Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ





          Η Περσεφόνη αρρώστησε μια μέρα εντελώς ξαφνικά και λίγο παράλογα, αφού τίποτα μα τίποτα και κανένα σημάδι δεν είχε προηγηθεί. Το νέο απλώθηκε ταχύτατα κι ολονών τα κάτω άκρα, κοινώς τα ποδάρια, σαν κάτι να πάθανε και  κόπηκαν από ρίζας που λένε.                                                 
Κι άκου να δεις….. όχι πως η εν λόγω δεν ήταν συμπαθής. Μπα … όχι. Συμπαθέστατη ήτανε κι έκανε και μια χουρμαδόπιτα….. κόλαση! Χώρια που ήτανε και πληθωρική σ’ όλα τα επίπεδα. Και με τα γέλια της τα βροντερά και το χορό της τον τσαχπίνικο και τα μπαλκόνια της, για τα οποία καλοτυχιζόταν κρυφά ή και φανερά ακόμη ο Αγαμέμνων, ο άντρας της, που τον φωνάζανε Μένιο, και τα οποία κληροδότησε μοναδική προίκα στις τρεις θυγατέρες. Τη Θάλεια, την Αριστέα και τη Μέλια.
Άλλος ο λόγος κι η αιτία. Πιο …προσωπική και…πιο …εγωκεντρική.
O θάνατος ή καλύτερα ο φόβος του. Η κρυάδα του.
Κι έτσι κάπως άρχισε το κομπολόι της θανατοφοβίας. Χάντρα, χάντρα το εμπλούτιζαν, το στόλιζαν, το πλούμιζαν, με διάφορες και ποικίλες απόψεις.
Ας πούμε:
Οι κοντά στην Περσεφόνη  ηλικιακά: « Αμάν! άρχισε ο χάρος να καλεί την κλάση μας….. »
Όσοι είχανε παιδί στο σχολείο: « Αχ, τον καημένο το Σπύρο. Για…. κάνε το, δικό σου…. Αχ, πουλάκι μου, σκέψου να σουν στη θέση του Σπυράκου…. ».
Οι σύζυγοι ,οι σερνικοί: « Βρε το φουκαρά το Μένιο. Άντε τώρα να τα βγάλει πέρα με το λαχείο που του ‘τυχε».( εννοώντας βέβαια τις πρόσθετες ευθύνες  που έπεφταν στους ώμους του )
Για τις συμβίες, δεν το συζητώ, πλήρης ταύτιση.:  « Μου φαίνεται πως έχω έναν πόνο εδωδά. Να ’ναι σοβαρό; Να πάω λες στο γιατρό; μην την πάθω σαν την καημένη…»
( Kαταλάβατε φαντάζομαι. Στο μυαλό τους η φουκαριάρα η Περσεφόνη είχε κλείσει σοβαρό ραντεβού με τον άγιο Πέτρο )
Αφήστε δε τη γειτονιά που είχε κι άλλο κόψιμο: « Καλά, ήταν ανάγκη ν’ αρρωστήσει τέτοια εποχή; Μες στις Απόκριες ;
Τέτοια κι άλλα χειρότερα.
 Κάποια φορά  μάλιστα που ο Σπυράκος, θα πήγαινε μαζί με το σχολείο του να παρακολουθήσει μια θεατρική παράσταση και χρειάστηκε να φύγει, το παιδί,  για άσχετο λόγο, οι λοιποί θεώρησαν πως ετελεύτησε η μάνα του κι άρχισεν ο θρήνος.
Κλαίγανε τα παιδιά, κλαίγανε οι δάσκαλοι κι οι ηθοποιοί βλέποντας όλα τούτα άρχισαν να θρηνολογούν κι εκείνοι και οι παράσταση κόντεψε να μη γίνει. Ευτυχώς το διδακτικό προσωπικό πριν πνιγεί στη λίμνη των δακρύων του συνήφερε (ήρθε κι ο Σπύρος εν τω μεταξύ…  )κι όλα πήραν το δρόμο τους
                                                                                                                                     Μου φαίνεται πως ζωντανό άλλον δεν κλάψαμε κανένα, όσο την Περσεφόνη.
                                                                                                                                          Και τα πράγματα φτάσανε στην άκρια τους. Κι όπως συνηθίζεται να μην μένουνε όλα για την ύστερη ώρα, άρχισαν οι ετοιμασίες.   Μα ……                                                            ενώ καθαρίζανε το σπίτι,  για να τη δεχτεί κατά τα ειωθότα της επαρχίας, ξεσκονίζαμε το μαύρο μας ταγέρ, οι θηλυκές, το καλό κουστούμι με τη μαύρη γραβάτα, οι σερνικοί, κι ετοιμάζαμε λουλούδια και κεριά, έσκασε η βόμβα. Μεγατόνων μάλιστα.
« Η Περσεφόνη, είναι καλά! Βγήκε απ’ το νοσοκομείο κι έρχεται στο σπίτι! ».

Το λογικό βέβαια, θα ’ταν η ανακούφιση και η χαρά. Και για να λέμε τη μαύρη αλήθεια έτσι ήταν κι έτσι φάνηκε.
Φωνές, τραγούδια, « Αλληλούια! Η Περσεφόνη ανέστη! ».

Μόνο βαθιά, πολύ-πολύ βαθιά μια ψιλή ψιλή  φωνούλα δυσαρέσκειας μουρμούρισε 
   « Ήταν ανάγκη; Μα τώρα; Τώρα που το’ χαμε χωνέψει;»




Δεν υπάρχουν σχόλια: