Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

Καθώς το συνηθίζει.........

Η ζωή καθώς το συνηθίζει κύκλους κάνει.

Τα ίδια -
-μα πάντα αλλιώτικα-
έρχονται και φεύγουν
Περνούν και διαβαίνουν.
Σχηματίζοντας ελλειπτικούς κύκλους
Σαν αυτούς που η γη γράφει

Τα γεγονότα απαράλλαχτα με κείνα που ήδη έχεις ζήσει
παραμορφωμένα έρχονται
εξαρτώμενα από τη γωνία που ο ήλιος
και το φως σ’ αφήνουν να δεις.

Ίσως βέβαια και να ‘ναι άλλα

Αφού και συ συνήθως
Το κακέχτυπο είσαι της
Λαμπερής και πολλά υποσχόμενης
Αλλοτινής σου νιότης.

Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Μη δεν το ξέρεις;


Ορίζοντες μακρινούς
Εζήλεψες
Περάσματα ανεξέλεγκτα

Μα είσαι δω
Καρτερώντας
Θαύματα που δε γίνονται
Και δώρα μαγικά

Αγκαλιάζεις
Της Πανδώρας το εναπομείναν
Ρότα ψάχνοντας
Σε ματιών αχανές
Αστερισμούς
Ανομάτιστους

Μη δεν το ξέρεις;

Το επιθυμητό
Μόνον ο νους το βλέπει

Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Οι νοικάρηδες (Χρόνης-Λενάρα)

Σήμερα μια από τις πρώτες ιστορίες που έγραψα γι' αυτό ίσως και πολυαγαπημένη -ούτε να τη διορθώσω δεν αντέχω- πολυαναρτημένη,
για τους καινούριους φίλους
......................................................................
Το σπίτι, σαν πρωτομπήκαμε, μου φάνηκε πελώριο, έτσι που ήταν ψηλοτάβανο και άδειο σχεδόν από πράγματα όπως και σ’ όλη την πορεία του γιατί ποτέ δε φορτώθηκε έπιπλα σαλονιού, μια τραπεζαρία, ένα σύνθετο, πολυθρόνες , και άλλα που συνθέτουν τη μικροαστική αντίληψη περί κατοικίας.
Στα χρόνια που πέρασαν, μέσα μου ποτέ δε μίκρυνε, πάντα ήταν μεγάλο. Τόσο μεγάλο που γέμιζε το στόμα μου και η ψυχή μου με την αναφορά του και μόνο. Κι ας κατοίκησα σε σπίτια αληθινά μεγαλύτερα από κείνο που ήταν απλά δωμάτια στη σειρά με μοναδικό τους έπιπλο ένα κρεβάτι ή δύο κατά περίπτωση.
Σκέψου! Μόνο κρεβάτια! Τόσα άτομα που μπαινόβγαιναν… παιδιά…. Αδέρφια…. συγγένεια από το χωριό…. κι ύστερα τα παιδιά μεγάλωσαν και φέρναν κι αυτά τους δικούς τους φίλους και πάντα υπήρχε χώρος να κοιμηθεί κάποιος και να βρει ένα πιάτο στο τραπέζι.
Τα χρόνια δύσκολα. Χρήμα δεν έβγαινε. Παιδιά, ευθύνες έξοδα κι από κοντά μια ντροπαλοσύνη – πως γίνεται να ‘χουμε τόσο μεγάλο σπίτι –η απόφαση πάρθηκε. Τα δυο δωμάτια που ‘χαν χωριστή είσοδο μπορούσαν να νοικιαστούν. Το μπάνιο κοινό. Μπάνιο τώρα ο Θεός να το κάνει μπάνιο αν και για τα σπίτια της σειράς μας ήταν και πρωτοποριακό γιατί εκτός από λεκάνη είχε και νιπτήρα και ένα ντους στερεωμένο στην οροφή. Απέξω ένα εντοιχισμένο καζάνι που ζεσταινόταν με ξύλα και το τροφοδοτούσε με ζεστό νερό όπως και το υπαίθριο πλυσταριό. Δε θυμάμαι να απασχόλησε και κανένα η κοινοχρησία αυτή. Σιγά τώρα….
Έτσι ήρθε στο σπίτι μας ο πρώτος νοικάρης, ο Χρόνης. Τον θυμάμαι πολύ καλά.
Πώς ήταν ο Ζαχαρίας με τη χοντρή, στη γελοιογραφία του «Θησαυρού»; Κάπως έτσι και το ζεύγος Χρόνης – Ελένη. Εκείνος, λιγνός, μικροκαμωμένος, ησυχούλης, ο Χρόνης που στις μεταξύ μας κουβέντες Χρονιό τον ανεβάζαμε Χρονιό τον κατεβάζαμε. Θυμάμαι, αχνά πιο πολύ σαν όνειρο να μας παίρνει στα γόνατά του και να μας τραγουδάει, να λέει ιστορίες και παραμύθια ώρες πολλές. Αβάρετα,
Εκείνη την έλεγαν Ελένη …Ποιος την έλεγε Ελένη; Όλοι Λενάρα τη λέγαμε Λενάρα Λενιά …Ναι και Λενιά έτσι ασουλούπωτη που ήταν με το παχύ της το κορμί το βάδισμα της πάπιας και παρολαυτα σε μια μόνιμη κίνηση δυσκίνητη. Ήταν η δεύτερη του γυναίκα, ο δεύτερος του γάμος. Ο πρώτος είχε λήξει με το θάνατο της νεαρής συμβίας του, ένα αδυνατούτσικο κορίτσι, όπως φαινόταν στη μεγάλη κορνιζαρισμένη φωτογραφία στον δυτικό τοίχο του μεγάλου δωματίου να δεσπόζει σαστισμένη στο χώρο. Σαν κορίτσι. Κι ας είχε δυο παιδιά αφήσει ενθύμιο στο Χρόνη δυο αγόρια που τον καιρό εκείνο πήγαιναν και τα δυο στο δημοτικό. Στο 26ο δημοτικό σχολείο Ηρακλείου ένα λυόμενο με κρύες αίθουσες που μάντρωναν θρασεμένα αγόρια και κορίτσια στο κατώφλι της ήβης.
Εκεί πήγαν και τα αγόρια που το μεγάλο δε θυμάμαι πως το λέγανε, μα τον μικρό – μεγαλύτερος από μένα – τον έλεγαν Γιάννη. Μ’ αυτόν δέσαμε φιλία. Ακράτητη που λένε. Δε θυμάμαι να μιλάμε. Ίσως εκείνος να μιλούσε και γω ν’ άκουγα. Θυμάμαι καθόμασταν έξω στο μικρό βεραντάκι κατάχαμα τις νυχτερινές ώρες πολλές να κοιτάμε τ’ αστέρια που τότε ήταν περισσότερα και να μου λέει το ένα και το άλλο. Λοιπόν και τότε απορούσα όπως και τώρα που τα φέρνω στο νου μου που τα βρισκε και τα λεγε. Όλη μέρα γύρναγε δώθε κείθε σαν παιδί του καιρού και του τόπου του να αλανεύγει με άλλα μεγαλύτερα και μικρότερα, καθώς έβριθε η γειτονιά από παιδόκοσμο και οι φωνές δεν άφηναν άνθρωπο να ησυχάσει. Καλά καλά ούτε το βράδυ.
Μόλις έπαιρνε να νυχτώνει μας άρεσε να παίζουμε κρυφτό. Nα γινόμαστε σκιές, να ξαπλώνουμε χάμω, μπροστά σ’ αυτόν που τα φύλαγε κι αυτός να μην παίρνει χαμπάρι. Χώρια ο φόβος που τον εμπόδιζε να ψάξει λίγο παραπέρα. Ζούσαμε στον καιρό των φαντασμάτων, των βρικολάκων. Των νεράιδων το μεσημέρι. Οι εξωγήινοι δεν ήταν ακόμα της μόδας ο Σπήλμπεργκ δε μας είχε κάνει ακόμα φίλο τον Ε.Τ. Μπορούσαμε λοιπόν να πορευόμαστε με τα δικά μας. Καθόμαστε έναν κύκλο ολόγυρα μικρά μεγάλα κι ίσως να ταν η μοναδική στιγμή που η ηλικία μικρό έπαιζε ρόλο και λέγαμε ιστορίες που ακουστά τις είχαμε αναπλασμένες στα μέτρα μας.
Τώρα που τα φέρνω ξανά στο νου μου, θυμάμαι πως ανάμεσα στις φοβίες που ήταν εκείνο τον καιρό κυρίαρχες και που χρησιμοποιούσαν κατά κόρο οι γονείς για να μαζέψουν τα βλαστάρια τους ήταν ο φόβος των Εβραίων. Το τι άρπαζαν τα παιδιά, τι τους έπιναν το αίμα, τι φρικαλεότητες κυκλοφορούσαν πιο πολύ από θρησκευτική υστερία παρά από πολιτική αντιπαράθεση δε λέγεται. Τώρα μπορεί και μεις μέσα στην τρομολαγνεία της ηλικίας να παίρναμε την τρίχα και την κάναμε τριχιά.
Είχαμε και μια φιλενάδα, το Μαριώ, το κοντομαριώ, όπως ήταν πιο γνωστή, να ξεχωρίζει από τις Μαρίες τις υπόλοιπες γιατί ήταν κοντούλα, μια σταλιά κοριτσάκι. Το Μαριώ ήταν Γιαχωβού μα αυτό καθόλου δε μας πείραζε και πολύ την προτιμούσαμε γιατί ήταν καλή και βολική. Κάποτε στην εκδήλωση μιας τέτοιας προτίμησης το κορίτσι που αφήσαμε απέξω πολύ θυμωμένο μας κατηγόρησε ότι κάναμε παρέα με Γιαχωβάδες κι άλλα κι άλλα πολλά που μας άφησαν άλαλες ανίκανες ν’ αντιδράσουμε έτσι όπως η θρησκεία ήταν μπολιασμένη στο αίμα μας… Ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερα θαρρετή. Αρχηγός σε καμιά ομάδα δεν ήμουν. Μα δεν ξέρω ποιος μίλησε μέσα μου και δεν τα χασα καθόλου. Σηκώθηκα και στήριξα το παιδίσιο μου κορμάκι στον τοίχο και με φωνή ξεκάθαρη έδωσα τη μάχη.
«Έμάς δε μας σε γνοιάζει ίντα πιστεύγει καθαείς. Εμάς είναι φιλενάδα μας και τηνε γαπούμε…»
Αυτή η πράξη, είναι η πιο γενναία, ανιδιοτελής και αυθόρμητη της ζωής μου… Μα ας είναι την ανάφερα μόνο γιατί κι οι Γιαχωβάδες στην ίδια παρέα με τους Εβραίους μπαίνανε στην τρομολαγνεία του καιρού.
Ο Χρόνης τώρα….
Και το Χρονιό έπαιρνε κι αυτός παρέα μας μέρος στην ιδιότυπη σκυταλοδρομία που ένας ξεκινούσε μια ιστορία τρόμου για να την πλουμίσει με κι άλλες λεπτομέρειες ώσπου στο τέλος αποκαμωμένοι από την προσπάθεια μας το μόνο που ζητούσαμε ήταν η ασφάλεια του σπιτιού μας ότι έκλειναν οι τοίχοι του και σφάλιζε η πόρτα. Τότε μας έπαιρνε αγκαλιά και μας μοίραζε έτοιμα για ύπνο.
Η Λενάρα δε μίλαγε. Ποτέ δε μίλαγε τα βράδια. Πήγαινε ερχόταν κρατώντας μια σκούπα, ένα ξεσκονόπανο μια μυγοσκοτώστρα ένα κάτι έστω και χωρίς λόγο λες και δεν ήξερε τι να κάνει τα χέρια της πού να τα βολέψει σαν να της ήταν ξένα.
Την ημέρα δρούσε. Όλο φωνές και κατάρες για τα δυο αγόρια που δεν την άκουαν κι όλο του κεφαλιού τους έκαναν. Σαν έπαιρνε να βραδιάζει έβαζε λιβάνι να ξορκίσει το κακό και μαζί με τα εικονίσματα πάντα σταμάταγε να θυμιατίσει ώρα πολλή τη φωτογραφία της μάνας τους. Να της έλεγε και τίποτα …να ζητούσε συμπάθιο για όσα στην ανημπόρια της να τιθασεύσει να μαζέψει τα παιδιά της ..έλεγε. Ποιος το ξέρει… ποτέ δεν έλεγε τίποτα.
Βρίσκαμε κι εμείς, εγώ με το Γιάννη, τα δυο μικρά της παρέας ν’ ασχοληθούμε με το μυστικό μας. Ο Γιάννης έφτιαχνε φιγούρες του Καραγκιοζόκοσμου. Τι Καραγκιόζηδες, τι Χατζηαβάτηδες, όλοι οι ήρωες του άσπρου σεντονιού, στα χέρια του παίρνανε ζωή. Κι εγώ περήφανη βοηθός, αμίλητη από θαυμασμό υπάκουη και πρόθυμη, να δίδω χαρτιά ψαλίδια κλωστές. Να τρέχω για σεντόνια στη ντουλάπα της μάνας μ’ όλη τη γρηγοράδα των μικρών μου ποδιών με προσοχή να μη μ’ ανακαλύψουν.
Κι ένα βράδυ λίγο πριν χωρίσουμε μου το πε
« Τη Κυριακή θα παίξομενε το έργο ο Καραγκιόζης στη κόλαση και στο παράδεισο κι απόκειας θα κάμωμε το γάμο. Θες;»
Ούτε και θυμάμαι τι είπα κι αν είπα. Θυμάμαι μόνο πως τη νύχτα δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Ήθελα να ταν κοντά μου η αδερφή μου να την ρωτήσω να μου πει… Αυτή όλα τα ήξερε. Σαν και τότε που το μυαλό μου φουσκωμένο από τους αρχαίους θεούς τους έφερε στα όνειρά μου απειλητικούς με τα αρχαία αγάλματα ζωντανεμένα να φοβερίζουν τους εξωμότες και γω να τρέχω να ξεφύγω, κόρη ορεσίβιων, στα βράχια της θάλασσας, με τα κύματα θερία στο πλευρό τους, οι τελευταίοι εναπομείναντες, έτοιμα να με καταβροχθίσουν ή έτσι νόμισα κι έβαλα φωνή μεγάλη μα ήταν δίπλα μου εκείνη η έντεκα χρόνια μεγαλύτερη αδερφή μου που ακουμπώντας πάνω μου με λόγια συργουλευτικά με ησύχασε κι αφέθηκα με εμπιστοσύνη στην αγκάλη του Μορφέα.
Μα τώρα εκείνη έλειπε. Την πήρε κι αυτή η Αθήνα. Πέρασε τ’ αρμυρό νερό το περασμένο φθινόπωρο κι από τότε κοιμόμουν μοναχή μου. Είχα απομείνει μοναχή μου. Από όλους που στέγαζε αυτό το σπίτι μόνο εγώ απόμεινα. Και … ευτυχώς ….ευτυχώς που βρέθηκε ο Γιάννης. Ο Γιάννης που αγαπούσε τον Καραγκιόζη και ήθελε να με παντρευτεί. Ο Γιάννης θα με παντρευτεί… Ο Γιάννης θα με παντρευτεί…θα με παντρευτεί… θα … με…
……………………………………………………………………………………….
Ήτανε Δευτέρα. Ίσαμε την Κυριακή πολλές δουλειές μας περίμεναν. Ο Γιάννης μέσα σε χαρτιά σε μολύβια με φωνές. Όλα για τον Καραγκιόζη. Πως θα γίνει εκείνο, πως το άλλο και για γάμο ούτε κουβέντα. Ήμουνα φαίνεται πολύ αφηρημένη και σκεφτική κι αυτός ο έρμος δεν άντεξε και μου φώναξε:
« Μα ίντα παθες σήμερο. Πού τονε χεις το νου σου; Τη Κεριακή θεμε να κάμωμε τη παράσταση και του λόγου σου…Ίντα σκέβγεσαι; »
Ξέσπασα σε κλάματα κι ανάμεσα στ’ αναφιλητά μου ψέλλισα…
«…το γάμοοο…»
«Ποιο γάμο; Ίντα λες; »
« Δε μου πες … δε μου πες …απώς θα κάμωμε το γάμο..»
« Ε, και ίντας; Δε το κάτεχες; Εμένα μου πενε η Κατίνα πως σου το χενε ποτά »
«Μου ‘χενε ποτά; » Μα τι έλεγε;
« Δε θες να ‘σαι η Φρειδερίκα ε; Είπα το γω τση Κατίνας. Η μικιή τση λέω δε θα θέλει..»
« Η Φρειδερίκη..»αποτόλμησα
« Ίντα, δε σου το πανε;»
Κι έπιασε με υπομονή να μου εξηγεί πως στο παιγνίδι της αναπαράστασης του πριγκιπικού γάμου εμένα μ’ είχαν διαλέξει να παραστήσω τη βασιλομήτορα. Αυτός τους είπε πως έτσι μικροκαμωμένη και αδύνατη που ήμουν δε θα ταίριαζα….
…………………………………………………………………………………………
Αχ, αυτό το γάμο εννοούσε ….
Κόντευε ο καιρός που ο διάδοχος του ελληνικού βασίλειου θα παντρευόταν την πριγκηπέσα από το βορρά και μεις τα παιδούρια μιας φτωχογειτονιάς στις παρυφές της πόλης που εφευρίσκαμε παιχνίδια βρήκαμε εξαιρετικά ενδιαφέρον να αναπαραστήσουμε τον πριγκιπικό γάμο.
Α,… θα θελα τόσο να κανα την Άννα – Μαρία… Μα αυτήν θα την έκανε το Μαράκι. Ένα ψηλόλιγνο λυγερό κορίτσι με μακριά μαλλιά - αυτά τα μαλλιά, το κρυφό αντικείμενο του πόθου μου – και μεγάλα καστανά μάτια …είχε κιόλας αρχίσει να φουσκώνει στο στήθος δεσποινίς σχεδόν.
Το Μαράκι….Ένα φεγγάρι ήρθαν στο σχολειό μας, δυο σπουδαστές της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, να κάνουν την πρακτική τους. Όσο και να ταν παλικαράκια πάνω στα καλά τους ήταν και τα μεγαλωμένα κοριτσάκια γλάρωναν κι έπλεκαν όνειρα μυστικά. Για κείνον όμως που μπήκε στην τάξη που ήταν το Μαράκι, εμείς είμαστε που τα κλώθαμε και τα υφαίναμε.
« Και γω σου λέω πως τηνε ξανοίγει. Δε τονε θωρείς απώς δε παίρνει τα μάθια του από πάνω τζη;»
«Εγώ λέω πως α τση μιλήσει»
«Εκιά απού θα στέκει α τση πει…»
« αγαπώ σε Μαράκι»
« Και κείνη δα…»
«Να χεν είμαι γω θελα λιγωθώ»
«Ντα εγώ;…»
………………………………………………………………………………………
Τέτοια κι άλλα. Όλες τον θέλαμε αλλά δεν τολμούσαμε ούτε να το πούμε. Φορτώναμε τις ελπίδες μας στο Μαράκι που μεγαλόφερνε …μην τον χάσουμε κι ολότελα….
Αυτός όμως μετά από δυο βδομάδες γύρισε στη σχολή του αφήνοντας πίσω μάτια βουρκωμένα και όνειρα συντρίμμια.
Δεν μπορούσα συνεπώς να τη συναγωνιστώ στην επιλογή του πρώτου ρόλου… ο ρόλος της Φρειδερίκης ξέμεινε σαν και μένα ξέμπαρκος.
Η μόνη μου παρηγοριά ήταν που θα μου σγούραιναν τα μαλλιά. Παρά την αντιπάθεια που έτρεφα, χωρίς να χω ιδιαίτερο λόγο για τη βασιλομήτορα, αλλά να, σαν την κακιά μάγισσα μου φαινόταν, παρόλαυτα για τα μαλλιά δεν μπορούσα να πω παρά τα καλύτερα έτσι μπουκλωτά που ήταν κι ας ήταν κοντά. Μήπως τα δικά μου τι ήταν; Ήτανε και πράσα. Σ’ συτή μου την αδυναμία πατήσανε οι λοιποί της παρέας και
«να σου κάμωμε θέλει και κατσαρά τα μαλλιά. Ε; ίντα λες;»
κι έτσι πήρα το ρόλο που να μην έσωνα γιατί έφαγα το ξύλο της χρονιάς μου αφού γύρισα με να ξεχούρδιστο κεφάλι, μια λαχανίδα, ένα κρανίο με όρθιες τρίχες. Το όνειρό μου για το κατσαρό αποτέλεσμα πνίγηκε σε ποταμό δακρύων πιο πολύ για το άτυχο αποτέλεσμα παρά για τις φωνές της μάνας μου.
Ας είναι. Τα υπόλοιπα δεν τα θυμάμαι. Ούτε αν παίξαμε εντέλει το γάμο. Άλλωστε τι μ’ ένοιαζε πια. Η ζωή ήταν άδικη πολύ άδικη. Ευτυχώς είχα το Γιάννη. Μπορεί να μην ήθελε να με παντρευτεί μα κι η παράσταση Καραγκιόζη που ετοίμαζε μ’ εμένα βοηθό δεν ήταν και λίγο.
Κάτω από άκρα μυστικότητα κουβέντα σε κανένα. Μιλιά σε άνθρωπο.
«μια κοπανιά α τοσε πούμε. Ελάστε τη τάδε μέρα να ειδείτε το Καραγκιόζη..»
Tέτοια έλεγε και μ’ ΄πειθε και κρατούσα το μυστικό και τίποτα δεν παίρναμε χαμπάρι απ’ τον κόσμο των μεγάλων που συνήθως κατασκοπεύαμε τίποτα να μη μας φύγει τίποτα να μη χάσουμε. Και πράγμα όχι ασύνηθες για κείνους τους καιρούς κανείς δεν ασχολιόταν μαζί μας. Άλλωστε δε μέναμε και πολύ στο σπίτι. Το στέκι μας ήταν στην άκρη της αλάνας απέναντι από κει που μόνο για ύπνο πια πηγαίναμε. Μόνο για ύπνο γιατί και το φαΐ στο πόδι το τρώγαμε και το μυαλό μας αλλού. Στον σκοπό μας. Στον Καραγκιόζη. Στην παράσταση.
Ξημερώνοντας το Σάββατο υπήρχε πολλή κινητικότητα. Από δίπλα για πρώτη φορά ακούγονταν φωνές αγριεμένες. Φωνές από το Χρόνη που δε θύμιζαν διόλου το σύντροφο και υποκινητή στις σκανταλιές μας.
« θα τονε πήρανε χαμπάρι»
Αυτή ήταν η πρώτη μου σκέψη και πηδώντας από το κρεβάτι ξυπόλητη και άντυτη έτρεξα να συμπαρασταθώ στο φίλο μου.
Ανοίγοντας την πόρτα – μια μεσόπορτα που από το σπίτι μας έμπαινες στο δικό τους μόνιμα ξεκλείδωτη αλλά από σεβασμό στους νοικάρηδες απαραβίαστη – αντίκρισα ...
Ένας πόνος με λύγισε… ξαφνικός σαν κι ότι έβλεπα. Αστραπή διαπέρασε το μυαλό μου… οδύνη …. Όλα ανάκατα… νομίζω κάθισα….
Όχι, σαν να σωριάστηκα με γδούπο. Στράφηκαν στη μεριά μου κι ο Χρόνης έτρεξε …
« Μικιό μου, μικιό μου… ίντα παθες; Εβάρηκες;»
Κούνησα μόνο το κεφάλι μου κι έδειξα με το χέρι μου. Κουτιά και μπόγους. Όλα μαζεμένα κρεβάτια Κουζινικά… ρούχα…. κι ο Γιάννης να ολοφύρεται όπως ποτέ δεν τον είχα δει έτσι, σπαραχτικά
« Μισέμε μικιό μου μισέμε»
Δε ρώτησα. Φαίνεται όμως πως τα μάτια μου ρωτούσαν και μ’ απάντησε
«Σε μια ολιά. Έρχεται το φορτηγό απού α μας σε πάρει.. Α, ήρθε κιόλας»
Χορεύουν οι λέξεις; Δεν ξέρω… μα κείνη τη στιγμή άρχισαν να στροβιλίζονται να στροβιλίζονται και σαν πρωτοχορευτές με φιγούρες που ακροβατούν στα όρια και σε μένα εκτείνονταν στις ακρες του μυαλού μου
Ο κόσμος μου …ο κόσμος μου…
Όλα …. Πάνε… πάνε….
Νόμισα βόγκηξα μα μάλλον μόνο από μέσα μου γιατί κανείς δεν ασχολήθηκε πια μαζί μου το φορτηγό είχε φτάσει τα πράγματα άρχισαν να φορτώνονται το σπίτι άδειαζε γυμνωνόταν ….
Η Λενάρα με το Χρόνη ήρθαν να χαιρετήσουν. Μ’ όλο που οι αγκαλιές και τα φιλιά δεν ήταν για κάθε μέρα αγκαλιαστήκαμε συγκινημένοι.
Έμεινα να κλαίω από μέσα μου, ο πρώτος σιωπηλός μου θρήνος, και μόνο όταν ξεκίνησε αντιλήφθηκα πως ο φίλος μου έφευγε για πάντα και δεν τον είχα καν χαιρετήσει.
Έτρεξα πίσω από το φορτηγό φωνάζοντας το όνομά του και μου φάνηκε είδα ένα χέρι να νεύει σ’ αποχαιρετισμό.
Το απόγευμα πήγα στο στέκι μας. Αράδιασα όλες τις φιγούρες κι έπαιξα το έργο μοναχή μου αλλού κόβοντας κι αλλού ράβοντας ότι θυμόμουν. Ύστερα τις τύλιξα στο σεντόνι και πιέζοντας το χώμα – είχε μαλακώσει απ’ τη βροχή – τα θαψα.
Το Γιάννη δεν τον ξαναείδα. Λίγα χρόνια μετά μάθαμε πως η Λενάρα είχε αναχωρήσει από το μάταιο τούτο κόσμο. Αναρωτήθηκα αν ο Χρόνης αναζητούσε νέα σύζυγο κι αν ναι, θα βαζε τη φωτογραφίας της Λενάρας στον τοίχο; Κι αυτή θα τη θυμιάτιζε τα βραδινά ξορκίζοντας τη λήθη ;

Σάββατο, 24 Ιουλίου 2010

Επιθυμία



Θα’ θελα

ν’ ακουμπήσω στο περβάζι
σ’ ένα παράθυρο του νοητού

Σε δειλινού ώρα
με τις μοσχοβολιές
των γιασεμιών
απ’ τoν καιρό των παρθενικών ερώτων

Και συ
ουτοπία καιρό χαμένη
Με κλωνί βασιλικού στ’ αυτί

Να μου γελάς

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

Η ώρα

Κι ήρθα προσκυνητής των ενοχών

Σκαρφαλωμένες σε ραγισματιές
Προσώπου
Τις βρήκα
Να πνίγουν τους καιρούς

Είναι νομίζω η ώρα

Με την τρυφεράδα της ώριμης
Στιγμής
Να τις αγγίξω ευλαβικά
Ως τα άγια που μ’ ανέβασαν
Στη σκάλα των ανθρώπων

Και να τις αγαπήσω οριστικά

Μικρές πικρές χρωματιστές
ψηφίδες του μωσαϊκού μου

Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

Καλοκαιρινή ιστορία

«Βρε! Εσύ είσαι; Από το καπελάκι σε γνώρισα… σε είδα και δεν ήμουν σίγουρος …λέω είναι αυτή δεν είναι…μα με το καπελάκι σιγουρεύτηκα…. Πού χάθηκες πόσον καιρό έχω να σε δω τι κάνεις καλά είσαι……..;»
Σωστός χείμαρρος ξεχύθηκαν τα λόγια του και την έκαναν να γελάσει
Το άσπρο της καπελάκι με τη γαλάζια του κορδελίτσα πολύ αταίριαστο, οπωσδήποτε παράταιρο και αρκετά αστείο, είχε γίνει το χαρακτηριστικό της…..
Τον είχε γνωρίσει στα τέλη του περσινού καλοκαιριού κάποιο πρωινό που κατέβηκε στη θάλασσα για μπάνιο.
Τίποτα το περίεργο η γνωριμία τους. Οι πρωινοί κολυμβητές αποκτούν γρήγορα μια οικειότητα και οι κουβέντες έρχονται αβίαστα, εύκολα.

Οι πρώτες ώρες της μέρας μαζεύουν περασμένους σε χρόνια λουόμενους. Κάτι ο ήλιος που δεν αντέχεται, κάτι ο ύπνος που λιγοστεύει, αχάραγα σχεδόν έρχονται…. Δεν περνά πολύς καιρός και όλοι πια μια παρέα λένε για το ένα και το άλλο, πρόσκαιροι φίλοι, εφήμερες σχέσεις όλο γέλιο και πειράγματα.
Οι περισσότεροι μέναν στα ρηχά. Ειδικά οι γυναίκες σχημάτιζαν έναν κύκλο και σχεδόν όρθιες, ανεβοκατέβαζαν το κορμί τους ανταλλάσσοντας κουτσομπολιά, συνταγές μαγειρικής, καμώματα των εγγονιών τους παρέα με παινέματα. Κι όταν τα εξαντλούσαν αρχίζαν με τους πόνους τους αλλά αυτό έμενε τελευταίο και μόνο σε μεγάλη ανάγκη. Είχαν έρθει να περάσουν καλά, όχι να μιζεριάσουν…. Οι άντρες, οι περισσότεροι, έμεναν κοντά τους σ’ ένα δικό τους σχηματισμό λέγοντας κι αυτοί τα ανάλογα έχοντας τ’ αυτί τους στυλωμένο στην κουβέντα των γυναικών. Ένα λίγο ήθελαν, μια βοηθητική κουβέντα, να την αρπάξουν και να βρεθούν ανάμεσά τους. Πολλοί ήταν ζευγαρωμένοι μα ήταν κι άλλοι που λαχταρούσαν μιαν επαφή. Έστω και στα λόγια. Γι’ αυτό και δεν ξεμάκραιναν. Ακόμα κι αν ήξεραν κολύμπι πηγαινοερχότανε στα ρηχά ένα είδος ιδιότυπων κυνηγών.
Υπήρχαν κι εκείνοι –πολύ λίγοι ωστόσο- που αγαπούσαν αληθινά τη θάλασσα και πηγαίναν στα βαθιά τόσο που σημαδούρες φαίνονταν κι έκαναν την ώρα τους. Τόσο διαρκούσε το μπάνιο Μία ώρα. Με το ρολόι.

Εκείνη έβαζε σημάδι τον κυρ Γιώργη, έναν παλιό καπετάνιο, πήγαινε ως εκεί λέγανε ακατάπαυτα τα ίδια ακριβώς λόγια «καλημέρα» « καλημέρα» «ωραία η θάλασσα σήμερα» «ναι πολύ ωραία» και ύστερα επιστροφή
Βαριότανε να μένει στο ίδιο σημείο, της άρεσε να πηγαίνει όσο άντεχε να χάνεται ολομόναχη και να γυρνά πίσω.
Του έκανε εντύπωση που πήγαινε τόσο μέσα.
Οι δυο τους αν και όχι νέοι ήταν ωστόσο νεότεροι από τους λοιπούς «πουρέιντζερ πώς λέμε τηνέιντζερ»; έλεγε επεξηγηματικά μα χωρίς κοροϊδευτική διάθεση
Φυσικό ήταν που πιάσαν την κουβέντα. Και φυσικό ήταν που αποζητούσε την παρέα της
Εκείνη ήταν πιο ομιλητική. Σκορπούσε παντού τις καλημέρες της
«Ξέρω…. ξέρω γιατί πας προς τα κει…. Θέλεις να τους χαιρετήσεις όλους…. Βρε μπας κι ετοιμάζεσαι να βάλεις υποψηφιότητα στις εκλογές…;.» την πείραζε
Αυτός διατηρούσε ένα κράτημα. Όχι, τόσο από συστολή όσο που αποζητούσε τη μοναχικότητα. Ή τουλάχιστον όχι την πολλή συνάφεια….

Μιλούσανε και περισσότερο εκείνος. Ώρες ώρες αμφέβαλε αν τον πρόσεχε

«Μ’ ακούς; Πες μου μ’ ακούς;»
«Σ’ ακούω βρε, σ’ ακούω!» του έλεγε σκασμένη στα γέλια « Να σου πω τι είπες τώρα δα;»

Σοφιστείες της έλεγε και αφορισμούς για την πολιτική, τους φίλους, τη ζωή
Και πάντα κατέληγε
«….σημείωσέ το. Γιάννης.»
Και πολλούς στίχους από παλιά λαϊκά τραγούδια.
Καμιά φορά με νοσταλγική διάθεση ανάσερνε παιδικές θύμησες. Πάντα σχεδόν διηγιόταν για τη βάρκα που κλέβανε πως ξεμάκραιναν και κατέληγε πάντα
Πάμε ως την απεναντινή ακτή;

Τον έκανε γούστο. Στην αρχή. Όσο πήγαιναν οι μέρες ένοιωθε να ασφυκτιά. Κι απ’ την άλλη ντρεπότανε. Πώς να τον αφήσει …. Δεν της έκανε και τίποτα…. Οι κουβέντες του όσες την αφορούσαν, πάντα προσεκτικές …. Κι ούτε κάτι στα μάτια του έδειχνε να την προσβάλει. Κολυμπούσε διακριτικά ένα σώμα πίσω της. Και σταθερά. Όσες φορές θέλησε να το μεγαλώσει της έβαζε τις φωνές.
«Πού πας! Μην τρέχεις τόσο!»
… την έπνιγε η αυτή αποκλειστικότητα, η σχεδόν επιβεβλημένη αναγκαστική παρέα. Ίσως και γιατί είχαν γίνει το ζευγάρι της παραλίας στα μάτια των άλλων

«… ήρθε η παρέα σου μου λέει προχθές ο κυρ Γιώργης. Ακούς η παρέα μου! ούτε ζευγάρι να μαστε!» σχεδόν με θυμό τα λεγε στη φίλη της κι εκείνη γελούσε κι έριχνε λάδι στη φωτιά
«….σ’ αρέσει…. μη λες πως δε σ’ αρέσει…»
…………………………………………………………………………………
Η λύση ήρθε απρόσμενη.
Εργασίες έκτακτες θα την απασχολούσαν τα πρωινά και οι θαλασσινές συνευρέσεις άλλαξαν ώρα κι έγιναν απογευματινές.
Την τελευταία μέρα πήγε πολύ πρωί. Εκείνος έφτασε ακριβώς την ώρα που έβγαινε απ’ το νερό.
«Σ’ έχασα! Τι έγινες; »
«Έρχομαι απόγευμα» τον έκοψε
«Έρχεσαι απόγευμα και σήμερα που ήρθες πρωί πότε ήρθες; πριν βγει ο ήλιος;»
«Δε θα ξανάρθω»
Έμεινε άφωνος. Για δευτερόλεπτα μόνο και μετά κάνοντας μια τελευταία λες προσπάθεια
«Πάμε μία μέσα;»
«Φεύγω»
«Δε θα ξανάρθεις…. Χάθηκες τόσες μέρες και σήμερα ….ποιος πνίγει τον καημό του…. Να πω μόνο μια κουβέντα. Μόνο μια κουβέντα και φεύγεις»
«μην την πεις.» σταθερά επανέλαβε «να μην την πεις»
…………………………………………………………………………………………
«Γιατί δεν του είπες την αλήθεια; Γιατί δεν του είπες πως δουλειές σ’ εμπόδιζαν να κολυμπάς το πρωί; Τον άφησες να νομίζει άλλα…..» τη μάλωσε η φίλη της
Ανασήκωσε τους ώμους της.
«Το ξέρω.
Αν νόμιζε πως τυραννιόμουν για τα μάτια του γιατί να του το χαλάσω; Ας το νόμιζε……»
……………………………………………………………………………………….
Κάποιες μέρες αργότερα συνάντησε ένα συλλουόμενό της
«Χάθηκες» της είπε. «Και μετά από σένα χάθηκε κι ο Γιάννης. Στην αρχή ήρθε δυο τρεις φορές μετά…..»
…………………………………………………………………………………………


Έμεινα για λίγο ακίνητη. Δίβουλη. Να την αποθηκεύσω; Δεν μου άρεσε… Κάτι δε μου άρεσε.
Μια χαζή ιστορία…. Αυτό είναι, μια χαζή ιστορία.! Σχεδόν με θυμό το είπα και πριν πατήσω delete έγειρα πίσω στην καρέκλα κλείνοντας τα μάτια… τι έκανα λάθος; γιατί δε μου άρεσε; (εδώ που τα λέμε απ’ όσα έγραφα, τίποτα δε μου άρεσε τελευταία)

-Μπα! Δε σ’ αρέσει; Τη βρίσκεις λίγη, ε; ….

Ειρωνική ακούστηκε η φωνή και μ’ έκανε ν ανοίξω τα μάτια ξαφνιασμένη.
Μια μικροσκοπική γυναικεία φιγούρα πάνω στο πληκτρολόγιο πατούσε χορευτικά τα πλήκτρα.

-Τι άνοιξες τόοσο το στόμα σου; Ήρθα να σου πω πως τα χεις κάνει ρόιδο κι αν θέλω να επιβιώσω πρέπει να αναλάβω πρωτοβουλία.

Κατάπια με δυσκολία.

-Δεν μπορείς έτσι να μου τα χαλάς όλα Καλύτερα είναι τώρα; Άσε που δε μου χεις δώσει ούτε όνομα «εκείνη κι εκείνη» τι ν’ αυτά; Δε γίνεται να μαι ανώνυμη…. και ξέρω πως θα με πεις… Γωγώ! Αυτό μ’ αρέσει. Να με λες Γωγώ

-Γωγώ!

-Γιατίιι; Μια χαρά είναι.

-Θυμάμαι κάτι κομμώσεις Γωγώ

-Ας λες . είναι παιχνιδιάρικο. Δείχνει μια γυναίκα χαλαρή, ανοιχτή……

-Έτοιμη ….

-Έτοιμη βέβαια. Γιατί όχι; Σαν και σένα που φοβάσαι τον ίσκιο σου; Τάχα μου δήθεν μου είσαι η αθώα. Ε, αφού δεν μπορείς εσύ, άσε με να κάνω όπως ξέρω

-Λες χαζά

-Λες χαζά ….

Την κοίταξα. Με κορόιδευε σουφρώνοντας τη μύτη της. Είχε κλείσει τα μάτια, έτσι έμοιαζε μα κάτω απ’ τα βλέφαρα θα παιρνα όρκο πως με ερευνούσε
Φορούσε τζην κι ένα μπλουζάκι λευκό. Ξυπόλυτη. Καθόταν σταυροπόδι στο πληκτρολόγιο κι ύστερα αφού είδε πως δεν αντέδρασα

…………………………………………………………………………………………..
…………………………………………………………………………………………
Το αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα στη Γωγώ. Φωνή ενθουσιασμού

«Τι γίνεσαι βρε!»
«Σιγά….. σιγά !Το χέρι μου… θα το σπάσεις!»
«Συγγνώμη. Πού είσαι πού χάθηκες ξεκίνησες μπάνια …..»
…………………………………………………………………………………………

Τα μικρά δαχτυλάκια έγραφαν έγραφαν ασταμάτητα

-Είσαι τρελή αν νομίζεις πως θα επιτρέψω τη συνέχεια αυτής της ιστορίας

Πήρε προκλητικό ύφος έσκυψε μπροστά

-Τι θα μου κάνεις;
-Τι θα…. Θα σε σβήσω!

Χοροπήδησε γελώντας

-Δε θα το κάνεις….. Δε θα το κάνεις ….
-Και γιατί δε θα το κάνω; Τι θα μ’ εμποδίσει;
-Εσύ! Με χρειάζεσαι
-Εγώ; Εσένα;
-Αχά! Για να κάνω όλες τις τρέλες που εσύ… δεν….
-Τι λες ….. και μ’ αυτόν κιόλας ….. που τον βαριέμαι αφόρητα
-Του αρέσεις όμως. Δεν είναι σπουδαίο αυτό; Σε θέλει. Θες να σ’ αγαπά μήπως; Αν θες δεν έχω αντίρρηση Και πες μου πως δε σε κολακεύει……

ΣΙΩΠΗ

-Ωχ, με κολακεύει…. Εντάξει. Έχεις δίκιο …..Δε λέω…. Μα…. Δε φτάνει…. Δε μου φτάνει. Θέλω να αρέσω θέλω να με θέλουν
-…..να σ’ αγαπούν….. κορόιδεψε
Ναι..ναι…. να μ’ αγαπούν μα όπως θέλω εγώ (πως μου ξεφεύγαν έτσι οι λέξεις και μάλιστα με πάθος;)

Ξέσπασε σε δυνατά γέλια

-Ακούς τι λες! Ακούς τι ΛΕΣ! Άκου να σ’ αγαπούν όπως θέλεις!

Έμεινα να την κοιτώ. Μήπως και είχε άδικο; Καθένας επιθυμεί τον άλλο όπως εκείνος μπορεί, όπως ξέρει όπως δύναται…..
Γιατί δε φτάνει;
ΒΥΘΙΣΤΗΚΑ
Γιατί ποτέ δε φτάνει η γνώση πως ο άλλος μας αγαπά; Ποτέ δε φτάνει κι ας λέμε το αντίθετο. Λέμε εντάξει μα αν δε μιλήσει τη δική μας γλώσσα στην ψυχή, στο σώμα πώς να ηχήσει πιστευτό;

Και δε σ’ αγάπησα ποτέ αληθινά
εσένα.
Μονάχα την ανάγκη μου. Την ώρα που την θώπευες.
Ποτέ δε σ’ ονειρεύτηκα αλήθεια. Μονάχα όσο γινόσουνα κλωστή
να πλέξω τα όνειρά μου.
Ποτέ μου δε σ’ αγκάλιασα με της λαχτάρας μου την κόψη
κι ας ήσουνα πιο αληθινός εσύ από εμένα
που λέω πως γυρνώ με ξέσκεπες τις λέξεις.

Η αγάπη μου ήταν λειψή
Τα θέλω μου περίσσια

Ναι. Δεν αρκεί.
Εκτός κι αν….

-…… αν η δική μας επιθυμία για τον άλλο είναι μεγάλη και τα παραγνωρίζει όλα … με καμπανιστό γέλιο ήχησαν οι λέξεις
Και για πες τι είναι επιθυμία και τι είν’ αυτό που την προκαλεί;

-Με κούρασες
-Αλήθεια; Ωραία! Θα μ’ αφήσεις να παίξω; Πες μου θα μ’ αφήσεις;

Μ’ έκανε και γέλασα. Τώρα φορούσε βερμούδα μ’ ένα αμάνικο μπλουζάκι. Σπορτέξ και καπέλο ψάθινο.

-Είσαι αστεία. Και δεν μπορείς καν να προσέχεις

-Θες να προσέχω; Μου στειλε ένα φιλί και μου κλεισε το μάτι

«Λοιπόν θα πάμε για καφέ; Τι λες;»
«ας πάμε για μπάνιο και….μα μπες στ’ αυτοκίνητο
Και μετά βλέπουμε τι θα κάνουμεεεεε …..»

Μάκρυνε ο ήχος και τα δάχτυλα και τα πόδια και τα μαλλιά, κύρτωσε το σώμα η οθόνη έγινε ρουφήχτρα, κι ύστερα …….

Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

Ας το φιλοσοφήσουμε λοιπόν..............



Επιεικώς μετρίου ανάστηματος
-μη κι έχω περισσότερο;-
Είναι που λέγεται πως κάποτε
πρέπει να αρθεί

(και πώς να γίνει σαν δεν το χεις….)

Ο λόγος
σε φεύγα κι ερχομό
ανάμεσα
Κι ύστερα κλαίγεσαι….
(ποιος διάλεξε- την τύχη μου!-
τα δίχτυα που τυλίγουνε
τα θέλω;)

Ξυπνάς ένα πρωί
σε μια θολήν ημέρα
Σκι-ασμένη
Κάπου θα βρέχει λέει
το ανακοινωθέν

Εσύ μονάχα ξέρεις

Τα πράγματα τα θόλωσε
Η δική σου άγνοια
…………………………….

Ας
το φιλοσοφήσουμε λοιπόν

Πόση προοπτική (ανοίγματος)
Στο αύριο που σου φεύγει
Κλείνεις

Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

Γλυκό του κουταλιού


Γλυκό του κουταλιού να με κεράσεις
Με αρμπαρόριζα δεμένο
Και μια ιδέα λεμόνι.

Γλυκό του κουταλιού.

Νεράντζι κατά προτίμηση
Με κείνη την πίκρα μα και το άρωμα
Να θυμάμαι την άνοιξη.
Πού χει διαβεί.

Την άνοιξη
που ποτέ δεν αγάπησα
τότε που το φουστάνι της φορούσα.
Και τώρα αναζητώ τ’ άρωμά της
Εκείνο της νεραντζιάς.

Γλυκό του κουταλιού να με κεράσεις.

Ύ.Γ. Το ποίημα αυτό νομίζω πως είναι το πρώτο μου ουσιαστικά κομμάτι και ιδιαίτερο για μένα αφού μ' αυτό έκανα την είσοδό μου στο δικτυακό κόσμο

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

Να χαμε λέει..........

Να χαμε λέει

ένα πέρασμα όνειρο

και μέτρα γης ατόφια

Σκόρπια λουλούδια
έρωτα

τραγούδια της αγάπης

Κι ένα πουλί μικρό πουλί

το χρόνο να κοιμίζει

Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

Να σας πω μια ιστορία....................

Ελάτε λοιπόν! Ελάτε μαζί μου. Ελάτε να πάμε.
Πάμε ν' ανταμώσουμε μια ιστορία.
Όχι, μακριά, να, εκεί!


Εκεί
στα σύνορα Αρκαδίας Ηλείας υπήρχε ένα μεγάλο δάσος μυστικών, γεμάτο δρυάδες. Το δάσος της Κάπελης. Γεμάτο λυγερές κοπελούδες που στηναν το χορό των εποχών ολοχρονίς….
Φλογοκοκκίνιζαν ντροπαλά το φθινόπωρο λίγο πριν το χειμωνιάτικο αποχαιρετισμό κι ύστερα μένανε ζητιάνες ικέτριες, ως να ρθει η άνοιξη να ντύσει τις γυμνούλες, μ’ ανοιχτοπράσινα ρούχα και να θροΐσουν το τραγούδι της ζωής όπως το ξέραν από πάντα
Παρελθοντικός χρόνος;
Υπήρχε; Λάθος. Υπάρχει και θα υπάρχει. Αλυσίδα περιφρούρησης σχηματίζουν κατά πως φαίνεται όλες οι νεράιδες και οι νύμφες κάθε φορά που ο φλόγινος δράκος πηγαίνει να αφανίσει το βασίλειο του κένταυρου Φόλου Κι είναι τόσο καλή η προστασία που δεν τολμά καν να σιμώσει. Στέκει μόνο ξέμακρα και φοβερίζει. Το βασίλειο του αλογοπόδαρου μονάρχη απόρθητο μένει και κείνος, Κύριος ακόμα, των ισιόκορμων δρυάδων.
Γιατί αυτό έτσι είναι κι ας νομίζουν καμπόσοι πως αλλοτινών καιρών μυθεύματα είναι όλα τούτα. Οι νύμφες κατοικούν μες στις βελανιδιές ακόμα και στις μέρες των τωρινών ανθρώπων που νομίζουν πως αυτοί νέμονται……. δικαιούνται να νέμονται….
Μπορεί γι’ αυτό και τα μυστικά δεν τους μαρτυριούνται πια
…………………………………………………………………………………………..
Το ξέρω … το ξέρω…. Άλλαξαν φίλε μου οι καιροί…. Ποιος νοιάζεται για δεντριά και ισκιωμένες ιστορίες, τέτοιες που κι ο ήλιος δεν μπορεί να τις δει ναι κι ας μάχεται δεν το δύναται….δεν δύναται να περάσει θριαμβευτής…
Κλέφτης…. Μόνο σαν κλέφτης τρυπώνει στα υγρά φυλλώματα να στεγνώσει χνάρια νυχτερινής αμαρτίας μα άδικα .υγρό παραμένει το σημάδι της ζωής.

Είναι η ζωή αμαρτία;

Ποιος μπορεί να πει και να μετρήσει ….
Αλλιώς οι άνθρωποι αλλιώς τα πλάσματα του δάσους…….

Ξεγλιστρούν οι ιστορίες κάποτε τις βλέπουν οι ακτίνες οι μαρτυριάρες και απλώνουν άσκεφτα στα μάτια τα περίεργα έστω και μόνο στην όψη τη φανερή
Ποιος νοιάζεται για τα κλαδιά; Ποιος νοιάζεται για τους άλλους δρόμους;
…………………………………………………………………………………………
Εκεί λοιπόν μια κοινότητα ανάμεσα στις άλλες κοιμάται, ξυπνά κάτω από το πυκνό φύλλωμα. Είναι στο τέρμα του αμαξωτού δρόμου που ενώνει τα χωριά μεταξύ τους. Κρατά τα κλειδιά της ύπαρξης τους. Τα χει ο οδηγός που κάνει τα εξήντα χιλιόμετρα, στα τέλη της δεκαετίας του 70 σε τρεις ώρες. Κι αυτές όταν είναι ανοιχτός. Γίνονται τόσο συχνά κατολισθήσεις… ο δρόμος κλείνει και ησυχάζει για κάποιον καιρό…
Αν θες κι οι άνθρωποι. Τα αυτοκίνητα δε φέρνουν μόνο καλά πράγματα. Απαραίτητα και χρήσιμα. Φέρνουν κι άλλα. Μαζί και τον οδηγό που πάντα διανυκτερεύει εκεί. Θα πεις αλλιώς δε γίνεται. Το λεωφορείο μένει εκεί. Αυτός εκεί. Το πρωί πάλι αχάραγα για την πόλη. Πώς να περάσει η νύχτα… Καλά που μια πόρτα είναι ανοιχτή…
…………………………………………………………………………………………..
Η Διαμάντω ήρθε από ξένον τόπο. Όχι αλαργινό. Από την πέρα μεριά της Κάπελης μέρος πιο ανοιχτό και φωτεινό. Πέρασμα. Περνάγανε πολλοί. Άμα είχες σπίτι στο δρόμο μέσα τον αμαξωτό καθόσουνα και χάζευες. Ό,τι ήθελες έβλεπες. Aπό ντόπιους περάτες μέχρι εμπόρους που φέρνανε πραμάτειες όπως πάντα γινότανε σε άκριες που υπήρχε δυσκολία για την πόλη.
Όταν την είδε ο Βασίλης, ένα θηλυκό ορεχτικό κορμί με πλούσιο γελούμενο στόμα, ένοιωσε πως αυτή ήταν κι όχι άλλη. Έστειλε προξενιά κι αν κι ο αδερφός του πόσα δεν του πε, γνώμη δεν άλλαξε κι ο γάμος έγινε μέσα στο μήνα. Κι η Διαμάντω ήρθε στο Κλειδοχώρι. Με καλό μάτι δεν την πήρανε. Πολύ γέλαγε
Λίγους, πολύ λιγότερους από όσο θα πρεπε, μήνες, γεννήθηκε το παιδί. Το χωριό κρατήθηκε να μη γελάσει δυνατά και μόνο σιγανά ακόμα και κρυφά, γριές και νιες, άντρες στα καφενεία, ψουψούριζαν για τον πρώιμο τοκετό.

«Έφερε η γυναίκα σου μαζί και προίκα Βασίλη;»
«Την έφερε Νικόλα».
«Το ξερες μωρέ;»
«Αδερφέ, χωρίς αυτή δε ζω»

Τον ξένο σπόρο ήθελε να του πει μα το κατάπιε. Ο Βασίλης, ήταν μεγαλύτερος είχε μάθει να τον υπακούει χωρίς ν’ αντιμιλά. Ε, και ύστερα πόσο θα το συζήταγαν…Ο αδερφός του ήταν κομμάτι μάλαμα. «παραπάνω από ότι έπρεπε» ξανασκέφτηκε κι είπε να περάσει ν’ ανάψει ένα κερί να διώξει το κακό…

Δούλευε ο Βασίλης, η φαμίλια αυγάταινε κι εκείνος έπαιρνε τα χωριά και όπου δουλειά μπροστά και το Σάββατο φορτωμένος αγάπη και χάδια κι αγορασμένα πράματα. Και τα μικρά …– ω! εκείνα – λέω πως πατέρας δεν αγαπήθηκε όσο αυτός. Ακόμα και μετά που ρθανε τα πάνω κάτω του μείνανε πιστά.
«Μαζευτήκαμε όλα κι είπαμε το Βασίλη θέλουμε πατέρα».
Αυτά συμφωνήθηκαν ένα βράδυ χρόνια μετά, μα τώρα μπορεί ακόμα να χαίρεται τα μικρούλια κι ότι απ’ την αγάπη της Διαμάντως περίσσευε.

Τον είχε δει κι αυτός τον οδηγό πως κοιτούσε. Όχι, αυτόν. Εκείνη, που στα χαρτιά ήταν γυναίκα του και καθώς οι οδηγοί άλλαζαν έψαχνε να τους βρει στα πρόσωπα των γόνων που έφερναν τ’ όνομα του.
Αααχ!
Έτσι αναστέναζε μοναχός που τον βρήκε ο Γιώργης του…

«Πατέρα, εμείς,
Εσένα αγαπάμε. Αλλά ο Αγγελής την έχει βάλει στο μάτι. Πρόσεχε, πατέρα»

Φιδοζώστηκε. Ο Αγγελής είχε κακό όνομα. Γέλιο στο στόμα και τα μάτια κρύα. Ιδρώτας τον έλουσε. Αν την είχε βάλει στο μάτι θα την έχανε.
Παραφύλαξε. Ποτέ δεν το χε κάνει. Δεν είχε χρειαστεί.
Οι πέντε της γέννες πίστευε πως τον προστάτευαν.
Μα είχε ζεστό κορμί αχόρταγο - μια αγκαλιά για όλους - και γέλιο κελαριστό κοριτσίστικο. Κι ας λέγανε πως έβγαινε, σκύλα να βρει σερνικό..
Ας μην ήτανε ο Αγγελής …..


Την είδε να του ανοίγει… Περίεργο δεν είναι; Άλλος μπορεί να μην την έβλεπε μα κεινού η καρδιά είδε πίσω από την πόρτα μέσα στο σπίτι που την έβαλε νύφη. Την είδε να τον οδηγεί στην κάμαρά τους… Προχώρησε με την ασθματική ανάσα ανθρώπου πού χε ανέβει χιλιόμετρα ανηφόρας και του χε μείνει ανάσα πια καμιά σχεδόν. Στέγνωσε στέγνωσε ολόκληρος. Κι ένα ανεπαίσθητο φτερούγισμα. Έτσι ένοιωσε. Θανάτου θα λεγε αργότερα μα κείνη την ώρα δεν το αξιολόγησε. Δε χρειαζόταν να προχωρήσει….. Έβλεπε….. Μπορούσε να νοιώθει την ένωση του αρσενικού με το θηλυκό. Δε χρειαζόταν να προχωρήσει. ……………………… Είχε μυρμηγκιάσει αισθανόμενος, ό.τι δεν έβλεπε, προαισθανόμενος κινδύνους πολλαπλούς, έστω αόρατους ορατά.
………………………………………………………………………………………
Το μόνο που θα θυμόταν αύριο και πάντα ήταν το σύμπλεγμα

Aυτός, με το μελαχρινό του κορμί κάθιδρο να γυαλίζει την είχε αρπάξει απ’ τους ώμους ορθός κι εκείνη, γαντζωμένη στα λαγόνια του…..

Ο χρόνος χάθηκε και τα λόγια αν ειπώθηκαν λόγια τα πήρε μαζί του μπορεί και να χε πετρώσει έτσι πίστεψε πέθανε είχε πεθάνει άλλος ήταν εκεί
…………………………………………………………………………………………
«Άκουσα τον πυροβολισμό και φοβήθηκα πως πάει ο πατέρας… Γιατί το χα δει.. Ο Αγγελής είχε πάντα μαζί του όπλο όταν η μάνα του άνοιγε την πόρτα κι αυτός νοικοκύρης κι όχι κλέφτης ΄έμπαινε στο σπίτι Μια φορά ο Γιώργης μου τον ρώτησε τι το κουβάλαγε αυτός γέλασε για τους κλέφτες είπε γι’ αυτό το κουβάλαγε. Για τους κλέφτες; Εγώ καταλάβαινα μα φοβήθηκα να του πω στα μούτρα μέσα πως ήξερα τι είχε στο κεφάλι του …φοβήθηκα και δε μίλησα….. μόνο στον πατέρα …στον πατέρα είπα πατεράκο μου πρόσεχε τα ξένα όπλα μα αυτός μόνο γέλασε και τίποτα δεν είπε και να που …άκουσα το μπαμ και έτρεξα μόνο τον πατέρα είδα σκέφτηκα είναι πεθαμένος μα ήτανε όρθιος κι αυτό δε γινότανε είδα τα αίματα που τρέχανε τον έπιασα από το χέρι και τον έβγαλα έξω
τον ρώταγα όλο τονε ρώταγα που πονεί και τι να κάνω και να πάω να το πω στον αδερφό του να πάμε στο νοσοκομείο και να πάμε και στην αστυνομία κι όλο έκλαιγα κι έλεγα πατέρα μου καλέ κι εκείνος όρθιος πεθαμένος ήτανε και δε μίλαε και μόνο άμα είπα για αστυνομία είπε αυτό είπε μόνο να προσέχεις Αννιώ μου να προσέχεις και με φίλησε κι έφυγε μα ζωή πια δεν είχε…»
…………………………………………………………………………………………
« Η μάνα είπε πως πατέρας μου ήταν αυτός ο Αγγελής κι άμα ο Βασίλης δεν ήταν άντρας να τηνε κρατήσει αυτή δεν έφταιγε και γω της είπα για τη Γιαννούλα που την έφερε προίκα και τους οδηγούς και πως όλοι κοροϊδεύανε πως κάθε παιδί είχε τον πατέρα του και κείνη σταμάτησε να μιλάει κι ούτε με κοίταε κι εγώ είπα δε λυπήθηκες μάνα τον πατέρα και κείνη είπε πάλι πατέρας σου είναι ο Αγγελής και άλλο δεν είπε πήε στο παραθύρι και ξανάπε εμένα ποιος με λυπήθηκε; Και ύστερα είπε να πάω να δω τα μικρά… »
………………………………………………………………………………………..
Εγώ το ξερα δεν έκανε για το Βασίλη μου. Μα τι κι αν του το πα; Τύφλωση είχε πάθει… μα πρέπει ότι σου ταιριάζει κι ό,τι μπορείς να κουμαντάρεις…. Η Διαμάντω ήταν φοράδα ξεκαπίστρωτη… Ποιος θα την έστρωνε; Ο αδερφός μου που δεν είχε ματαδεί γυναίκα; Και βρέθηκε εκτός από κερατάς και παραλίγο στο χώμα…. Και τώρα θα πάρει των οματιών του…. Για το χατίρι μιας πουτάνας –θε μου σχώρα με-…. Που τον φόρτωνε ξένες σπορές… να ναι κανένα δικό του;
Ας φύγει. Να τον ξεχάσουνε όλοι και να ξεχάσει κι αυτός. Ας φύγει….
………………………………………………………………………………………….

Κάθομαι και σκέφτομαι τι έφταιξε…. Τι ήτανε λάθος και χωριό δε στέριωσα με τη Διαμάντω
Κι ας την αγάπαγα… τόσο που την αγάπαγα…. Γιατί αυτό δε φτάνει; Γιατί να μη φτάνει;
Το ξερα πως είχε αλλουνού το παιδί στην κοιλιά όταν την πήρα. Μα ήθελα να πιστεύω πως κάποιος τηνε γέλασε …. Την ήβρε μικρή και άβγαλτη να μην ξέρει από κόσμο …
Το δέχτηκα κι έτσι που δε μου πε ψέματα νόμισα πως δεν το χε η ίδια θελήσει, η μαύρη της η μοίρα έφταιγε και τη συμπόνεψα περισσότερο
Ήθελε …εγώ δεν …. Δεν έφτανα….. . νόμισα αν δούλευα αν φρόντιζα εκείνη και τα παιδιά ….
Όταν την άγγιζα ήτανε …. Δεν ξέρω που ήτανε γιατί έφευγε…. Πιο πολύ έφευγε…. Ακόμα κι απ’ τις φορές που έλειπε απ’ το σπίτι. Ήθελα να την πιάσω απ’ τα μαλλιά να τη γυρίσω πίσω να της φωνάξω που πας εδώ είναι ο άντρας σου που πας ….
Δεν το κανα. Δεν ήξερα να το κάνω. ……
………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Ο Αντρέας ο Κοζανίτης μου πε πως πρέπει να ξαναπαντρευτώ
Πρέπει….
…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….


Η Ελένη είναι ήσυχη. Δουλεύει μαζί μου στο εργοστάσιο.
Το σπίτι μας είναι μικρό. Η Ελένη λέει άμα γυρίσουμε στην Ελλάδα πρέπει να αγοράσουμε ένα μεγαλύτερο.
Τι να το κάνουμε; Παιδιά δεν έχουμε. Αυτή στενοχωριέται. Όλο τρέχει στους γιατρούς…. Δεν βρίσκουνε βλάψιμο….Τι να της ειπώ; Εγώ παιδιά είχα μα τ’ αρνήθηκα;
Με τιμωρεί ο Θεός

Τρεις μέρες πριν το γάμο είχα λάβει γράμμα από την Αννιώ μου

Ο Αγγελής, πατέρα μου, εσκοτώθηκε. Εγυρνάγανε με τη μάνα από τα πιστρόφια της αδερφής του.
Ήτανε πιωμένοι. Το τρακτέρ εγύρισε κι αυτός έμεινε στον τόπο.
Η μάνα λέει θα μας πάρει να γυρίσουμε στο χωριό της.
……………………………………………………………………………………………..

Πατέρα μου να ζήσεις γύρισε πίσω

Ο Γιώργης, η Ειρήνη, η Γιαννούλα η Αγγέλω σε φιλούνε
Η Αννιώ σου


Ήτανε τρεις μέρες πριν από το γάμο.

Της έγραψα.

Άννα
Να ακούς τη μάνα που θέλει το καλό σου γιατί μάνα είναι. Καλύτερα να είσαστε μαζί. Στο χωριό της θα χει και βοήθεια.
Να προσέχεις τα μικρά και να κάνεις την προσευχή σου κάθε βράδυ
Ο Θεός να σας βοηθήσει παιδί μου
Εγώ παντρεύτηκα μια καλή γυναίκα


Βασίλης


Άλλα δε μαρτυρήθηκαν.
Τα χνάρια χάθηκαν και μόνο τα ονόματα που μπερδεύτηκαν σε περάσματα βρέθηκαν
Σημαδεμένα

Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010

Το μόνο εναπομείναν

Αυτή η παράνοια ελπίδα
Είναι που μας κρατάει

Η ομορφιά που την είπανε
Όνειρο
Θα λάμψει

Για την ώρα
Εκείνο που απομένει
Την τρέλα του καθένας
Σταγόνα τη σταγόνα
Να την πίνει

Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

Και η κουβέντα για κείνον ήτανε..................

Και η κουβέντα
-μιας και το ρωτάς-
Για το Θανάση ήτανε…..

Αν έπραξε τούτο σωστά
Ή
Τ’ άλλο λάθος
Κι ακόμα
Αν οι λάθρα του
Βηματισμοί
Νόημα κάποιο είχαν

(Χαθήκαμε
ωστόσο
τούτα όλοι
ένα γύρω
στην άκρια
λέγοντας)


Και όσο η ώρα πήγαινε
και κλώθαμε το μύθο
φωναχτά
Κάποιος (ανα) ρωτήθηκε
αν άξιζε
ονειροκυνηγός να γίνεσαι
όταν έτσι κι αλλιώς το σφάζεις
(το όνειρο σου)

και πως αλλιώς
υπερθεμάτισε ένας άλλος
-αν θες αληθινά να το γευτείς -

Άσε που……(και μη μου πεις
πως θ’ αναλάβει κάποιος
την ευθύνη…)

Στο τέλος ειπώθηκε κι αυτό

Tο μέτρο
Είναι το λούκι που τελικά θα μπεις


Μα ναι!
Για το Θανάση ήταν η κουβέντα…..
(Αμφιβάλεις; )

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Άτιτλο

Αφήκαμε τα σπίτια
Κρεμασμένα στο φρύδι
του βουνού
να φυλάνε περάσματα
και ίσκιους που αχνώνουν

Χαμένοι ως κι οι δρόμοι
Που πλαντούσαν και στένευαν
πόθους γεμάτοι
Έμεινεν ο καημός να τραγουδεί
για εναπομείναντες
Απελπισμένους

Αγκαλιασμένους από ταμπέλα
Ανάγκης
«το παρόν πωλείται»

Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

κι εγώ στου παζαριού τη μέση................

Παλιότερα ποιήματα και ίσως κείμενα για κάποιον καιρό

Κάθε τέτοια ώρα βγαίνω.....
Μου χουν πει πως είναι ασφαλής
Η περιδιάβαση
Καθώς οι ερωτήσεις κουρασμένες
Κοιμήθηκαν
-οι απαντήσεις ακόμα να ξεκινήσουν-

Τέτοια ώρα απλώνω την πραμάτεια μου
- λέξεις νομίζω ανώδυνες -
(η γενναιότητα μακράν μου
κι εγώ φοβάμαι πάντα τα μαχαίρια)

Το φορτίο μου ποιους αφορά;
-οι πολλοί φυγάδευσαν τα έχη τους νωρίς-
Κι η πελατεία μου τι θέλει;
-αυτό κι αν δε ρωτώ είναι οι μέρες
που παράκαιρα σταυρώνουν-

Την ώρα που πρέπει να τελαλήσω
Είναι που δειλιάζω
-αυτοί που τάξανε είναι απόντες
Κι απ’ τους παρόντες την ένδεια μόνο
μετρώ

Μα αλήθεια τι να πουλήσω;
Οι μέρες αγοράσανε παράταση
Ξοδεύοντας πολύτιμα
Στέκω αμήχανη στου παζαριού
Τη μέση

Πουλάω την αλήθεια μου

Φαίνεται δεν τα λέω καλά….
οι άλλοι την περνούνε ψέμα

Σάββατο, 3 Ιουλίου 2010

μικρό..................

Η κάθε μέρα κρύβει
Το δικό της ποίημα
αιχμή από αγκάθι

Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

Καλοκαιρινό

Η ηρεμία του σύμπαντος
εμπρός σου
Και η
θάλασσα
μια ακύμαντη όψη

Ένα σύννεφο παίζει
Μιας αχνής παρουσίας
Την ύπαρξη

Τα κρυφά Μαρτυριούνται
μόνο
Στων φύλλων το θρόισμα
το αθώο

Πυρώνει ο ήλιος
και η λήθη χρωματίζει
Τη στιγμή τη μακάρια


για τη χαρά της χθεσινής μέρας, της χθεσινοβράδινης παρέας