Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Πλευρώτους στην κατσαρόλα



Είχε αγοράσει τα πλευρώτους δίχως να το πολυσκεφτεί. Τα είδε και τα ορέχτηκε. Πότε πότε γινόταν παρορμητική κι αυτό μάλλον τη διασκέδαζε.
Λοιπόν… ας τα μαγείρευε. Τα πήρε, τα καθάρισε προσεκτικά με μια πετσέτα-απoφεύγοντας να τα πλύνει. Μια φορά το κανε και το μετάνιωσε. Mε τόσο νερό που ρούφηξαν, ρούπωσαν τελείως!
Έβαλε λάδι στην κατσαρόλα, έκοψε το σκόρδο φέτες. Το άρωμα ξεχύθηκε, έκλεισε τα μάτια με τα ρουθούνια να παίζουν ευχαριστημένα στη σπιτική μυρωδιά.
Έριξε τα μανιτάρια και ανακάτεψε.

Το είχε μετανιώσει; Το ξερε δεν μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω μα αν γινόταν; Θα θελε να αλλάξει  ό,τι έγινε;
Την έτρωγε αυτό. Της άρεσαν οι βεβαιότητες. Μισούσε να αναιρεί. Να ακυρώνει τα λόγια της. Να μετανιώνει. Ήθελε λάθη που μπορούσε  να αντέχει.
Αντέχονται όλα;

Στην κατσαρόλα τα υγρά είχαν σωθεί. Έριξε ένα ποτηράκι κρασί και τσιτσίρισαν με φωνή μεγάλη. Περίμενε λίγο όσο να εξατμιστεί το οινόπνευμα, να μείνουν τα αρώματα. Έριξε λίγο νερό, αλάτισε και τα σκέπασε.
Έξω έβρεχε. Δυο μέρες τώρα είχαν ανοίξει οι ουρανοί
Κάθισε.

Μέχρι που είναι το όριο; Όχι του λάθους απ’ το σωστό παρά της αντοχής. Να κουβαλάς. Τη γνώση πιο πολύ. Πως μόνος σου είσαι σ’ αυτό. Τίποτα δεν είναι μοιρασμένο. Η μεζούρα αλλάζει σαν και τη γλώσσα μας και το φορτίο βαραίνει τόσο μα τόσο διαφορετικά…
Είχε μετανιώσει;

Πήγε πάλι στο παράθυρο, κοίταξε τον έρημο δρόμο που είχε γίνει ξέχειλο ποτάμι γεμάτο σκουπίδια, τη Μαρία και την Αντριάνα που χοροπηδούσαν στα σκαλιά της απέναντι πολυκατοικίας. Ένα πουλί που ξέμεινε.

Δεν ήταν πως δεν εμπιστευόταν τους άλλους. Τις προθέσεις τους. Ήταν πως τα δικά της τα κράταγε για κείνην. Από  συστολή πιο πολύ παρά από φόβο. Το μαζί μάντευε -παρά γνώριζε- πως είναι περισσότερο το αποτέλεσμα μιας έκφρασης  ευγνωμοσύνης, αγάπης, χρέους  και σπάνια  ανάγκη του άλλου. Βαθιά και κυρίαρχη.
 Όσες φορές αφέθηκε,  ήθελε να πιστεύει πως και  ο άλλος το επιθυμούσε. Να την γνωρίσει. Να την καταλάβει.
Μα δεν ήταν έτσι

Φάνηκε ο ταχυδρόμος. Θα χε μουσκέψει πάνω στη μηχανή του. Μόνο λογαριασμούς  έφερνε τελευταία. Χρέη γεμάτα αριθμούς προς διεκπεραίωση. Ούτε μια χαρά από ξεχασμένο γράμμα. Ούτε καν ένα παιχνίδισμα.

Το βράδυ έρχεται.
 Μόνιμα ανέτοιμη. Μόνιμα ανοιχτές σελίδες να αναμετριώνται τα αν τα έτσι τα αλλιώς. Με δεδομένα φυσικά. Μόνο που χουν ξεθωριάσει. Η φωτογραφία έχει ξεθωριάσει.
 Τι έχει μείνει; Ωωω…ίσαμε και τίποτα κι ωστόσο…
Κάτι εξακολουθεί ανεπίτρεπτα να την πληγώνει.
Ανεπίτρεπτα; την ξαφνιάζει η παραδοχή. Χαμογελά



Ξαναγύρισε στην κουζίνα. Το φαγητό  φαινόταν  εντάξει. Δυο τελευταίες κινήσεις μόνο απέμεναν. Πρώτα πιπέρωσε, πασπάλισε με ρίγανη και περίχυσε με μπαλσάμικο. 
Το άφησε ένα δυο λεπτά.
 Μύρισε ευχαριστημένη κι έκλεισε το μάτι.

2 σχόλια:

ποιώ - ελένη είπε...

Συνηθίζω όταν μαγειρεύω
κι εγώ να κάνω απολογισμούς
και επισημάνσεις


Μου άρεσε πολύ
φιλί Μέριλ μου

meril είπε...

@ποιώ-ελένη

κι όταν μαγειρεύουμε κι όταν πλένουμε πιάτα...ξέρεις εσύ...

καλημέρα
καλή βδομάδα!