμε μαζί…
Μαζί … λες και γίνεται ένα αρνί κι ένας λύκος να ζευτούν μαζί…Γίνεται; δε γίνεται …Κι αν θέλει το αρνί να επιβιώσει πρέπει να σκεπαστεί με λυκοπροβιά και πάλι …και πάλι τίποτα δε θα καταφέρει… Ο λύκος θα το μυρίσει… Ο λύκος….
…………………………………………………………………………………………
Γιατί το είπα αυτό; Παλαβομάρες λέω … πάλι και πάλι…. Κάθε μέρα τα ίδια λέω…          Ποιος είναι ο λύκος και ποιος είναι τ΄ αρνί;
Κι αφού εγώ δεν είμαι ….. ναι δεν είμαι ….. δεν μπορώ να μαι…. Λύκος;  Πως θα ταν  δυνατό…
Μα τότε είμαι το αρνί; Είμαι εγώ που μαζεύω τον οίκτο; Είμαι εγώ που νοιώθω μόνη χαμένη; Τι ρωτάω…. Τι με ρωτάω!
Πνίγομαι. Πάντα όταν τα σκέφτομαι πνίγομαι. Και θέλω να πιω γιατί πνίγομαι και διψώ μαζί …. Περίεργο δεν είναι; Κι όταν πιω ηρεμώ και γίνονται όλα καλά και γίνονται όλα όπως πριν…. Όσο να μπει… όσο ν’ ανοίξει η πόρτα και να μπει μέσα….
Δεν την μπορώ αυτή την αναμονή! Όλο περιμένω περιμένω κάθε μέρα περιμένω …μια ζωή μου φαίνεται μια ζωή περιμένω…  μια ζωή!
Κι ύστερα παίρνω το ποτήρι και σιγά σιγά τα σβήνω …τα σβήνω ….
Είναι λάθος  λένε… λένε… έτσι λένε….
Ποιος στο διάβολο το λέει; Ποιος;
Να τανε να μην το θέλω….. Να μην το θέλω!
Μα δεν μπορώ …. Να χανόμουνα λέει… να σβηνα …. Έτσι να σβηνα  να μη με ήξερε κανείς ποτέ να  πέθαινα να πέθαινα να πέ…..
Να ναι εύκολο να πεθάνεις; Να ναι εύκολο να μην αποχαιρετήσεις τίποτα; Να ναι εύκολο …. Άμα σπάσω το μπουκάλι….. τ’ ακουμπήσω στη φλέβα….
Ένα βήμα είναι λένε….. Λένε; Προλάβανε άλλοι να τα πούνε για μένα πως νοιώθω τι νοιώθω
Και νομίζουνε πως τα ξέρουνε όλα τι θα κάνω τώρα κι αν θα σπάσω το μπουκάλι στα χέρια μου το ξέρουν κι αυτό σίγουρα το ξέρουν… Μέσα στις πιθανότητες κι αν το πετάξω κι αυτό επίσης.
Πανάθεμα! Μια λέξη δική μου να πω! Να μην την έχει πει κανείς για λογαριασμό μου! Πανάθεμα με κάθομαι και λέω τρέλες και παραμιλώ μ’ ένα μπουκάλι στο χέρι περιμένοντας ένα άλλο ηλίθιο που νομίζει πως τρώω κουτόχορτο που νομίζει πως δεν ξέρω που πάει τι κάνει !
……………………………………………………………………………….
Είμαι προβλέψιμη ε; Τα ξέρετε όλα; Όλα… όλα…. Όλα!
Στο διάβολο! Στο διάβολο όλοι και όλα και γω μαζί! Κι εγώ! Κι εγώ! Ας πάω στο διάβολο…….
Χα! Με νικήσατε νομίζετε;

Πυρκαγιά ξέσπασε σήμερα το μεσημέρι σε διαμέρισμα της οδού Σαρανταπόρου…. Η αιτία της πρόκλησης της πυρκαγιάς παραμένει άγνωστη.  Εικάζεται  ωστόσο  να προέκυψε από ανάφλεξη οινοπνευματωδών ποτών, καθώς βρέθηκαν πολλά μπουκάλια στο κατεστραμμένο διαμέρισμα
Ευτυχώς δεν υπήρξαν ανθρώπινα θύματα καθώς οι ένοικοι του, εκείνη την ώρα απουσίαζαν.

φωτογραφία: Μαρία Γεωργοπούλου

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Πλευρώτους στην κατσαρόλα



Είχε αγοράσει τα πλευρώτους δίχως να το πολυσκεφτεί. Τα είδε και τα ορέχτηκε. Πότε πότε γινόταν παρορμητική κι αυτό μάλλον τη διασκέδαζε.
Λοιπόν… ας τα μαγείρευε. Τα πήρε, τα καθάρισε προσεκτικά με μια πετσέτα-απoφεύγοντας να τα πλύνει. Μια φορά το κανε και το μετάνιωσε. Mε τόσο νερό που ρούφηξαν, ρούπωσαν τελείως!
Έβαλε λάδι στην κατσαρόλα, έκοψε το σκόρδο φέτες. Το άρωμα ξεχύθηκε, έκλεισε τα μάτια με τα ρουθούνια να παίζουν ευχαριστημένα στη σπιτική μυρωδιά.
Έριξε τα μανιτάρια και ανακάτεψε.

Το είχε μετανιώσει; Το ξερε δεν μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω μα αν γινόταν; Θα θελε να αλλάξει  ό,τι έγινε;
Την έτρωγε αυτό. Της άρεσαν οι βεβαιότητες. Μισούσε να αναιρεί. Να ακυρώνει τα λόγια της. Να μετανιώνει. Ήθελε λάθη που μπορούσε  να αντέχει.
Αντέχονται όλα;

Στην κατσαρόλα τα υγρά είχαν σωθεί. Έριξε ένα ποτηράκι κρασί και τσιτσίρισαν με φωνή μεγάλη. Περίμενε λίγο όσο να εξατμιστεί το οινόπνευμα, να μείνουν τα αρώματα. Έριξε λίγο νερό, αλάτισε και τα σκέπασε.
Έξω έβρεχε. Δυο μέρες τώρα είχαν ανοίξει οι ουρανοί
Κάθισε.

Μέχρι που είναι το όριο; Όχι του λάθους απ’ το σωστό παρά της αντοχής. Να κουβαλάς. Τη γνώση πιο πολύ. Πως μόνος σου είσαι σ’ αυτό. Τίποτα δεν είναι μοιρασμένο. Η μεζούρα αλλάζει σαν και τη γλώσσα μας και το φορτίο βαραίνει τόσο μα τόσο διαφορετικά…
Είχε μετανιώσει;

Πήγε πάλι στο παράθυρο, κοίταξε τον έρημο δρόμο που είχε γίνει ξέχειλο ποτάμι γεμάτο σκουπίδια, τη Μαρία και την Αντριάνα που χοροπηδούσαν στα σκαλιά της απέναντι πολυκατοικίας. Ένα πουλί που ξέμεινε.

Δεν ήταν πως δεν εμπιστευόταν τους άλλους. Τις προθέσεις τους. Ήταν πως τα δικά της τα κράταγε για κείνην. Από  συστολή πιο πολύ παρά από φόβο. Το μαζί μάντευε -παρά γνώριζε- πως είναι περισσότερο το αποτέλεσμα μιας έκφρασης  ευγνωμοσύνης, αγάπης, χρέους  και σπάνια  ανάγκη του άλλου. Βαθιά και κυρίαρχη.
 Όσες φορές αφέθηκε,  ήθελε να πιστεύει πως και  ο άλλος το επιθυμούσε. Να την γνωρίσει. Να την καταλάβει.
Μα δεν ήταν έτσι

Φάνηκε ο ταχυδρόμος. Θα χε μουσκέψει πάνω στη μηχανή του. Μόνο λογαριασμούς  έφερνε τελευταία. Χρέη γεμάτα αριθμούς προς διεκπεραίωση. Ούτε μια χαρά από ξεχασμένο γράμμα. Ούτε καν ένα παιχνίδισμα.

Το βράδυ έρχεται.
 Μόνιμα ανέτοιμη. Μόνιμα ανοιχτές σελίδες να αναμετριώνται τα αν τα έτσι τα αλλιώς. Με δεδομένα φυσικά. Μόνο που χουν ξεθωριάσει. Η φωτογραφία έχει ξεθωριάσει.
 Τι έχει μείνει; Ωωω…ίσαμε και τίποτα κι ωστόσο…
Κάτι εξακολουθεί ανεπίτρεπτα να την πληγώνει.
Ανεπίτρεπτα; την ξαφνιάζει η παραδοχή. Χαμογελά



Ξαναγύρισε στην κουζίνα. Το φαγητό  φαινόταν  εντάξει. Δυο τελευταίες κινήσεις μόνο απέμεναν. Πρώτα πιπέρωσε, πασπάλισε με ρίγανη και περίχυσε με μπαλσάμικο. 
Το άφησε ένα δυο λεπτά.
 Μύρισε ευχαριστημένη κι έκλεισε το μάτι.

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

H IΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΜΕΣΗ



Τέλειωσε. Η ιστορία που δεν είχε μέση, ολοκλήρωσε τον κύκλο της. Μη με κοιτάς…. Όπως σου το λέω ….
Αν είμαι λυπημένη; Δεν ξέρω. Τίποτα δεν μπορώ να πω γιατί σαν κάτι να μου άρπαξε τα μέσα μου και μένω άδεια
Kαι σκέψου πως όλα μπορεί να ταν μια φούσκα, κάτι ανύπαρκτο. Ανύπαρκτο  αλλά ονειρικό. Όσο γι’ αυτό….  
Το μυαλό παίζει παιχνίδια επικίνδυνα. Ίσως και μόνο του να πλέκει, να στήνει ιστορίες διαφυγής

Τι σου λέω τόση ώρα …μπερδεύτηκες…. Να ξερες εγώ πόσο…. μα κατάλαβέ με….. δεν μου είναι εύκολο να αφηγούμαι κι ύστερα τι να πεις για ό,τι μπορεί να  υπήρξε μόνο στη σφαίρα της φαντασίας σου
…………………………………………………………………………………………
…. …..πόσο οι άνθρωποι αγαπούν να  διηγούνται την αρχή….. Τα ροζ τα σύννεφα τα μελένια ξενύχτια του νου……..
Εμένα πάλι το τέλος μου φαίνεται πιο ενδιαφέρον γιατί το τέλος είναι η πιο μοναχική ιστορία κι εγώ αγαπώ τα μοναχικά πράγματα. Κι η πιο αληθινή. Αν μπορεί να μιλήσει κανείς για αλήθεια
….. λοιπόν……
Η ιστορία που δεν είχε μέση τέλειωσε πολλές φορές. Όλο ένα αντίο γραφόταν μα ήξερα καλά πως θα φτανε να τον ξαναδώ για να σβηστεί. Και πίστευα πως αυτό θα γινόταν. Όταν στέκουν μετέωρες οι ανείπωτες λέξεις, τα ανεπίδοτα φιλιά κι οι μαρτυρίες του έρωτα που ζητά πάντα μια σάρκωση, δε γίνεται να μην ξανασμίξουν οι αίτιοι. Έτσι νόμιζα…. όχι δε νόμιζα έτσι πίστευα. Απόλυτα. Πως σε μια θάλασσα επιθυμιών κολυμπούσαμε κι οι δυο
Μόνο να μην είναι πολύ αργά σκεφτόμουν. Μόνο να μη μας έχει πάρει το ποτάμι της ζωής και χαθούν χνάρια και μυρωδιές
………………………………………………………………………………………..
Το σπίτι του αντικριστά με το δικό μου. Έλειπε καιρό. Για να είμαι ακριβής μόνο ένα καλοκαίρι ήταν εδώ ….
Η απουσία του έπαψε να κάνει εντύπωση κι όπως όλα συνηθίζονται, συνηθίστηκε κι αυτή. Ρώτησα κάποτε ένα γείτονα γι’ αυτόν τώωρα μου είπε πάει αυτός χάθηκε…..
Μόνον ο ωραίος του κήπος, το πάλαι ποτέ καμάρι της γειτονιάς ήταν σαν να καλούσε το νοικοκύρη του.
Ένα βράδυ είδα τα φώτα του αναμμένα. Η αλήθεια πως με τόσα που ακούμε να συμβαίνουν κάθε μέρα, ληστείες, φόνοι,….. τρόμαξα. Ύστερα είδα το παραθυρόφυλλο ν’ ανοίγει, ένα  χέρι σε κίνηση γνώριμη κι άρχισα να γελώ.
Μα την αλήθεια!

Γραφή αληθινή πρώτη

Όταν …. Όταν πήρα το μήνυμά σου,  όταν είπες «επιστρέφω» άρχισα να γελώ με το γέλιο της ευτυχίας. Γέλαγα και τα πόδια μου λύγισαν
Επέστρεφες….

Ξεχνούσα το βασικό.  Ο  άλλος επιστρέφει γι’ αυτόν. Κάποτε και  για σένα μα με το δικό του τρόπο και δεν είναι πάντα εύκολος.

Όπως αντιλαμβάνεσαι χρειάζομαι πάντα χρόνο να αποκωδικοποιήσω ή καλύτερα  να τα διαβάσω όλα
Και τώρα ….τώρα  δύσκολα να αρθρωθεί μια λέξη. Οι πιο απλές κουβέντες διυλίζονται και πριν φτάσουν στον εγκέφαλο εξαχνώνονται  τόσο που αναρωτιέμαι αν ειπώθηκαν καν
Είπες «επιστρέφω» ….Δεν ήξερα τι να κάνω. Πώς να το διαχειριστώ. Ένα τρυφερό μουρμούρισμα στ’ αυτιά ήταν ό,τι είχα μα θύμωνα. Πως τολμούσες  πως μπορούσες  να σουν  τόσο αλλιώς….


Ξέρεις στην τόση σιωπή που μπήκε ανάμεσά μας τι σκεφτόμουν;

Πώς αντέχει; Πώς το αντέχει;
Εγωιστικό; Πες το κι έτσι……
Μάλλον ανόητο
Είσαι κομμάτι των ημερών μου. Των σκέψεων μου.

Μ’ άγγιξες ποτέ; Σε άκουσα να μονολογείς κι εγώ ήθελα να ρωτούσες εμένα…..
 Εσύ ξέρεις. Εσύ ξέρεις αν ένοιωσες να σ’ αγγίζουν.

Αρχίζω να νοιώθω τον αέρα μου να λιγοστεύει γιατί πάλι θα φύγεις

Ακόμα κι αν πρέπει να σε χάσω πρέπει να το πω.
Σ’ αγαπώ.
Σ’ αγαπώ σαν πολλά πράγματα.
Σαν κομμάτι της ψυχής. Συγκάτοικο αγαπημένο των ημερών που ήμαστε αθώοι
Φιλαράκι τρυφερό . Που σου χω πει τόσα ανόητα και θα θελα να σου πω τόσα,  άλλα τόσα και πιο πολλά ακόμα.
Και φορές σαν και τούτη σ’ αγαπώ απελπισμένα. Τόσο που μου κόβεται η ανάσα και πονούν τα μέσα μου.
(υπογραφή)
ενός καλοκαιριού η θύμηση
…………………………………………………………………………………………

Η παρέα και τα λόγια που τόσο εύκολα ήταν κάποτε
Ώρες περνούσαμε μαζί…. Μεσημέρια πιο πολύ όταν οι άλλοι ησύχαζαν ή αργά τ’ απόγευμα. Όχι, τις νύχτες. Αυτές δε μας ανήκαν….
Καθόμαστε παρέα και …. Τι να σου πω….. λέγαμε και λέγαμε ούτε και ξέρω τι. Δεν υπήρχε λόγος μπορεί να θέλαμε να μιλήσουμε μόνο.
Φτιάχναμε καφέ …. Έχουμε πιει τόσους πολλούς καφέδες πότε ο ένας πότε ο άλλος και συνήθως στην αυλή του βρισκόμαστε.
Μια μικρή αυλή πνιγμένη στα περίεργα φυτά. Φερμένα από μέρη με ονόματα παράξενα που δεν τα χω ξανακούσει κι ούτε συγκρατήσει
Ήταν. Φωτογράφος. Νομίζω για λογαριασμό περιοδικών ή κάτι τέτοιο.
Εγώ θα λεγα ταξιδευτής. Κυνηγούσε την εικόνα. Καβάλα στη μηχανή του έφευγε.
Ναι. Περάσαμε υπέροχες τρυφερές ώρες με πολύ γέλιο.

Γραφή αληθινή. δεύτερη

Μισώ τα κρατημένα λόγια
Μισώ να μη λέω αυτό που νοιώθω
Λες θα φύγεις σύντομα και να μην το λεγες  το ξερα …. Είσαι ένα εκρηκτικό υπέροχο υλικό, ρευστό δε λέω μα δεν είναι αυτό το θέμα

Λυπήθηκα όσο δεν παίρνει που σκότωσες το καλοκαίρι μας

Όμως πιο πολύ χάρηκα για τα λίγα λόγια που ανταλλάξαμε. Μου είναι σημαντική η φιλία σου
Ξέρω … αέρας είσαι και δε στέκεσαι

Έχω πάντα αισθήματα βαθιά για σένα.
Και δε με πειράζει καθόλου που είναι μοναχικά
Μπορούμε να μαστε φίλοι;
Να επικοινωνούμε μόνο κάποτε.
Να στέλνεις
κάποια μηνύματα με νέα σου από τις χώρες που γυρίζεις. Κι ίσως κι εγώ  δικά μου

Και υπόσχομαι να μαι φειδωλή στις λέξεις. Μεζούρα θα κρατώ και ξέρεις πως μπορώ να τα καταφέρω
Μη λες όχι.
Υπάρχουν ένα σωρό υπέροχοι άνθρωποι εκεί έξω που δε θα τους συναντήσουμε ποτέ
Μα εμείς βρεθήκαμε! Δεν είναι ένα θαύμα αυτό; Μια ευλογία;.

Εντάξει το καλοκαίρι πέρασε μα το παρόν είναι μπροστά μας κι είσαι ακόμα ακόμα εδώ

Έλα πια μη μου χαλάς το χατίρι

Στην ουσία αυτό που ζητώ είναι να ξέρω πως δε σε δυσαρεστούν τα μηνύματά μου. Και πως  μπορείς ακόμα να γελάς μ’ όσα χαζά λέω 
……………………………………………(υπογραφή)………………………………
η φίλη
………………………………………………………………………………………
Γινόμουν παρανοϊκή. Λίγο ακόμα και θα συμπονούσα όλες τις πονεμένες καρδιές που έβγαιναν στα μεσημεριανά και θρηνολογούσαν
 Ένοιωθα μόνο το βάρος στο στήθος μου. Δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Το μυαλό μου είχε αρρωστήσει. Είχε βουτήξει σε άπατα νερά και χανόταν. Χανόταν  για τα ψίχουλα μιας φανταστικής σχέσης.
Φανταστικής; Ένοιωθα κολλημένη στον τοίχο. Θα πέθαινα και θα ταν μια λύτρωση.


Άρχισα να μην κοιμάμαι. Για την ακρίβεια απ’ όταν ήρθε δεν έκλεισα μάτι. Αγκάλιαζα τον εαυτό μου τις νύχτες και μιλούσα μόνη μου. Πουθενά δεν μπορούσα να καταλήξω
Θυμόμουν όλο θυμόμουν
Την τελευταία μέρα. Αυτό κανείς δεν το ξερε ή μάλλον εγώ αγνοούσα … Χαζολογούσαμε ως συνήθως και μια στιγμή με κοίταξε. Σταμάτησε και με κοίταξε και γω νόμιζα πως σταμάτησε ο αέρας.
Σ’ αγαπώ του είπα μα δεν είμαι σίγουρη πως ακούστηκε.
Θέλω το στόμα σου μου είπε

Γραφή αληθινή. Τρίτη


Ήρθε λοιπόν ο καιρός να φύγεις
Τούτη τη φορά όπως τα χες σχεδιάσει πήγαν τα πράγματα δίχως δυσάρεστες εκπλήξεις στα φανερά τουλάχιστον
Δε σε αποχαιρετώ. Να σου πω πως χάρηκα που ήρθες κι ελπίζω κάποτε να τα ξαναπούμε


ΑΝ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ ΑΚΟΜΑ

Είμαι πολύ λυπημένη. Τόσο που κάνω διαρκώς λάθη λες και γράφω πρώτη φορά
Όχι, όχι δεν έχει να κάνει με σένα … με σένα; Πώς θα ταν δυνατόν έστω κι αν αυτό νόμιζα
Και ντρέπομαι αληθινά ντρέπομαι που τόσες φορές σ’ έφερα ίσως σε δύσκολη θέση ή αμήχανη στην καλύτερη περίπτωση
Ναι το χαμε πει. Είχαμε πει για τους πολλούς μας εαυτούς τους διαφορετικούς. Ποιον δικό σου γνώρισα άραγε ; ναι το ξερα  …. Πώς καθένας μας εαυτός ζει τόσο λίγο κι ύστερα οριστικά για πάντα  χάνεται
Το ξερα μα μου διέφυγε.
Μου διέφυγε γιατί η αλλαγή η δική μου ίσως είναι πιο περίπλοκη ή πιο αργή.

Αν και το ξερα
Μα μόνο διαισθητικά γι’ αυτό  και απορούσα πως άντεχες αυτή τη σιωπή που εσύ επέβαλες και με ανισορροπούσε
…………………………………………………………………………………….
Μια χάρη μόνο. Θα θελα να χα κάτι από κείνον τον παλιό σου εαυτό
Σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ………….
Κάθισε. Απέναντι μου κάθισε. Να χα λίγο θάρρος μαζί σου θα σου ζητούσα να έρθεις δίπλα μου. Να με πάρεις αγκαλιά με παρηγορητικά λόγια
Μα είσαι σχεδόν ένας ξένος, γοητευτικός βέβαια, μα ξένος

Πες μου τώρα. Πες μου για κείνον τι σου είπε για μας, για κείνο το καλοκαίρι
Σε παρακαλώ πες μου. Την αλήθεια. Να χω μιαν αλήθεια έστω ετεροχρονισμένη.
Τώρα που ακόμα η μνήμη μπορεί να ανασύρει τρυφεράδα κι αγάπη. Μυρωδιά από γιασεμί και βασιλικό και τριαντάφυλλα ανθισμένα
Άσε με να τον θάψω γλυκά
…………………………………………………(ανυπόγραφο)……………………………………………..

Νόμισα χαζά βέβαια εντελώς χαζά πως ήθελε να με φωτογραφίσει και γέλασα λίγο αμήχανα είναι αλήθεια γιατί αυτό έκανε συνέχεια.. Πότε χέρια φωτογράφιζε πότε γάμπες …τις προσάρμοζε σε απίθανες συνθέσεις.
Ήμουνα και …. Ήταν αρκετά νεότερός μου.

Φίλησέ με, μου είπε. Κι εγώ δε θυμόμουν πως φιλάνε πως αγγίζουν ένα άντρα. Σβηστήκανε όλα κι έμεινα μια παρθένα ψυχή να τρέμω.
Μ’ αγκάλιασε σφιχτά κι ήτανε ένα φιλί βαθύ πηγάδι που με πήρε και κατρακύλησα Ήθελα να χαθώ να μη γυρίσω πίσω
Μπορείς να  γελάς. Δεν ήταν που μου φίλησε τα χείλη. Την ψυχή μου ακούμπησε
Ύστερα τρομαγμένη κι αμήχανη ακόμα, άνοιξα την πόρτα μα αυτός που έφυγε την ίδια νύχτα και ποτέ δε γύρισε ήταν εκείνος.
 Δεν ξαναγύρισε.
 Ακόμα και τώρα που νόμισα πως επέστρεψε.
Σχεδόν δε με έβλεπε. Κι αυτό δεν το άντεχα….μ’ αρρώσταινε
Δεν κράτησε …ευτυχώς ……
………………………………………………………………………………………….

Ένα  βράδυ είδα τα φώτα να μην ανάβουν και κατάλαβα πως έφυγε. Για πρώτη φορά μετά από μέρες κοιμήθηκα ξανά.
Το πρωί είδα το πωλητήριο. Δε θα γυρνούσε. Κι ανάσανα.

Γιατί μου τη διηγήθηκες;

Ήθελα να τη γράψεις. Νόμιζα …δεν ξέρω τι νόμιζα….
Λάθος. Όλα λάθος τα νόμιζα

Άρχισε να κλαίει.

Ένας έρωτας δεν είναι ποτέ λάθος. Με κοίταξε. Έστω και μονομερής, συνέχισα, έστω του νου είναι μια αχτίδα φως. Μόνο φως και δύναμη είναι για όποιον νοιώσει
Και θα την γράψω την ιστορία σου.

Νομίζω μου φίλησε τα χέρια κι έφυγε















Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

κεφτεδάκια αυγοκοφτά



Όπως άκουσε την Ελεώ να εξηγεί, σχεδόν εντυπωσιάστηκε.

Σοβαρά μιλάς;  Κεφτεδάκια αυγοφτά;
Κεφτεδάκια αυγοκοφτά! Άμα σου λέω…. Φτιάξ’ τα και θα με θυμηθείς! θα κόβεις δάχτυλα από τη νοστιμιά….

Της άρεσε η ιδέα. Αποφάσισε να τα φτιάξει. Και θα τα φτιαχνε σήμερα. Σήμερα κιόλας. Γιατί να το καθυστερεί; Επειδή  το κέφι της δεν ήταν και στα καλύτερά του; Ίσα ίσα  γι’ αυτό ας έκανε κάτι ….

Πήρε τον κιμά, κομμάτι από ωραίο μοσχάρι  –μια ώρα το διάλεγε και το ακριβοπλήρωσε  κιόλας, αυγό, μαϊντανό….  Στο κρεμμύδι άρχισαν να την τσούζουν τα μάτια της

Φτου πανάθεμά με! Μια φορά να μην κάνω το σωστό; Πρέπει να κάθομαι να κλαίω τώρα;

Γιατί που να πάρει ο διάολος; Γιατί ;  αναρωτήθηκε πολύ θυμωμένη. Γιατί δε δοκίμασε μια απ’ τις τόσες τεχνικές αντί να τρίβει τα μάτια της; Βλέπεις  το κανε κι αυτό. Να τα τρίβει με τα χέρια απ’ το κρεμμύδι…
Ο πατέρας του άντρα της πάντα γελούσε μαζί της. Νύφη, της έλεγε, άμα  πεθάνω ένα κρομμύδι να βαστάς …..
Νύφη…. Το πέπλο της έλειπε μόνο….….. Πέταξε το μαχαίρι, που τον θυμήθηκε τώρα πεθαμένο άνθρωπο….  Άι στην οργή πια … δεν της έκοψε να πάρει το μούλτι…. η ηλίθια!

Δυόσμο να βάλω;
Ναι παιδί μου! Κανονικά θα τα φτιάξεις. Όπως ξέρεις!

Τι ρώτησε; Δεν είχε δυόσμο έτσι κι αλλιώς. Η μάνα της θα χε –αν ζούσε κι αυτή- πάντα είχε και τον φύλαγε σαν τα μάτια της. Πιο πολύ προσέχεις το δυόσμο απ’ τα λουλούδια σου και θα ζηλέψουν.... την πείραζε….. έτσι το λεγε αφού ήξερε για τους νεκρούς τον ήθελε. Χατίρι των αγαπημένων που έφυγαν. Για όταν τους έφτιαχνε κόλλυβα. Και ρόδι να κρατάς της θύμιζε. Πού να βρει κανείς ρόδι το καταχείμωνο; Μη βάζεις χρυσά κουφετάκια…. Οι πεθαμένοι θέλουν της γης  παράγγελνε.….  να θυμάσαι ….Ό,τι βγάζει η γης… αληθινά πράματα…..

Αληθινά …. Μια ήταν η αλήθεια….

Έκλαιγε. Τώρα έκλαιγε.

Γιατί είχε έρθει πανάθεμά τον! Γιατί! Τι ήθελε να της θυμίσει;

Καλά ήτανε. Καλά ησύχαζε. Ήρεμη. Φύτευε ντομάτες και φασολάκια και λουλούδια καλοκαιρινά
Γιατί -  Είχε -  Έρθει!

Όχι, πως δεν είχε χαρεί. Χάρηκε. Η αλήθεια πως χάρηκε πολύ σαν τον είδε. Φωτίστηκε η μέρα της. Μα ίσα που πρόλαβε να τον δει  Κι ύστερα έφυγε πάλι. Με το επόμενο κιόλας τρένο λες κι είχε έρθει για να μην ξεχάσει πως υπάρχει
Υπάρχει…. Η θύμηση μιας παλιάς αμαρτίας. Τόσο παλιάς που δεν ήταν πια σίγουρη πως είχε συμβεί ….
Τόσο παλιάς.
Πόσο παλιάς αλήθεια;

Ξέπλυνε τα χέρια, πήρε τη συσκευή …..που είναι γαμώτο το καπάκι;….
Όλο κάτι έχανε, όλο δεν έβρισκε αυτό που ζητούσε, συχνά δε θυμόταν τι ζητούσε να πας στο γιατρό μαμά θα της έλεγε η κόρη της αν δεν την είχε πάρει κι αυτήν ο χρόνος.

Γιατί ήρθε!

Λες κι ήταν για να επιδώσει μια παραγγελία ή χρωστούμενα….
Βέβαια αυτός είπε πως μια δουλειά τον είχε φέρει στην πόλη
Ποιος τον πίστευε;

Και θα τα τηγανίσω….
Μα ναι! Ναι!
Και τη σάλτσα…
Κόκκινη θα την κάνεις όπως ….

Πήρε το μαχαίρι να κόψει μαϊντανό. Το δάχτυλό της … τι στο καλό έκανε εκεί στη μέση μέση το δάχτυλό της; Βαθιά την πήρε και δεν το νοιωσε.
Το αίμα έτρεχε. Δεν έκανε τίποτα. Το κοίταζε να χύνεται

Γιατί!

Είχε τόσο χαρεί…. 
Γύρισε ο χρόνος για μια στιγμή…. της φάνηκε πως έκανε στροφή γύρισε πίσω και της έφερε μέρες ξένοιαστες και παιχνίδια αθώα…. Αθώα; Ναι. Ό,τι κάνεις με την ψυχή σου είναι αθώο

Ήσουν σημαντική για μένα. Να το ξέρεις και να το θυμάσαι. Το αξίζεις! Έτσι της είπε.

Ακριβώς έτσι! Λες και είχε έρθει να της πει αυτό.
Να σε πάρει ο διάβολος που θα μου πεις αν αξίζω…

Άρχισε να πονάει. Να χε κόψει τένοντα; Θα πρεπε να ειδοποιήσει κάποιον…..
Τουλάχιστον να τηγάνιζε τα κεφτεδάκια…..

Κι αφού φτιάξεις τη σάλτσα …. Πρόσεξε  να  χει ζουμί. Να μην είναι  σουπερό μα όχι και πολύ πηχτό …. Καταλαβαίνεις….. μετά να βάλεις μέσα τα κεφτεδάκια…. Και να τα αυγοκόψεις κανονικά. Με λεμόνι …ξέρεις…. Και ολόκληρο το αβγό! Όχι μαρέγκα….. και να ρίχνεις σιγά σιγά το ζουμί…..

Να τα τηγάνιζε τουλάχιστον…. Κάποιος θα βρισκόταν για τη σάλτσα. Ας τα τρωγαν κι έτσι….Άι! πονούσε! Και στην αρχή δεν το νοιωθε….καλά λένε για τη γλύκα του μαχαιριού….

Ποιος νοιώθει τις μαχαιριές σαν τις δέχεται;
Εκείνη την έσφαζε ο χρόνος. Την είχε τσακίσει να μένει δέσμια του. Καμιά φορά κατάφερνε να τον κοιμίσει, του λεγε παραμύθια κι ιστορίες να την ξεχάσει μα πιο πολύ τον ξεχνούσε εκείνη κι ύστερα ερχόταν ένα ύστερα με την όψη μιας παλιάς εικόνας και….

Ήσουν σημαντική

Ήσουν. Ήσουν ήσουν!
Αυτή ήθελε να είναι. Να είναι. Να είναι!
Που να πάρει ο διάβολος να είναι!

Πονούσε…. ΠΟΝΟΥΣΕ!
Ήθελε να φωνάξει.
Να τανε λύκαινα. Να τανε στη νύχτα. Να αφήσει ουρλιαχτό. Μακρόσυρτο.
Ααααααααααχ!
Μια μοναχική λύκαινα…..
Δεν ήτανε λύκαινα. Μια γυναίκα ήτανε που έτρεμε  ν’ αντικρίσει το παρόν της και μισούσε το χθες της γιατί την εγκατέλειψε. Παρ’ όλα όσα της είχε υποσχεθεί, την είχε προδώσει και την είχε αφήσει σ’ ένα αγκαθερό τώρα.

Κάθισε στην καρέκλα με το δάχτυλο να ματώνει αποκαμωμένη…. Λες κι είχε περπατήσει πολύ και  είχε ξεπνοϊσει
Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε. Απέναντί της μια γυναίκα με βρώμικο, μουτζουρωμένο πρόσωπο. Με τα χείλη να μαζεύονται….τα ρουθούνια ανοιχτά.
Αστεία…. αστεία ήταν. Μια αστεία φιγούρα. Άρχισε να κάνει μορφασμούς  σε προσπάθεια γέλιου
Γελοία….μουρμούρισε κι αναστέναξε βαθιά. Βαθιά να βγάλει λες την ένταση μαζί με την κούραση
Αναστέναξε ξανά. Πιο ελαφριά.

Πήγε στο μπάνιο, καθάρισε την πληγή, τίποτα το ανησυχητικό. Είχε υπερβάλει πάλι… έβαλε αντισηπτικό ένα πρόχειρο επίδεσμο, στο χέρι ένα γάντι και  γύρισε στην κουζίνα.
Ένωσε τα υλικά, έβαλε δυόσμο – κάπου θυμήθηκε πως είχε αποξηραμένο-
πήρε το τηγάνι, έβαλε λάδι κι άνοιξε το μάτι.



Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

Ένα γράμμα




«Αγαπημένε μου…»

Αγαπημένε μου; Λάθος. Λάθος! Δεν ήταν αυτή η σωστή λέξη. Ούτε καν ο σωστός τρόπος. Τρόπος;  Μα ….ναι….. αναζητούσε έναν τρόπο. Έναν τρόπο σίγουρο. Υπήρχε τέτοιος; Μα εκείνη έναν τέτοιο χρειαζόταν. Να τον κάνει να γυρίσει. Μα πώς; Έτσι; Μπα…. Δεν θα τον έκανε να γυρίσει πίσω με αισθηματολογίες. Με τακτικές συνηθισμένες και συμπεριφορές προβλέψιμες ….. Σ’ εκείνον άρεσε η πρόκληση. Είχε ανάγκη να αναμετριέται με τα δύσκολα. Και να επικρατεί. Και να επιβεβαιώνεται. Κυνηγός ήταν. Ένας κυνηγός..
 Να χε έρθει κοντά της γι’ αυτό, με τέτοια επιμονή λέξεων; Επειδή δεν του παραδόθηκε; Επειδή του αντιστεκόταν; Αυτό ήταν μόνο; Ήθελε να της σπάσει το καβούκι να την βγάλει έξω…..  και μετά;
Κι αυτή; Γιατί του είχε αντισταθεί αυτή…..
………………………………………………………………………………………
Τον ήθελε πίσω. Πίσω …
ένα τέτοιο σύντομο φευγαλέο έρωτα που μετρούσε τόσα πολλά δικά του λόγια και λίγες  συναντήσεις… πως δημιουργήθηκε, πότε φούντωσε, έσβησε, (γιατί έσβησε;)  χαμπάρι δεν πήρε…. Το μόνο που ήξερε ήταν πως τον ήθελε. Πίσω. Πίσω! Σ’ εκείνη!
Θα τα κατάφερνε; Ε, σίγουρα! Τι διάβολο! Γυναίκα ήταν. Γυναίκα…..

Και πρώτη φορά εκείνο το βράδυ γέλασε. Σιγανά.
………………………………………………………………………………………..
Τι την έπιασε με τα γράμματα τέτοια εποχή σ’ αυτή την εποχή! Μα ποιος διαβάζει πια…. Και μήπως θα τα διάβαζε εκείνος; Κι ύστερα…. Μήπως ήξερε και που να τα στείλει;
Ήθελε να γράψει. Να του γράψει. Να του μιλήσει. Πώς να του μιλήσει! Είχε χάσει τη δύναμή της. Είχε χαθεί η ώρα της. Επέμενε όμως. Με την επιμονή του μικρού παιδιού.

Στάθηκε και κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη. Απέναντι της μια γυναίκα κουρασμένη με μάτια που μαρτυρούσαν αγρύπνια. Άρεσε; Ναι, ακόμα άρεσε. Aυτό το  πρόσωπο που είχε αρχίσει να το χαράσσει ο χρόνος, το αγαπούσαν ακόμα. Το κοιτούσαν ακόμα. Ακόμα… τι σκληρή λέξη…. Ακόμα …. Τι ήθελε πια; Οι επιλογές της λιγόστεψαν. Είχε όμως το «ακόμα». Ακόμα… άχρηστη λέξη…. Αυτή τα ήθελε όλα.  Όλα! Ήθελε το χρόνο της πίσω. Ήθελε κι αυτόν. Αυτόν που της έκλεισε όλες τις πόρτες και τα παράθυρα και την άφηνε να χτυπά.
Πού χτυπούσε αλήθεια; Υπήρχε πόρτα; Γιατί δεν έμενε στην ήττα της;

Τόσοι έρωτες τόσα κορμιά κρεβάτια και σεντόνια ιδρωμένα που χαθήκαν;

«Όμορφη που είσαι μάτια μου…. Κι αυτό το γέλιο σου….»

Γελούσεν  η νιότη, τα χέρια, τα πόδια, οι μηροί, τα στήθη
Ακουμπούσαν πάνω της οι άντρες προσκυνητές στο βωμό της, ικέτευαν το βλέμμα, λαχταρούσαν τα λόγια της
Εκείνη γελούσε, σπλαχνικά τους άφηνε

«Θα πιαστείς θυγατέρα…»

«Πού πατέρα μου; Στου έρωτα τα βρόχια;» κορόιδευε, εκείνη

«Στου χρόνου την παγίδα θυγατέρα μου. Θα τα παίξεις όλα και θα χάσεις»

Παλιός χαρτοπαίχτης, τα χε χάσει χίλιες φορές στο πράσινο τραπέζι. Ήξερε από παιχνίδια και ρίσκα.
Μα τότε όλα ήταν εύκολα κι εκείνη αθάνατη.

«Μη φοβάσαι τη θυγατέρα σου»

Η αλαζονεία της άγνοιας

Γιατί του είχε αντισταθεί; Είχε φοβηθεί; Τι;
…………………………………………………………………………………………
«Σε χρειάζομαι να υπάρχεις, στη ζωή μου….» κάποτε αυτό θα τον ξεκλείδωνε και θα γυρνούσε τρέχοντας…. Κάποτε. Το κάποτε τέλειωσε

Γιατί τον ήθελε; Γιατί τον αναζητούσε; Γιατί απελπισμένα τον καλούσε; Γιατί;
Τον είχε ερωτευθεί τόσο πολύ αλήθεια που χρειαζόταν την πνοή του για ν΄ ανασάνει; Την κυριαρχούσε τόσο που δίχως του, δεν άντεχε;
Ερωτήσεις, γεμάτες γιατί γύριζαν, έρχονταν… απαντήσεις πουθενά! Μιλούσε στο κενό. Αυτό εισέπραττε. Χτυπούσε σε τοίχο και θύμωνε. Τον ήθελε πίσω. Πίσω! Μ’ όποιο κόστος; Μ’ όποιο! Αυθόρμητα το είπε και τρόμαξε.
Κι αν ζητούσε μόνο τη δική της επιβεβαίωση;

Κοίταξε ξανά το είδωλό της στον καθρέφτη. Με το χέρι να τρέμει άδειασε το κορμί από τα ρούχα του. Το κοίταξε. Πήρε ανάσα και το κοίταξε. Με περιέργεια.
Πώς ήταν; Πώς φαινόταν; Ένα λεπτό κορμί χάραζε μια αχνή φιγούρα. Καλή; Καλή.
Πήρε τα μάτια και γύρισε στη σάρκα της. Σαν παρατηρητής. Κριτής μιας παρουσίας κι όχι δικής της αλλά ξένης.
Έσυρε αργά, εξεταστικά το βλέμμα. Με προσοχή. Δίδοντας σημασία στις λεπτομέρειες. Ένα σημάδι στη γάμπα
Ποδηλατάδα στα είκοσι δύο σε διακοπές. Είδε την κατηφόρα μπροστά της και τα φρένα ανύπαρκτα. Και δυο μάτια ανήσυχα από πάνω της.
Μια αχνάδα σχεδόν αδιόρατη στους μηρούς. Κάψιμο. Μια απροσεξία και το νερό χύθηκε πάνω από το λεπτό της σορτς. Τόσος καιρός κι ο πόνος ακόμα χαραγμένος στη μνήμη κι ας κόντευε να χαθεί  η αποτύπωσή του
Και στο μπράτσο ένα σημάδι από τσούχτρα στ’ ανοιχτά της θάλασσας –ποιας θάλασσας και πριν πόσα χρόνια; Πως σβήνονται όλα ώρα την ώρα…. Τον εαυτό της θυμάται μόνο ν’ αγωνίζεται να βγει με το ένα χέρι κολυμπώντας
Ξανακοιτάχτηκε κι αδιαφόρησε παντελώς για την ελιά στο στέρνο της
Ξανακοιτάχτηκε Και είδε πως έφθινε. Η δική της πολυφιλημένη σάρκα έφθινε. Ήτανε θέμα μόνο χρόνου να μην μπορεί πια να το καλύψει. Να μην μπορεί να ξεγελάσει και να δει τον οίκτο
.
Μ’ όποιο κόστος; Μ’ όποιο;

Μπα… δε χρειαζόταν να τρομάζει…. Έτσι κι αλλιώς το ήξερε δεν θα γύρναγε.
Τότε; Τότε γιατί; Για την τιμή των όπλων;

 Και γέλασε ξανά. Λίγο δυνατότερα.
……………………………………………………………………………………

«Εγώ δε φεύγω. Εδώ θα μείνω!»
Πόσες φορές είχε ακούσει τα λόγια; Δηλώσεις υποταγής, πίστης, λατρείας πάνω σε μιαν ώρα πόθου, πάνω σε μια λαχτάρα κατάκτηση, πάνω σε μια τακτική κυνηγιού
Τα ξερε…. Όλα τα ξερε…..
Ποτέ δεν έδιδε σημασία…. Αέρας ήταν που έφευγε
……………………………………………………………………………………….
Είχε ερωτευθεί. Αυτή ήταν η μόνη αλήθεια.
Γιατί συνέβη; Γιατί ξέφυγε απ’ το λογαριασμό του πάρε και του δώσε; Γιατί μετρούσε τα λόγια; Έπεα   κι όμως  τα μετρούσε λέξη λέξη φθόγγο φθόγγο
Πού να πάρει ο διάβολος! Να τις πάρει ο διάβολος  τις μεγάλες τις κουβέντες και τα λόγια ενθουσιασμού! Πόσα της είχε πει; Πόσα; Εκείνη δεν είχε πει. Ποτέ δεν έλεγε. Δεν της άρεσαν τα λόγια. Εκείνη γελούσε τότε. Δεν είχε δει τη στιγμή που της έκλεινε το μάτι. Δεν είδε πως όλα κυλούσαν. Δεν είδε. Δεν πρόλαβε. Τα χε κρατημένα όλα μέσα της. Την πίεζαν. Ώρες ώρες νόμιζε θα πνιγεί.
Γι’ αυτό τον ήθελε; Για να πει τ’ ανείπωτα;  Να ξαλαφρώσει; Γιατί τον ήθελε;
Ξανά και ξανά  η ίδια αυτοερώτηση
Το νοιωθε σαν απόρριψη;

Ναι την είχε αυτή την αίσθηση. Λες και την είχε εγκαταλείψει…. Λες την είχε με πολλούς τρόπους προδώσει. Ναι ….. Και δεν το άντεχε…..


Λεπίδες οι λέξεις μου
Να σε χαράξουν
Θέλω
Ως τ’ ακρότατά σου

Αυτό ήθελε. Να του στείλει λέξεις και να τον ματώσει. Να τον ματώσει ως τα βάθη του.
Κι ύστερα δεν μπορούσε να τον νοιώθει να υποφέρει

Και πάλι
Μύρα τις κάνω
Να σ’ απαλύνω
Ως το δαχτυλάκι
το μικρό


Μαθημένη από όλους να ναι αγαπημένη, να τη ζητούν, να την αναζητούν προσγειώθηκε ανώμαλα. Πώς γινότανε;
Έτρεξε το νερό και χάθηκε και δεν της έμεινε ούτε στάλα

 «Θέλω να με αγαπάς! Δεν μπορώ την απουσία σου…..θέλω να μ’ αγαπάς» έτσι να ρθει να της πει

Και σ’ αυτή τη σκέψη λύθηκε στα γέλια. Έως δακρύων πια.

Και η  μέρα έφευγε.