Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Οι νοικάρηδες (Χρόνης-Λενάρα)

Σήμερα μια από τις πρώτες ιστορίες που έγραψα γι' αυτό ίσως και πολυαγαπημένη -ούτε να τη διορθώσω δεν αντέχω- πολυαναρτημένη,
για τους καινούριους φίλους
......................................................................
Το σπίτι, σαν πρωτομπήκαμε, μου φάνηκε πελώριο, έτσι που ήταν ψηλοτάβανο και άδειο σχεδόν από πράγματα όπως και σ’ όλη την πορεία του γιατί ποτέ δε φορτώθηκε έπιπλα σαλονιού, μια τραπεζαρία, ένα σύνθετο, πολυθρόνες , και άλλα που συνθέτουν τη μικροαστική αντίληψη περί κατοικίας.
Στα χρόνια που πέρασαν, μέσα μου ποτέ δε μίκρυνε, πάντα ήταν μεγάλο. Τόσο μεγάλο που γέμιζε το στόμα μου και η ψυχή μου με την αναφορά του και μόνο. Κι ας κατοίκησα σε σπίτια αληθινά μεγαλύτερα από κείνο που ήταν απλά δωμάτια στη σειρά με μοναδικό τους έπιπλο ένα κρεβάτι ή δύο κατά περίπτωση.
Σκέψου! Μόνο κρεβάτια! Τόσα άτομα που μπαινόβγαιναν… παιδιά…. Αδέρφια…. συγγένεια από το χωριό…. κι ύστερα τα παιδιά μεγάλωσαν και φέρναν κι αυτά τους δικούς τους φίλους και πάντα υπήρχε χώρος να κοιμηθεί κάποιος και να βρει ένα πιάτο στο τραπέζι.
Τα χρόνια δύσκολα. Χρήμα δεν έβγαινε. Παιδιά, ευθύνες έξοδα κι από κοντά μια ντροπαλοσύνη – πως γίνεται να ‘χουμε τόσο μεγάλο σπίτι –η απόφαση πάρθηκε. Τα δυο δωμάτια που ‘χαν χωριστή είσοδο μπορούσαν να νοικιαστούν. Το μπάνιο κοινό. Μπάνιο τώρα ο Θεός να το κάνει μπάνιο αν και για τα σπίτια της σειράς μας ήταν και πρωτοποριακό γιατί εκτός από λεκάνη είχε και νιπτήρα και ένα ντους στερεωμένο στην οροφή. Απέξω ένα εντοιχισμένο καζάνι που ζεσταινόταν με ξύλα και το τροφοδοτούσε με ζεστό νερό όπως και το υπαίθριο πλυσταριό. Δε θυμάμαι να απασχόλησε και κανένα η κοινοχρησία αυτή. Σιγά τώρα….
Έτσι ήρθε στο σπίτι μας ο πρώτος νοικάρης, ο Χρόνης. Τον θυμάμαι πολύ καλά.
Πώς ήταν ο Ζαχαρίας με τη χοντρή, στη γελοιογραφία του «Θησαυρού»; Κάπως έτσι και το ζεύγος Χρόνης – Ελένη. Εκείνος, λιγνός, μικροκαμωμένος, ησυχούλης, ο Χρόνης που στις μεταξύ μας κουβέντες Χρονιό τον ανεβάζαμε Χρονιό τον κατεβάζαμε. Θυμάμαι, αχνά πιο πολύ σαν όνειρο να μας παίρνει στα γόνατά του και να μας τραγουδάει, να λέει ιστορίες και παραμύθια ώρες πολλές. Αβάρετα,
Εκείνη την έλεγαν Ελένη …Ποιος την έλεγε Ελένη; Όλοι Λενάρα τη λέγαμε Λενάρα Λενιά …Ναι και Λενιά έτσι ασουλούπωτη που ήταν με το παχύ της το κορμί το βάδισμα της πάπιας και παρολαυτα σε μια μόνιμη κίνηση δυσκίνητη. Ήταν η δεύτερη του γυναίκα, ο δεύτερος του γάμος. Ο πρώτος είχε λήξει με το θάνατο της νεαρής συμβίας του, ένα αδυνατούτσικο κορίτσι, όπως φαινόταν στη μεγάλη κορνιζαρισμένη φωτογραφία στον δυτικό τοίχο του μεγάλου δωματίου να δεσπόζει σαστισμένη στο χώρο. Σαν κορίτσι. Κι ας είχε δυο παιδιά αφήσει ενθύμιο στο Χρόνη δυο αγόρια που τον καιρό εκείνο πήγαιναν και τα δυο στο δημοτικό. Στο 26ο δημοτικό σχολείο Ηρακλείου ένα λυόμενο με κρύες αίθουσες που μάντρωναν θρασεμένα αγόρια και κορίτσια στο κατώφλι της ήβης.
Εκεί πήγαν και τα αγόρια που το μεγάλο δε θυμάμαι πως το λέγανε, μα τον μικρό – μεγαλύτερος από μένα – τον έλεγαν Γιάννη. Μ’ αυτόν δέσαμε φιλία. Ακράτητη που λένε. Δε θυμάμαι να μιλάμε. Ίσως εκείνος να μιλούσε και γω ν’ άκουγα. Θυμάμαι καθόμασταν έξω στο μικρό βεραντάκι κατάχαμα τις νυχτερινές ώρες πολλές να κοιτάμε τ’ αστέρια που τότε ήταν περισσότερα και να μου λέει το ένα και το άλλο. Λοιπόν και τότε απορούσα όπως και τώρα που τα φέρνω στο νου μου που τα βρισκε και τα λεγε. Όλη μέρα γύρναγε δώθε κείθε σαν παιδί του καιρού και του τόπου του να αλανεύγει με άλλα μεγαλύτερα και μικρότερα, καθώς έβριθε η γειτονιά από παιδόκοσμο και οι φωνές δεν άφηναν άνθρωπο να ησυχάσει. Καλά καλά ούτε το βράδυ.
Μόλις έπαιρνε να νυχτώνει μας άρεσε να παίζουμε κρυφτό. Nα γινόμαστε σκιές, να ξαπλώνουμε χάμω, μπροστά σ’ αυτόν που τα φύλαγε κι αυτός να μην παίρνει χαμπάρι. Χώρια ο φόβος που τον εμπόδιζε να ψάξει λίγο παραπέρα. Ζούσαμε στον καιρό των φαντασμάτων, των βρικολάκων. Των νεράιδων το μεσημέρι. Οι εξωγήινοι δεν ήταν ακόμα της μόδας ο Σπήλμπεργκ δε μας είχε κάνει ακόμα φίλο τον Ε.Τ. Μπορούσαμε λοιπόν να πορευόμαστε με τα δικά μας. Καθόμαστε έναν κύκλο ολόγυρα μικρά μεγάλα κι ίσως να ταν η μοναδική στιγμή που η ηλικία μικρό έπαιζε ρόλο και λέγαμε ιστορίες που ακουστά τις είχαμε αναπλασμένες στα μέτρα μας.
Τώρα που τα φέρνω ξανά στο νου μου, θυμάμαι πως ανάμεσα στις φοβίες που ήταν εκείνο τον καιρό κυρίαρχες και που χρησιμοποιούσαν κατά κόρο οι γονείς για να μαζέψουν τα βλαστάρια τους ήταν ο φόβος των Εβραίων. Το τι άρπαζαν τα παιδιά, τι τους έπιναν το αίμα, τι φρικαλεότητες κυκλοφορούσαν πιο πολύ από θρησκευτική υστερία παρά από πολιτική αντιπαράθεση δε λέγεται. Τώρα μπορεί και μεις μέσα στην τρομολαγνεία της ηλικίας να παίρναμε την τρίχα και την κάναμε τριχιά.
Είχαμε και μια φιλενάδα, το Μαριώ, το κοντομαριώ, όπως ήταν πιο γνωστή, να ξεχωρίζει από τις Μαρίες τις υπόλοιπες γιατί ήταν κοντούλα, μια σταλιά κοριτσάκι. Το Μαριώ ήταν Γιαχωβού μα αυτό καθόλου δε μας πείραζε και πολύ την προτιμούσαμε γιατί ήταν καλή και βολική. Κάποτε στην εκδήλωση μιας τέτοιας προτίμησης το κορίτσι που αφήσαμε απέξω πολύ θυμωμένο μας κατηγόρησε ότι κάναμε παρέα με Γιαχωβάδες κι άλλα κι άλλα πολλά που μας άφησαν άλαλες ανίκανες ν’ αντιδράσουμε έτσι όπως η θρησκεία ήταν μπολιασμένη στο αίμα μας… Ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερα θαρρετή. Αρχηγός σε καμιά ομάδα δεν ήμουν. Μα δεν ξέρω ποιος μίλησε μέσα μου και δεν τα χασα καθόλου. Σηκώθηκα και στήριξα το παιδίσιο μου κορμάκι στον τοίχο και με φωνή ξεκάθαρη έδωσα τη μάχη.
«Έμάς δε μας σε γνοιάζει ίντα πιστεύγει καθαείς. Εμάς είναι φιλενάδα μας και τηνε γαπούμε…»
Αυτή η πράξη, είναι η πιο γενναία, ανιδιοτελής και αυθόρμητη της ζωής μου… Μα ας είναι την ανάφερα μόνο γιατί κι οι Γιαχωβάδες στην ίδια παρέα με τους Εβραίους μπαίνανε στην τρομολαγνεία του καιρού.
Ο Χρόνης τώρα….
Και το Χρονιό έπαιρνε κι αυτός παρέα μας μέρος στην ιδιότυπη σκυταλοδρομία που ένας ξεκινούσε μια ιστορία τρόμου για να την πλουμίσει με κι άλλες λεπτομέρειες ώσπου στο τέλος αποκαμωμένοι από την προσπάθεια μας το μόνο που ζητούσαμε ήταν η ασφάλεια του σπιτιού μας ότι έκλειναν οι τοίχοι του και σφάλιζε η πόρτα. Τότε μας έπαιρνε αγκαλιά και μας μοίραζε έτοιμα για ύπνο.
Η Λενάρα δε μίλαγε. Ποτέ δε μίλαγε τα βράδια. Πήγαινε ερχόταν κρατώντας μια σκούπα, ένα ξεσκονόπανο μια μυγοσκοτώστρα ένα κάτι έστω και χωρίς λόγο λες και δεν ήξερε τι να κάνει τα χέρια της πού να τα βολέψει σαν να της ήταν ξένα.
Την ημέρα δρούσε. Όλο φωνές και κατάρες για τα δυο αγόρια που δεν την άκουαν κι όλο του κεφαλιού τους έκαναν. Σαν έπαιρνε να βραδιάζει έβαζε λιβάνι να ξορκίσει το κακό και μαζί με τα εικονίσματα πάντα σταμάταγε να θυμιατίσει ώρα πολλή τη φωτογραφία της μάνας τους. Να της έλεγε και τίποτα …να ζητούσε συμπάθιο για όσα στην ανημπόρια της να τιθασεύσει να μαζέψει τα παιδιά της ..έλεγε. Ποιος το ξέρει… ποτέ δεν έλεγε τίποτα.
Βρίσκαμε κι εμείς, εγώ με το Γιάννη, τα δυο μικρά της παρέας ν’ ασχοληθούμε με το μυστικό μας. Ο Γιάννης έφτιαχνε φιγούρες του Καραγκιοζόκοσμου. Τι Καραγκιόζηδες, τι Χατζηαβάτηδες, όλοι οι ήρωες του άσπρου σεντονιού, στα χέρια του παίρνανε ζωή. Κι εγώ περήφανη βοηθός, αμίλητη από θαυμασμό υπάκουη και πρόθυμη, να δίδω χαρτιά ψαλίδια κλωστές. Να τρέχω για σεντόνια στη ντουλάπα της μάνας μ’ όλη τη γρηγοράδα των μικρών μου ποδιών με προσοχή να μη μ’ ανακαλύψουν.
Κι ένα βράδυ λίγο πριν χωρίσουμε μου το πε
« Τη Κυριακή θα παίξομενε το έργο ο Καραγκιόζης στη κόλαση και στο παράδεισο κι απόκειας θα κάμωμε το γάμο. Θες;»
Ούτε και θυμάμαι τι είπα κι αν είπα. Θυμάμαι μόνο πως τη νύχτα δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Ήθελα να ταν κοντά μου η αδερφή μου να την ρωτήσω να μου πει… Αυτή όλα τα ήξερε. Σαν και τότε που το μυαλό μου φουσκωμένο από τους αρχαίους θεούς τους έφερε στα όνειρά μου απειλητικούς με τα αρχαία αγάλματα ζωντανεμένα να φοβερίζουν τους εξωμότες και γω να τρέχω να ξεφύγω, κόρη ορεσίβιων, στα βράχια της θάλασσας, με τα κύματα θερία στο πλευρό τους, οι τελευταίοι εναπομείναντες, έτοιμα να με καταβροχθίσουν ή έτσι νόμισα κι έβαλα φωνή μεγάλη μα ήταν δίπλα μου εκείνη η έντεκα χρόνια μεγαλύτερη αδερφή μου που ακουμπώντας πάνω μου με λόγια συργουλευτικά με ησύχασε κι αφέθηκα με εμπιστοσύνη στην αγκάλη του Μορφέα.
Μα τώρα εκείνη έλειπε. Την πήρε κι αυτή η Αθήνα. Πέρασε τ’ αρμυρό νερό το περασμένο φθινόπωρο κι από τότε κοιμόμουν μοναχή μου. Είχα απομείνει μοναχή μου. Από όλους που στέγαζε αυτό το σπίτι μόνο εγώ απόμεινα. Και … ευτυχώς ….ευτυχώς που βρέθηκε ο Γιάννης. Ο Γιάννης που αγαπούσε τον Καραγκιόζη και ήθελε να με παντρευτεί. Ο Γιάννης θα με παντρευτεί… Ο Γιάννης θα με παντρευτεί…θα με παντρευτεί… θα … με…
……………………………………………………………………………………….
Ήτανε Δευτέρα. Ίσαμε την Κυριακή πολλές δουλειές μας περίμεναν. Ο Γιάννης μέσα σε χαρτιά σε μολύβια με φωνές. Όλα για τον Καραγκιόζη. Πως θα γίνει εκείνο, πως το άλλο και για γάμο ούτε κουβέντα. Ήμουνα φαίνεται πολύ αφηρημένη και σκεφτική κι αυτός ο έρμος δεν άντεξε και μου φώναξε:
« Μα ίντα παθες σήμερο. Πού τονε χεις το νου σου; Τη Κεριακή θεμε να κάμωμε τη παράσταση και του λόγου σου…Ίντα σκέβγεσαι; »
Ξέσπασα σε κλάματα κι ανάμεσα στ’ αναφιλητά μου ψέλλισα…
«…το γάμοοο…»
«Ποιο γάμο; Ίντα λες; »
« Δε μου πες … δε μου πες …απώς θα κάμωμε το γάμο..»
« Ε, και ίντας; Δε το κάτεχες; Εμένα μου πενε η Κατίνα πως σου το χενε ποτά »
«Μου ‘χενε ποτά; » Μα τι έλεγε;
« Δε θες να ‘σαι η Φρειδερίκα ε; Είπα το γω τση Κατίνας. Η μικιή τση λέω δε θα θέλει..»
« Η Φρειδερίκη..»αποτόλμησα
« Ίντα, δε σου το πανε;»
Κι έπιασε με υπομονή να μου εξηγεί πως στο παιγνίδι της αναπαράστασης του πριγκιπικού γάμου εμένα μ’ είχαν διαλέξει να παραστήσω τη βασιλομήτορα. Αυτός τους είπε πως έτσι μικροκαμωμένη και αδύνατη που ήμουν δε θα ταίριαζα….
…………………………………………………………………………………………
Αχ, αυτό το γάμο εννοούσε ….
Κόντευε ο καιρός που ο διάδοχος του ελληνικού βασίλειου θα παντρευόταν την πριγκηπέσα από το βορρά και μεις τα παιδούρια μιας φτωχογειτονιάς στις παρυφές της πόλης που εφευρίσκαμε παιχνίδια βρήκαμε εξαιρετικά ενδιαφέρον να αναπαραστήσουμε τον πριγκιπικό γάμο.
Α,… θα θελα τόσο να κανα την Άννα – Μαρία… Μα αυτήν θα την έκανε το Μαράκι. Ένα ψηλόλιγνο λυγερό κορίτσι με μακριά μαλλιά - αυτά τα μαλλιά, το κρυφό αντικείμενο του πόθου μου – και μεγάλα καστανά μάτια …είχε κιόλας αρχίσει να φουσκώνει στο στήθος δεσποινίς σχεδόν.
Το Μαράκι….Ένα φεγγάρι ήρθαν στο σχολειό μας, δυο σπουδαστές της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, να κάνουν την πρακτική τους. Όσο και να ταν παλικαράκια πάνω στα καλά τους ήταν και τα μεγαλωμένα κοριτσάκια γλάρωναν κι έπλεκαν όνειρα μυστικά. Για κείνον όμως που μπήκε στην τάξη που ήταν το Μαράκι, εμείς είμαστε που τα κλώθαμε και τα υφαίναμε.
« Και γω σου λέω πως τηνε ξανοίγει. Δε τονε θωρείς απώς δε παίρνει τα μάθια του από πάνω τζη;»
«Εγώ λέω πως α τση μιλήσει»
«Εκιά απού θα στέκει α τση πει…»
« αγαπώ σε Μαράκι»
« Και κείνη δα…»
«Να χεν είμαι γω θελα λιγωθώ»
«Ντα εγώ;…»
………………………………………………………………………………………
Τέτοια κι άλλα. Όλες τον θέλαμε αλλά δεν τολμούσαμε ούτε να το πούμε. Φορτώναμε τις ελπίδες μας στο Μαράκι που μεγαλόφερνε …μην τον χάσουμε κι ολότελα….
Αυτός όμως μετά από δυο βδομάδες γύρισε στη σχολή του αφήνοντας πίσω μάτια βουρκωμένα και όνειρα συντρίμμια.
Δεν μπορούσα συνεπώς να τη συναγωνιστώ στην επιλογή του πρώτου ρόλου… ο ρόλος της Φρειδερίκης ξέμεινε σαν και μένα ξέμπαρκος.
Η μόνη μου παρηγοριά ήταν που θα μου σγούραιναν τα μαλλιά. Παρά την αντιπάθεια που έτρεφα, χωρίς να χω ιδιαίτερο λόγο για τη βασιλομήτορα, αλλά να, σαν την κακιά μάγισσα μου φαινόταν, παρόλαυτα για τα μαλλιά δεν μπορούσα να πω παρά τα καλύτερα έτσι μπουκλωτά που ήταν κι ας ήταν κοντά. Μήπως τα δικά μου τι ήταν; Ήτανε και πράσα. Σ’ συτή μου την αδυναμία πατήσανε οι λοιποί της παρέας και
«να σου κάμωμε θέλει και κατσαρά τα μαλλιά. Ε; ίντα λες;»
κι έτσι πήρα το ρόλο που να μην έσωνα γιατί έφαγα το ξύλο της χρονιάς μου αφού γύρισα με να ξεχούρδιστο κεφάλι, μια λαχανίδα, ένα κρανίο με όρθιες τρίχες. Το όνειρό μου για το κατσαρό αποτέλεσμα πνίγηκε σε ποταμό δακρύων πιο πολύ για το άτυχο αποτέλεσμα παρά για τις φωνές της μάνας μου.
Ας είναι. Τα υπόλοιπα δεν τα θυμάμαι. Ούτε αν παίξαμε εντέλει το γάμο. Άλλωστε τι μ’ ένοιαζε πια. Η ζωή ήταν άδικη πολύ άδικη. Ευτυχώς είχα το Γιάννη. Μπορεί να μην ήθελε να με παντρευτεί μα κι η παράσταση Καραγκιόζη που ετοίμαζε μ’ εμένα βοηθό δεν ήταν και λίγο.
Κάτω από άκρα μυστικότητα κουβέντα σε κανένα. Μιλιά σε άνθρωπο.
«μια κοπανιά α τοσε πούμε. Ελάστε τη τάδε μέρα να ειδείτε το Καραγκιόζη..»
Tέτοια έλεγε και μ’ ΄πειθε και κρατούσα το μυστικό και τίποτα δεν παίρναμε χαμπάρι απ’ τον κόσμο των μεγάλων που συνήθως κατασκοπεύαμε τίποτα να μη μας φύγει τίποτα να μη χάσουμε. Και πράγμα όχι ασύνηθες για κείνους τους καιρούς κανείς δεν ασχολιόταν μαζί μας. Άλλωστε δε μέναμε και πολύ στο σπίτι. Το στέκι μας ήταν στην άκρη της αλάνας απέναντι από κει που μόνο για ύπνο πια πηγαίναμε. Μόνο για ύπνο γιατί και το φαΐ στο πόδι το τρώγαμε και το μυαλό μας αλλού. Στον σκοπό μας. Στον Καραγκιόζη. Στην παράσταση.
Ξημερώνοντας το Σάββατο υπήρχε πολλή κινητικότητα. Από δίπλα για πρώτη φορά ακούγονταν φωνές αγριεμένες. Φωνές από το Χρόνη που δε θύμιζαν διόλου το σύντροφο και υποκινητή στις σκανταλιές μας.
« θα τονε πήρανε χαμπάρι»
Αυτή ήταν η πρώτη μου σκέψη και πηδώντας από το κρεβάτι ξυπόλητη και άντυτη έτρεξα να συμπαρασταθώ στο φίλο μου.
Ανοίγοντας την πόρτα – μια μεσόπορτα που από το σπίτι μας έμπαινες στο δικό τους μόνιμα ξεκλείδωτη αλλά από σεβασμό στους νοικάρηδες απαραβίαστη – αντίκρισα ...
Ένας πόνος με λύγισε… ξαφνικός σαν κι ότι έβλεπα. Αστραπή διαπέρασε το μυαλό μου… οδύνη …. Όλα ανάκατα… νομίζω κάθισα….
Όχι, σαν να σωριάστηκα με γδούπο. Στράφηκαν στη μεριά μου κι ο Χρόνης έτρεξε …
« Μικιό μου, μικιό μου… ίντα παθες; Εβάρηκες;»
Κούνησα μόνο το κεφάλι μου κι έδειξα με το χέρι μου. Κουτιά και μπόγους. Όλα μαζεμένα κρεβάτια Κουζινικά… ρούχα…. κι ο Γιάννης να ολοφύρεται όπως ποτέ δεν τον είχα δει έτσι, σπαραχτικά
« Μισέμε μικιό μου μισέμε»
Δε ρώτησα. Φαίνεται όμως πως τα μάτια μου ρωτούσαν και μ’ απάντησε
«Σε μια ολιά. Έρχεται το φορτηγό απού α μας σε πάρει.. Α, ήρθε κιόλας»
Χορεύουν οι λέξεις; Δεν ξέρω… μα κείνη τη στιγμή άρχισαν να στροβιλίζονται να στροβιλίζονται και σαν πρωτοχορευτές με φιγούρες που ακροβατούν στα όρια και σε μένα εκτείνονταν στις ακρες του μυαλού μου
Ο κόσμος μου …ο κόσμος μου…
Όλα …. Πάνε… πάνε….
Νόμισα βόγκηξα μα μάλλον μόνο από μέσα μου γιατί κανείς δεν ασχολήθηκε πια μαζί μου το φορτηγό είχε φτάσει τα πράγματα άρχισαν να φορτώνονται το σπίτι άδειαζε γυμνωνόταν ….
Η Λενάρα με το Χρόνη ήρθαν να χαιρετήσουν. Μ’ όλο που οι αγκαλιές και τα φιλιά δεν ήταν για κάθε μέρα αγκαλιαστήκαμε συγκινημένοι.
Έμεινα να κλαίω από μέσα μου, ο πρώτος σιωπηλός μου θρήνος, και μόνο όταν ξεκίνησε αντιλήφθηκα πως ο φίλος μου έφευγε για πάντα και δεν τον είχα καν χαιρετήσει.
Έτρεξα πίσω από το φορτηγό φωνάζοντας το όνομά του και μου φάνηκε είδα ένα χέρι να νεύει σ’ αποχαιρετισμό.
Το απόγευμα πήγα στο στέκι μας. Αράδιασα όλες τις φιγούρες κι έπαιξα το έργο μοναχή μου αλλού κόβοντας κι αλλού ράβοντας ότι θυμόμουν. Ύστερα τις τύλιξα στο σεντόνι και πιέζοντας το χώμα – είχε μαλακώσει απ’ τη βροχή – τα θαψα.
Το Γιάννη δεν τον ξαναείδα. Λίγα χρόνια μετά μάθαμε πως η Λενάρα είχε αναχωρήσει από το μάταιο τούτο κόσμο. Αναρωτήθηκα αν ο Χρόνης αναζητούσε νέα σύζυγο κι αν ναι, θα βαζε τη φωτογραφίας της Λενάρας στον τοίχο; Κι αυτή θα τη θυμιάτιζε τα βραδινά ξορκίζοντας τη λήθη ;

4 σχόλια:

logia είπε...

παιδικές μνήμες
στιγμές, που γίνονται αιώνες
η τραγικότηττα στα παιδικά μάτια της ασήμαντης απλότητας των μεγάλων
η ομορφιά της ζωής
των αναμνήσεων

καλημέρα σου

meril είπε...

@logia

"η τραγικότηττα στα παιδικά μάτια της ασήμαντης απλότητας των μεγάλων"

Σ' ευχαριστώ

παντοτινος ταξιδευτης είπε...

ΠΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΓΥΡΙΣΕΣ ΠΙΣΩ!...

meril είπε...

παντοτινος ταξιδευτης



δεν είμαι απ' αυτούς που ωραιοποιούν το παρελθόν
όμως νομίζω πως το κοινό βίωμα τότε είχε να κάνει με πάρα πολλούς
σε αντίθεση με σήμερα

Σ' ευχαριστώ