Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

.....που λες.....

….. που λες ….πήγα στην παλιά μου γειτονιά …. Δώδεκα χρονώ έφυγα από κει και δεν είχα ξαναγυρίσει. Πήγα και βρήκα τους φίλους του πατέρα μου …που τα λέγανε μαζί …. Και παίζανε τάβλι…. Τους θυμόμουνα όλους-το πιστεύεις;- είδα κι έναν που τονε λέγανε κι αυτό Στάθη και για να τους ξεχωρίζουνε τονε φωνάζανε Σταθάκη. Ναι. Εκεί κι η κυρα Λεξάντρα και η κυρα Δέσποινα….. Πού είσαι Γιαννούλα μου μου λέει και μ’ αγκάλιασε…. Να ξερες πως ήτανε…. Μια γυναικάρα…. ψηλή… ευθυτενής…. με ωραία μαύρα μαλλιά … και τώρα; Ένα πραματάκι τόσο δα…. Είχε σουρώσει…. είχε γείρει μα τα μάτια της το ίδιο ζωηρά…. Απίστευτο…. από παντού της έφευγε η ζωή κι όμως μόλις σε κοίταγε….. Συγκινήθηκα….. πως περνούν τα χρόνια…. πως χάνονται όλα…..
Θυμάμαι έναν Τάσο.... λίγο καμπούρη αλλά με πολύ ευγενικό πρόσωπο…. είχε μια αδερφή τόοσο χοντρή…. σε μια μονοκατοικία μένανε…. κανένας τους δεν παντρεύτηκε…. έμαθα πέθαναν κι οι δύο …. και το σπίτι…. είδα είχε πινακίδα “πωλείται” ίδιο είχε μείνει με τα καγκελάκια του….. τον κηπάκο του …. και τ’ άλλα σπίτια τ’ αναγνώρισα κι εκεί που πίνανε τα ούζα κι ο δρόμος που παίζαμε παίρνω αμπάριζα και βγαίνω και τσινγκ! τσινγκ! τα καπάκια…

Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Για την Ημέρα

Όλα μου τα χρόνια στην περιφέρεια δίδαξα
και στις εθνικές γιορτές ποτέ δεν έμεινα ανήμερα στο σπίτι μου....πάντα μαζί με την κοινότητα σε συνεορτασμό
και κάποιες φορές χρειάστηκε και να μιλήσω
Έχω στα χέρια μου μια τέτοια ομιλία (κιτρινισμένο το χαρτί τόσον καιρό μετά) και θα θελα να αφήσω εδώ το κλείσιμό της. Γράφτηκε χρόνια πριν,ίσως ένα βράδυ ανάμεσα σε ετοιμασίες για τη γιορτή του καλού μου, και δε διεκδικεί καμιά δάφνη έτσι όπως έχει έναν αφελή τρόπο

.................................................................................
Όλα είναι ρευστά και χαλαρά και οι θεσμοί και οι δεσμοί και τα ήθη μας και οι συνήθειες μας αμφιλεγόμενα και αμφιταλαντευόμενα όλα. Η άνοδος και η πτώση παίζονται σε μια μόνο σκηνή και κάπου πρέπει να κρατηθούμε, να μη χαθούμε, να δώσουμε νόημα στη ζωή μας.

Ας μη διαγράψουμε ας μη χάσουμε τις Μέρες μας.... Όχι για να τις φοράμε κυριακάτικο ρούχο, ούτε για παράδειγμα.
Κανείς δε θέλει κι ελάχιστα έχουν βοηθήσει οι εμπειρίες και τα παεαδείγματα των άλλων έστω και τα φωτεινά.
Μα έτσι. Κι ας η χεί παράξενα.
Έτσι για να παίρνουμε κουράγιο
και την ώρα που πάνε να μας ισοπεδώσουν

να λέμε το δικό μας το
ΟΧΙ

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

Αφιερωμένο


Για την αυριανή μέρα και για όλες τις άλλες μέρες


Όλα τα μπλε μαζεύτηκαν στα μάτια σου
Κι ο ουρανός ντροπιάστηκε
κι εκρύφτη το φεγγάρι

Ένα τραγούδι πέταξε απ’ τα χείλη σου
Και γω μικρό παιδί στα γέλια το χω βάλει

Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

ξανά

οι δρόμοι μας ξανά
θ’ ανταμωθούνε
( τελειώνουν όλα μόνο
στο κύκλωμα του γύρου)

στα χέρια θα κρατάμε
τα χρωστούμενα

θα σου πω ήταν καλά
κι εσύ θα συμφωνήσεις
και θα μου δώσεις ό,τι
πάντα δικό μου ήτανε

κομμάτι της ψυχής σου

και θα σου δώσω ό,τι
φυλαγμένο κράταγα
κι έγραφε τ’ όνομά σου

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Και κάτι απ' τα παλιά

ΑΜΟΝΤΑΡΙΣΤΑ ΠΛΑΝΑ 11

Δώσε μου νερό να πιω
Μακρύς ο δρόμος
Κι όλο κάμα
Κάθεστε καλά;


Ναι καλά καθότανε

Ένα αγόρι δυο μέτρα ήταν έτσι της φάνηκε Ένα αγόρι όλο πόδια και χέρια

Μα βολεύεστε;

Του μιλούσε στον πληθυντικό αν και μπορούσε να ταν γιος της τι την ήθελε την κουβέντα μα ήταν ένας δρόμος που δεν τέλειωνε μια αδημονή όλο δίψα και το παλικαράκι να μην μπορεί να βολέψει τα άκρα του

Αγχωμένο έδειχνε χειρότερα από κείνη κι όλο στριφογύριζε στη θέση του μέχρι που εκείνη, άφησε γέλιο να φανεί στα χείλη της και πιάσανε την κουβέντα

Σπουδές;
Μπα! Είμαι αστυνομικός της ομάδας…..

Βάψε τις λέξεις που πληγώνουνε
Μη και τις συμπαθήσεις


Και πήρε να της λέει ονομασίες που ούτε τις είχε ξανακούσει ούτε που τις καταλάβαινε κι ο δρόμος μόλις είχε αρχίσει

Πηγαίνω με μετάθεση στην Κρήτη είπε κι όλο ανησυχία τα μάτια του φτερούγιζαν και τα δάχτυλα τα μακριά τα γύρναγε ξένα λες του ήταν κι ούτε ήξερε τι να τα κάνει

Ποια είπες είναι η δουλειά σου;

Κατάλαβε πως ανίδεη ήταν

Ομάδα απώθησης πριν από τα Ε.Κ.Α.Μ. εμείς ερχόμαστε και…..

Την κοίταξε χωρίς να τη βλέπει έτσι της φάνηκε
Έλεγε εκείνος πως γινότανε πως προασπίζανε ναι αυτή τη λέξη είπε προασπίζανε τους στόχους


Αλλά τώρα έπαιρνε μετάθεση η Κρήτη δεν είχε καλό όνομα όλο φασαρίες

Ενστολοι θα πάμε έτσι θα κατέβουμε στα Χανιά και μετά Ζωνιανά Ανώγεια

Ότι δεν ξέρω το λέω φόβο
Πώς να το πάρω αγκαλιά
Στου ενύπνιου το δρόμο

Γέλιο πνιχτό της ήρθε κρατήθηκε δαγκώνοντας το κάτω χείλος

Ε, να γνωρίσετε καμιά κοπέλα οι Κρητικές λένε είναι όμορφες

Μπα μπα είπε λες κι έλεγε ξορκισμένος ο σατανάς δεν είμαι γω για τέτοια λίγο και θα πίστευε πως έφτυσε στον κόρφο του

Που άφησες τον έρωτα;
Θα ρθει να γυρέψει
Και πώς να τον πληρώσεις


Να προσέχεις του είπε από ώρα της είχε επιτρέψει τον ενικό έτσι καθώς ζητούσε κάποιον να ακουμπήσει της είχε επιτρέψει τον ενικό κι ένοιωθε να συμπονά το αγόρι που μίλαγε ασταμάτητα

Να μην κυκλοφορείς προκλητικά του είπε και η λέξη του βαλε φωτιά λες

Θα φοβηθώ νομίζετε; Εδώ δε φοβήθηκα συνταξιούχους και δασκάλους που μαζευόσαντε έξω απ’ το Υπουργείο και….

Φάρσες που κάνει η ζωή σκέφτηκε η γυναίκα και ξέσπασε σε γέλια χωρίς να κρατά προσχήματα

Είμαι δασκάλα του είπε δακρυσμένη σχεδόν από τη θύμηση των πολυήμερων απεργιών καθώς είδε τον εαυτό της απέναντί του

Και η ώρα έρχεται
Αντίκρυ στέκει


Τι θα κανες αν μ’ είχες απέναντί σου προκλητικά ρώτησε εκείνος ήταν πολύ σοβαρός και συνάμα αστείος Ω, Χριστέ πλάκα που έχει η ζωή

Μόνο με τους συνταξιούχους είναι λίγο περίεργα

Και χάθηκε πάλι στις εντολές που δίδονται και πως πρέπει αυτά έτσι να γίνονται αλλιώς το οικοδόμημα χαλάει είκοσι τεσσάρων χρονών την τρόμαξε η βεβαιότητά του στο σύστημα
Κι ύστερα βρέθηκε στη σχολή και πως επέλεξε το δρόμο της καταστολής και πως κανείς δεν ξέφευγε

Αυτό το ρούχο φόρεμα
Της λύπης βάζω
Εσύ να μην το πεις

Ας υποθέσουμε ….

Κι όσα σε πνίγουν πνίγεις τα

ένας σε μια άσκηση δεν συμμετέχει ή μένει λίγο στην άκρια και εξαιτίας του δεν πετυχαίνει τότε η άσκηση επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά μέχρι να γίνει τέλεια και το βράδυ

σε αμαρτωλό κρεβάτι

Το βράδυ πιάνανε τον αίτιο της ταλαιπωρίας τους

Την Παναγία σου κωλόπαιδο! Τη μάνα σου …..θα την ξεσκίσω ρεεε!
Μαλακισμένη κουφαλίτσα

Λέξεις μαχαίρια ζώσανε
Τον ύπνο του δικαίου


με μαξιλάρια τον ζώνανε και ως
που να πει αμήν τον χτυπάγανε
και δος του έλεγε ξανά και ξανά

την Παναγία σας ρε! Κωλόπαιδα του κερατά ! θα σας γαμήσω…..

ξύλο πολύ ξύλο


Κι αν θα το βάψεις πορφυρό
Πάλι το λένε κρίμα

Ήθελε να του αγγίξει το χέρι να του πει ησύχασε ησύχασε μα ήταν αλλού φευγάτος δεν την άκουε πια

Χάνομαι
Σκοινί αγάπης δώσε να πιαστώ
Πίσω για να γυρίσω


Κι έδωσε και φτάσανε η ώρα είχε περάσει κι ο δρόμος ο ατελεύτητος δεν της είχε φανεί σχεδόν ένοιωθε να του χρωστά χάρη Εκείνος, χαμογελούσε που την κοίταγε της άπλωσε το χέρι έκανε ν’ αστειευτεί

Στη διάθεσή σας κυρία μου της είπε. Όποτε με χρειαστείτε, στη διάθεσή σας………...

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Ό,τι περιμένω.....

Mένω εδώ
Σε μια χώρα ανύπαρκτη
Κι ας με κουράζει κάποτε
αφού νομίζω πως ζω

Μα μόνο
μεταλλάσσομαι
Τα κομμάτια μου τρώγοντας

Με σώζει
Μια γνώση - ασπίδα

Την τελική
μορφή
θα λάβω

στις μέρες της διαύγειας
που
θα ρθουν
Όπως ορίζει η δικαιοσύνη

Και γω
θα ξαναπάρω τη μυρωδιά
που χουν οι άνθρωποι
σαν αγαπούν

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Μια ιστορία καθημερινότητας (η συνέχεια)

..............................................................................
Σχεδόν δεν την άκουσε. Έβαλε το πρόσωπό του στα χέρια ανάμεσα τι θα κάνουμε μουρμούρισε κι άλλο δεν ειπώθηκε από κανένα τους ούτε τότε ούτε το υπόλοιπο της μέρας που κύλησε μες στην αμιλησιά,
μένοντας αυτός με την απελπισμένη έκφραση κι εκείνη με τα φαρδιά παράταιρα ρούχα.
Από τότε του γινε συνήθειο να τριγυρίζει στις λαϊκές, ανάμεσα σε ζαρζαβατικά και φρούτα με τέλειωμα πάντα τους πάγκους με τα ρούχα. Στην αρχή για να σκοτώνει την ώρα περιφερόταν, τριγύριζε αμήχανος μέχρι να γεμίσει δυο σακούλες με άσχετα.
Τα πήγαινε σπίτι, η γυναίκα του τα έπαιρνε και δεν έλεγε τίποτα. Ούτε καλό ούτε κακό.

Στους έξι μήνες επάνω βρήκε δουλειά.
Δουλειά βρήκε, το κουσούρι έμεινε.

Το ανακάτεμα με τα ρούχα, το παζάρι με τις γύφτισσες, το ψάξιμο να βρει το σωστό μέγεθος-εδώ σημείωσε με τον καιρό μεγάλη πρόοδο- του γινε τόσο απαραίτητο σχεδόν μανία, που γρήγορα έμαθε τις πιο καλές λαϊκές, που υπήρχε η πιο πλούσια πραμάτεια, η μεγαλύτερη ποικιλία και τις γύρευε ακόμα κι αν βρίσκονταν σε γύρω πόλεις.
Στην αρχή δίχως να δίδει σημασία στο είδος σαν να ταν το ζητούμενο μόνο ν’ αγοράσει μα βαθμιαία και συν τω χρόνω που λένε, επικεντρώθηκε αποκλειστικά στα ρούχα που αφορούσαν τη γυναίκα του.
Φούστες, μπλούζες, παντελόνια, φορέματα, νυχτικά, μαγιώ, ό,τι μπορούσε να βάλει ο νους, ό,τι μπορούσε να ντύσει ένα θηλυκό σώμα, ερχόταν εδώ, μέσα σε πλαστικές σακούλες μπροστά της.
Ήξερε πια να διαλέγει σωστά. Να επιλέγει ό,τι της ταίριαζε, ό,τι της πήγαινε. Έτσι η γυναίκα του, απ’ τη μια μέρα σχεδόν στην άλλη, βρέθηκε να φοράει στενά τζινς, και εφαρμοστά φουστάνια. Γιατί τα φόραγε. Του γκρίνιαζε λίγο και ωχ πια μη φέρνεις άλλα….. σου είπα δεν έχω που να τα χωρέσω…. μα τα φόραγε. Τα δεχόταν σαν τον τρυφερό λόγο που δυσκολευόταν να αρθρωθεί, την έγνοια που αποτυπωνόταν μ’ αυτό τον τρόπο
Και την ήθελε.

Καθώς περνούσε ο καιρός καθώς τα ρούχα γέμισαν ντουλάπες και ό,τι ελεύθερο συρτάρι υπήρχε, θύμωνε με την αδυναμία της να μην μπορεί να αρνηθεί σταθερά. Όποτε είχε προσπαθήσει να το κάμει, -μα που ξανακούστηκε του έλεγε άντρας να ντύνει τη γυναίκα του- εκείνος γελούσε έλα ….έλα…. καμαρώνεις της έλεγε και κατέληγαν να γελούν και οι δυο.
………………………………………………………………………………………
Και κανείς δεν ήξερε πως θα τέλειωνε αυτή η ιστορία αν δεν καυγάδιζαν στα σοβαρά κείνη τη μέρα.

Ήταν τότε που άρχισαν να της πέφτουν τα μαλλιά. Κάτι στο αίμα της…. χαμηλός αιματοκρίτης μα όχι μόνο έκανε το τρίχωμα του κεφαλιού της να αραιώνει. Της ήρθε βαρύ. Δεν ήθελε να χτενίζεται, να κοιτάζεται σε καθρέφτη…. έτρεμε πως ένα πρωί θα σηκωνόταν με το κεφάλι γυμνό.
Τότε ήταν που ο άντρας έφτασε με μια φούστα που το μάκρος της σταματούσε ελαφρά πάνω απ’ το γόνατο.
Με το που την είδε, ένας κρυμμένος θυμός χείμαρρος ξέσπασε και πήγε να τον πνίξει
Όσα πικρά δεν είχαν ειπωθεί τόσα χρόνια, όσα είχαν στριμωχτεί, πέτρες αιχμηρές με δηλητήριο εκτοξεύτηκαν καταπάνω του.
Εκείνος δεν αντιδρούσε. Κι όσο ανέκφραστος καθόταν, τόσο λύσσαγε. Δίχως να μετρά το μέγεθος της λύπης που τον πότιζε, ούρλιαζε
Ποιος νομίζεις πως είσαι κι έχεις αναλάβει να με ντύνεις…. Τι νομίζεις πως είμαι; Δεν μπορώ να το κάμω εγώ νομίζεις; Αλλά ντρέπεσαι για μένα …. Ντρέπεσαι! Δεν θέλεις να βγαίνω να μη λένε πως … πως έγινα έτσι….. όχι εγώ η γυναίκα σου πως κατάντησε …. Δεν με θέλεις πια! Τι μου την έφερες αυτή τη φούστα; Τι θέλεις να μου πεις; Πώς θέλεις νέα γυναίκα; Να πας να τη βρεις. Να τη βρεις! ……….
Δεν σου ταιριάζω πια ε;…..
Και συνέχισε για ώρα μέχρι που απόκαμε. Το στόμα της φαρμάκι.
……………………………………………………………………………………….
Το βράδυ τους βρήκε και τους δυο να κοιτάζουν το ταβάνι μ’ ένα βάρος να τους πλακώνει το στήθος.
Είχε περάσει κάμποση ώρα με στριφογυρίσματα και μάταιες προσπάθειες να το αποτινάξει καθένας μόνος του όταν εκείνη αποτόλμησε την ερώτηση που νόμιζε πως η απάντησή της θα ξεκλείδωνε την πύλη που έκλεισαν και κλείστηκαν απέξω της
Μ’ αγαπάς; Ρώτησε.Κι ήταν σιγανός ο ήχος της φωνής με μια αγωνία λες ζητούσε επιβεβαίωση αν βρήκε το σωστό κλειδί ν’ ανοίξει την πύλη
Όχι. Ακούστηκε η φωνή του κι ήταν το ίδιο σιγανή.
Σαν να ξαναβρήκε την ενέργεια της όλη
άναψε το φως, στράφηκε προς το μέρος του, μ’ αγαπάς; Τον ξαναρώτησε με ορμή αυτή τη φορά.
Την κοίταξε. Ήταν πολύ αστεία μα την αλήθεια αστεία με τα λιγοστά της μαλλιά να πετούν άτακτα ….
Δεν γέλασε
Αμβλύνθηκαν μόνο οι γραμμές του προσώπου του, ξεσφίχτηκε και τα χείλη του έσπασαν ελαφρά. Πέρασε το χέρι του στο κεφάλι της όχι της είπε πάλι και την πλησίασε………..
…………………….

Ακόμα ο άντρας σου σε ντύνει; Τη ρώτησε η Ελένη μια μέρα.
Μπα….μπα…. πάει του πέρασε πια κι είχε η φωνή κάτι σαν θλίψη ή νοσταλγία….

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Μια ιστορία καθημερινότητας

Η ιστορία με τα ρούχα ξεκίνησε όταν ο άντρας απολύθηκε μια Δευτέρα, εκεί στα μέσα της άνοιξης.
Ίσως και να παιξε ρόλο που καθόλου δεν το περίμενε. Πίστευε πως ήταν σωστός υπάλληλος και πως ο χρόνος που είχε επενδύσει στη δουλειά, ήταν καλή ασπίδα προστασίας
Έκανε λάθος.
Είκοσι πέντε χρόνια ζωής τα διέγραψε έτσι δια μιας η απόφαση της εταιρείας για μείωση προσωπικού
Όταν τον κάλεσε ο προσωπάρχης να του το ανακοινώσει, έμεινε άναυδος. Ούτε λέξη δεν μπόρεσε ν’ αρθρώσει
Συνήθως καντηλοσταύριζε με μόνη ευκολία…. Ξαφνικά σαν να χασε τη μιλιά του…
Έκανε μόνο μεταβολή και έφυγε.
Εγκατέλειψε το γραφείο του, την εταιρεία, χωρίς να μαζέψει τίποτα. Ούτε καν τις φωτογραφίες των παιδιών του και της γυναίκας του που νέα και γελαστή τον κοιτούσε όλη μέρα, κάθε μέρα από την πρώτη κιόλας μέρα πριν τόσα χρόνια….
Τίποτα δεν ήθελε να πάρει μόνο να βρεθεί έξω.
Εκεί ήταν που μπερδεύτηκε, βρέθηκε εκτός πορείας, αλλού αντί αλλού, ναυαγός χωρίς πυξίδα, έχασε τον προσανατολισμό του, πιο πολύ βρέθηκαν οι σκάλες μπρος του παρά που τις έψαξε ο ίδιος
Αλήθεια γιατί πήρε τις σκάλες; Τόσα χρόνια πατούσε μηχανικά το κουμπί 3ος ισόγειο ισόγειο 3ος κάθε μέρα πέντε μέρες τη βδομάδα πενήντα δύο βδομάδες το χρόνο είκοσι πέντε τόσα χρόνια…. Είκοσι πέντε χρόνια
Τα μάτια του τον έκαιγαν. Πού πήγαινε;
……………………………………………………………………………………..
Περιπλανήθηκε ώρα πολλή μέχρι που βρέθηκε στη λαϊκή. Ανάμεσα σε ζαρζαβατικά, φρούτα, σκορδοκρέμμυδα, χόρτα για βραστά και για πίτες, σε κόσμο που έψαχνε και φώναζε.
Στο τέρμα της τα ρούχα. Πάγκοι με ρούχα άλλα ανάκατα κι άλλα τακτοποιημένα, με τις γύφτισσες καθισμένες σταυροπόδι επάνω να δείχνουν, να φωνάζουν, να μαλώνουν, να παζαρεύουν την πολύχρωμη πραμάτεια
Κάθισε να χαζεύει στην αρχή κι ούτε κατάλαβε για πότε βρέθηκε με δυο τσάντες γεμάτες και την τσέπη άδεια –ούτε για ταξί!- και το αυτοκίνητο που ήταν το αυτοκίνητο…. έφαγε τον τόπο να το βρει σχεδόν κόντεψε να το παρατήσει και να γυρίσει με τα πόδια- δεν πήγαινε στο διάβολο- Ξαφνικά ένιωθε ελαφρύτερος…..
…………………………………………………………………………………………..
Η γυναίκα του ένα γύρω εκεί στα σαράντα, πιο πολύ στεγνή παρά αδύνατη, καθόταν σκυφτή καθαρίζοντας φασολάκια με μια έκφραση δυσαρέσκειας στο τραβηγμένο από την ένταση πρόσωπό της
Άφησε τις σακούλες μπροστά της και στάθηκε περιμένοντας σαν μαθητούδι τον έπαινο μάλλον παρά τον ψόγο απ’ τη δασκάλα του
Τι είναι τον ρώτησε και δε σήκωσε μάτια
Σ’ αρέσουνε; Κι η φωνή είχε αγωνία και δισταγμό συνάμα
Ποια;
Της έδειξε με το δάχτυλο
Άδειασε το περιεχόμενό τους στο πάτωμα, φούστες παρδαλές και μπλούζες πελώριες, τα πιασε ένα ένα με μια έκφραση σιχαμάρας το ένα κατόπιν του άλλου
Τι ‘ναι αυτά…. Πού τα βρήκες;
Τ’ αγόρασα….
Τ’ αγόρασες;
Ναι. Δοκίμασέ τα
Όπως τον κοίταξε νόμισε πως θα του φώναζε και τι παλαβομάρες πας και κάνεις και άλλα τέτοια μα εκείνη ξέσπασε σε ξέφρενο γέλιο που του φερε απελπισία.
Άρχισε να τη βρίζει με λόγια ακατονόμαστα αυτός που πάντα την πρόσεχε αυτός που πάντα …
Τώρα;
Το γέλιο της πάγωσε.
Ένιωσε άδειος.

Έχασα τη δουλειά μου είπε μόνο και τα χέρια του κρέμασαν.

Δεν του μίλησε, διάλεξε μια κόκκινη μπλούζα και τη φόρεσε. Κολυμπούσε μέσα της. Έπρεπε να ναι στενή. Πολύ πιο στενή.
Έφερε δυο στροφές και η μπλούζα σαμπρέλα φούσκωσε. Η οθόνη της κλειστής τηλεόρασης την καθρέφτισε. Ήταν αστεία. Λύθηκε το πρόσωπό της και γέλασε. Αυτή τη φορά, ανακουφιστικά
Κι όσο εκείνη γελούσε τόσο αυτός μαζευόταν, κλεινόταν, απελπισμένος, χαμένος όσο που τον λυπήθηκε.

Δεν πειράζει, του είπε. Δεν πειράζει. Σήκωσε τα μάτια του απορημένος.
Θα την στενέψω λίγο και θα μου στρώνει καλά…. Μου πάει το κόκκινο…. δεν μου πάει;


Συνεχίζεται

Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

Ένα σχεδίασμα για τη Φαίδρα

Γέλαγε η μέρα και ανηφόρισεν
ο ήλιος
σ' ελιές και κυπαρίσσια ανάμεσα
τρυπώνοντας
και πεύκα της θαλάσσης.
Σκουντώντας μέλη να ξυπνήσουνε
να κινηθούν οι άνθρωποι
στα πρέπει
τα καθημερινά κι όσα τυλίγουνε
το χτύπο της
ζωής

Η Φαίδρα αν μπορούσε θα αγόραζε
αυτήν ώρα
να την κρατά στο αύριο που θα χε
μίσος στην καρδιά
Μα τίποτα απ' τ' αληθινά
δεν βγαίνει στο παζάρι


Υ.Γ.Επειδή και το αύριο θα ναι ίδιο με το σήμερα... επειδή η αλλαγή δεν θα γίνει από τους άλλους αλλά από μας.... επειδή ζούμε τις μέρες με τα εύκολα λόγια της απαξίωσης ξεχνώντας τη δική μας συμβολή σ¨αυτή 'συμφωνώ μαζί δεν τα φαγαμε' ....για πολλά επειδή μα κυρίως επειδή η ευθύνη είναι διαχρονική λέξη και οφείλει να μας χαρακτηρίζει
επιθυμώ να αναλάβω το κομμάτι που μου αναλογεί επί της ουσίας.

Κατά τα λοιπά μάλλον θα είμαι εδώ συχνότερα απ¨ότι υπολόγιζα

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Από ευχαρίστηση

Χάρισμα σ' όσους επιμένουν να επισκέπτονται αυτή τη σελίδα ακόμα κι αν μόνο παλιές πραμάτειες έχει κρεμασμένες

Ζωγράφιζαν οι ώρες

Σε πέτρα απάνω
Δυο αγκίστρια μιαν
Άγκυρα και
Πορτοκάλια τρία
Από κείνα τα χανιώτικα
Που φερνεν ο συμπέθερος
Δέκα χειμώνες πριν
Πριν να ραΐσουν μνήμες
Και παραμορφωθεί η ανάσα τους

Ζωγράφιζαν οι ώρες

Σε άμμο απάνω
Κι έριχνα βλέφαρα κλεφτά
Στις θαμπωμένες τις στιγμές
Στο φως αντίκρυ
μπουσουλούσαν …..
Ωραία που χάραζαν τους δρόμους
Δέκα αιώνες πριν
Πριν μάθω τη γραφή
Που θα σβηνε τα χνάρια

Ύστερα απ’ όλα αυτά
Τούτο μόνο ξέρω….
Γνώση κουτσή με οδηγεί
Μα λέω
Καιρός να δω απ’ την αρχή

Τουλάχιστον τα σύννεφα ……..
Ωραία που ανακλαδίζονται
Στα γαλανά σεντόνια