Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

Να σας πω μια ιστορία....................

Ελάτε λοιπόν! Ελάτε μαζί μου. Ελάτε να πάμε.
Πάμε ν' ανταμώσουμε μια ιστορία.
Όχι, μακριά, να, εκεί!


Εκεί
στα σύνορα Αρκαδίας Ηλείας υπήρχε ένα μεγάλο δάσος μυστικών, γεμάτο δρυάδες. Το δάσος της Κάπελης. Γεμάτο λυγερές κοπελούδες που στηναν το χορό των εποχών ολοχρονίς….
Φλογοκοκκίνιζαν ντροπαλά το φθινόπωρο λίγο πριν το χειμωνιάτικο αποχαιρετισμό κι ύστερα μένανε ζητιάνες ικέτριες, ως να ρθει η άνοιξη να ντύσει τις γυμνούλες, μ’ ανοιχτοπράσινα ρούχα και να θροΐσουν το τραγούδι της ζωής όπως το ξέραν από πάντα
Παρελθοντικός χρόνος;
Υπήρχε; Λάθος. Υπάρχει και θα υπάρχει. Αλυσίδα περιφρούρησης σχηματίζουν κατά πως φαίνεται όλες οι νεράιδες και οι νύμφες κάθε φορά που ο φλόγινος δράκος πηγαίνει να αφανίσει το βασίλειο του κένταυρου Φόλου Κι είναι τόσο καλή η προστασία που δεν τολμά καν να σιμώσει. Στέκει μόνο ξέμακρα και φοβερίζει. Το βασίλειο του αλογοπόδαρου μονάρχη απόρθητο μένει και κείνος, Κύριος ακόμα, των ισιόκορμων δρυάδων.
Γιατί αυτό έτσι είναι κι ας νομίζουν καμπόσοι πως αλλοτινών καιρών μυθεύματα είναι όλα τούτα. Οι νύμφες κατοικούν μες στις βελανιδιές ακόμα και στις μέρες των τωρινών ανθρώπων που νομίζουν πως αυτοί νέμονται……. δικαιούνται να νέμονται….
Μπορεί γι’ αυτό και τα μυστικά δεν τους μαρτυριούνται πια
…………………………………………………………………………………………..
Το ξέρω … το ξέρω…. Άλλαξαν φίλε μου οι καιροί…. Ποιος νοιάζεται για δεντριά και ισκιωμένες ιστορίες, τέτοιες που κι ο ήλιος δεν μπορεί να τις δει ναι κι ας μάχεται δεν το δύναται….δεν δύναται να περάσει θριαμβευτής…
Κλέφτης…. Μόνο σαν κλέφτης τρυπώνει στα υγρά φυλλώματα να στεγνώσει χνάρια νυχτερινής αμαρτίας μα άδικα .υγρό παραμένει το σημάδι της ζωής.

Είναι η ζωή αμαρτία;

Ποιος μπορεί να πει και να μετρήσει ….
Αλλιώς οι άνθρωποι αλλιώς τα πλάσματα του δάσους…….

Ξεγλιστρούν οι ιστορίες κάποτε τις βλέπουν οι ακτίνες οι μαρτυριάρες και απλώνουν άσκεφτα στα μάτια τα περίεργα έστω και μόνο στην όψη τη φανερή
Ποιος νοιάζεται για τα κλαδιά; Ποιος νοιάζεται για τους άλλους δρόμους;
…………………………………………………………………………………………
Εκεί λοιπόν μια κοινότητα ανάμεσα στις άλλες κοιμάται, ξυπνά κάτω από το πυκνό φύλλωμα. Είναι στο τέρμα του αμαξωτού δρόμου που ενώνει τα χωριά μεταξύ τους. Κρατά τα κλειδιά της ύπαρξης τους. Τα χει ο οδηγός που κάνει τα εξήντα χιλιόμετρα, στα τέλη της δεκαετίας του 70 σε τρεις ώρες. Κι αυτές όταν είναι ανοιχτός. Γίνονται τόσο συχνά κατολισθήσεις… ο δρόμος κλείνει και ησυχάζει για κάποιον καιρό…
Αν θες κι οι άνθρωποι. Τα αυτοκίνητα δε φέρνουν μόνο καλά πράγματα. Απαραίτητα και χρήσιμα. Φέρνουν κι άλλα. Μαζί και τον οδηγό που πάντα διανυκτερεύει εκεί. Θα πεις αλλιώς δε γίνεται. Το λεωφορείο μένει εκεί. Αυτός εκεί. Το πρωί πάλι αχάραγα για την πόλη. Πώς να περάσει η νύχτα… Καλά που μια πόρτα είναι ανοιχτή…
…………………………………………………………………………………………..
Η Διαμάντω ήρθε από ξένον τόπο. Όχι αλαργινό. Από την πέρα μεριά της Κάπελης μέρος πιο ανοιχτό και φωτεινό. Πέρασμα. Περνάγανε πολλοί. Άμα είχες σπίτι στο δρόμο μέσα τον αμαξωτό καθόσουνα και χάζευες. Ό,τι ήθελες έβλεπες. Aπό ντόπιους περάτες μέχρι εμπόρους που φέρνανε πραμάτειες όπως πάντα γινότανε σε άκριες που υπήρχε δυσκολία για την πόλη.
Όταν την είδε ο Βασίλης, ένα θηλυκό ορεχτικό κορμί με πλούσιο γελούμενο στόμα, ένοιωσε πως αυτή ήταν κι όχι άλλη. Έστειλε προξενιά κι αν κι ο αδερφός του πόσα δεν του πε, γνώμη δεν άλλαξε κι ο γάμος έγινε μέσα στο μήνα. Κι η Διαμάντω ήρθε στο Κλειδοχώρι. Με καλό μάτι δεν την πήρανε. Πολύ γέλαγε
Λίγους, πολύ λιγότερους από όσο θα πρεπε, μήνες, γεννήθηκε το παιδί. Το χωριό κρατήθηκε να μη γελάσει δυνατά και μόνο σιγανά ακόμα και κρυφά, γριές και νιες, άντρες στα καφενεία, ψουψούριζαν για τον πρώιμο τοκετό.

«Έφερε η γυναίκα σου μαζί και προίκα Βασίλη;»
«Την έφερε Νικόλα».
«Το ξερες μωρέ;»
«Αδερφέ, χωρίς αυτή δε ζω»

Τον ξένο σπόρο ήθελε να του πει μα το κατάπιε. Ο Βασίλης, ήταν μεγαλύτερος είχε μάθει να τον υπακούει χωρίς ν’ αντιμιλά. Ε, και ύστερα πόσο θα το συζήταγαν…Ο αδερφός του ήταν κομμάτι μάλαμα. «παραπάνω από ότι έπρεπε» ξανασκέφτηκε κι είπε να περάσει ν’ ανάψει ένα κερί να διώξει το κακό…

Δούλευε ο Βασίλης, η φαμίλια αυγάταινε κι εκείνος έπαιρνε τα χωριά και όπου δουλειά μπροστά και το Σάββατο φορτωμένος αγάπη και χάδια κι αγορασμένα πράματα. Και τα μικρά …– ω! εκείνα – λέω πως πατέρας δεν αγαπήθηκε όσο αυτός. Ακόμα και μετά που ρθανε τα πάνω κάτω του μείνανε πιστά.
«Μαζευτήκαμε όλα κι είπαμε το Βασίλη θέλουμε πατέρα».
Αυτά συμφωνήθηκαν ένα βράδυ χρόνια μετά, μα τώρα μπορεί ακόμα να χαίρεται τα μικρούλια κι ότι απ’ την αγάπη της Διαμάντως περίσσευε.

Τον είχε δει κι αυτός τον οδηγό πως κοιτούσε. Όχι, αυτόν. Εκείνη, που στα χαρτιά ήταν γυναίκα του και καθώς οι οδηγοί άλλαζαν έψαχνε να τους βρει στα πρόσωπα των γόνων που έφερναν τ’ όνομα του.
Αααχ!
Έτσι αναστέναζε μοναχός που τον βρήκε ο Γιώργης του…

«Πατέρα, εμείς,
Εσένα αγαπάμε. Αλλά ο Αγγελής την έχει βάλει στο μάτι. Πρόσεχε, πατέρα»

Φιδοζώστηκε. Ο Αγγελής είχε κακό όνομα. Γέλιο στο στόμα και τα μάτια κρύα. Ιδρώτας τον έλουσε. Αν την είχε βάλει στο μάτι θα την έχανε.
Παραφύλαξε. Ποτέ δεν το χε κάνει. Δεν είχε χρειαστεί.
Οι πέντε της γέννες πίστευε πως τον προστάτευαν.
Μα είχε ζεστό κορμί αχόρταγο - μια αγκαλιά για όλους - και γέλιο κελαριστό κοριτσίστικο. Κι ας λέγανε πως έβγαινε, σκύλα να βρει σερνικό..
Ας μην ήτανε ο Αγγελής …..


Την είδε να του ανοίγει… Περίεργο δεν είναι; Άλλος μπορεί να μην την έβλεπε μα κεινού η καρδιά είδε πίσω από την πόρτα μέσα στο σπίτι που την έβαλε νύφη. Την είδε να τον οδηγεί στην κάμαρά τους… Προχώρησε με την ασθματική ανάσα ανθρώπου πού χε ανέβει χιλιόμετρα ανηφόρας και του χε μείνει ανάσα πια καμιά σχεδόν. Στέγνωσε στέγνωσε ολόκληρος. Κι ένα ανεπαίσθητο φτερούγισμα. Έτσι ένοιωσε. Θανάτου θα λεγε αργότερα μα κείνη την ώρα δεν το αξιολόγησε. Δε χρειαζόταν να προχωρήσει….. Έβλεπε….. Μπορούσε να νοιώθει την ένωση του αρσενικού με το θηλυκό. Δε χρειαζόταν να προχωρήσει. ……………………… Είχε μυρμηγκιάσει αισθανόμενος, ό.τι δεν έβλεπε, προαισθανόμενος κινδύνους πολλαπλούς, έστω αόρατους ορατά.
………………………………………………………………………………………
Το μόνο που θα θυμόταν αύριο και πάντα ήταν το σύμπλεγμα

Aυτός, με το μελαχρινό του κορμί κάθιδρο να γυαλίζει την είχε αρπάξει απ’ τους ώμους ορθός κι εκείνη, γαντζωμένη στα λαγόνια του…..

Ο χρόνος χάθηκε και τα λόγια αν ειπώθηκαν λόγια τα πήρε μαζί του μπορεί και να χε πετρώσει έτσι πίστεψε πέθανε είχε πεθάνει άλλος ήταν εκεί
…………………………………………………………………………………………
«Άκουσα τον πυροβολισμό και φοβήθηκα πως πάει ο πατέρας… Γιατί το χα δει.. Ο Αγγελής είχε πάντα μαζί του όπλο όταν η μάνα του άνοιγε την πόρτα κι αυτός νοικοκύρης κι όχι κλέφτης ΄έμπαινε στο σπίτι Μια φορά ο Γιώργης μου τον ρώτησε τι το κουβάλαγε αυτός γέλασε για τους κλέφτες είπε γι’ αυτό το κουβάλαγε. Για τους κλέφτες; Εγώ καταλάβαινα μα φοβήθηκα να του πω στα μούτρα μέσα πως ήξερα τι είχε στο κεφάλι του …φοβήθηκα και δε μίλησα….. μόνο στον πατέρα …στον πατέρα είπα πατεράκο μου πρόσεχε τα ξένα όπλα μα αυτός μόνο γέλασε και τίποτα δεν είπε και να που …άκουσα το μπαμ και έτρεξα μόνο τον πατέρα είδα σκέφτηκα είναι πεθαμένος μα ήτανε όρθιος κι αυτό δε γινότανε είδα τα αίματα που τρέχανε τον έπιασα από το χέρι και τον έβγαλα έξω
τον ρώταγα όλο τονε ρώταγα που πονεί και τι να κάνω και να πάω να το πω στον αδερφό του να πάμε στο νοσοκομείο και να πάμε και στην αστυνομία κι όλο έκλαιγα κι έλεγα πατέρα μου καλέ κι εκείνος όρθιος πεθαμένος ήτανε και δε μίλαε και μόνο άμα είπα για αστυνομία είπε αυτό είπε μόνο να προσέχεις Αννιώ μου να προσέχεις και με φίλησε κι έφυγε μα ζωή πια δεν είχε…»
…………………………………………………………………………………………
« Η μάνα είπε πως πατέρας μου ήταν αυτός ο Αγγελής κι άμα ο Βασίλης δεν ήταν άντρας να τηνε κρατήσει αυτή δεν έφταιγε και γω της είπα για τη Γιαννούλα που την έφερε προίκα και τους οδηγούς και πως όλοι κοροϊδεύανε πως κάθε παιδί είχε τον πατέρα του και κείνη σταμάτησε να μιλάει κι ούτε με κοίταε κι εγώ είπα δε λυπήθηκες μάνα τον πατέρα και κείνη είπε πάλι πατέρας σου είναι ο Αγγελής και άλλο δεν είπε πήε στο παραθύρι και ξανάπε εμένα ποιος με λυπήθηκε; Και ύστερα είπε να πάω να δω τα μικρά… »
………………………………………………………………………………………..
Εγώ το ξερα δεν έκανε για το Βασίλη μου. Μα τι κι αν του το πα; Τύφλωση είχε πάθει… μα πρέπει ότι σου ταιριάζει κι ό,τι μπορείς να κουμαντάρεις…. Η Διαμάντω ήταν φοράδα ξεκαπίστρωτη… Ποιος θα την έστρωνε; Ο αδερφός μου που δεν είχε ματαδεί γυναίκα; Και βρέθηκε εκτός από κερατάς και παραλίγο στο χώμα…. Και τώρα θα πάρει των οματιών του…. Για το χατίρι μιας πουτάνας –θε μου σχώρα με-…. Που τον φόρτωνε ξένες σπορές… να ναι κανένα δικό του;
Ας φύγει. Να τον ξεχάσουνε όλοι και να ξεχάσει κι αυτός. Ας φύγει….
………………………………………………………………………………………….

Κάθομαι και σκέφτομαι τι έφταιξε…. Τι ήτανε λάθος και χωριό δε στέριωσα με τη Διαμάντω
Κι ας την αγάπαγα… τόσο που την αγάπαγα…. Γιατί αυτό δε φτάνει; Γιατί να μη φτάνει;
Το ξερα πως είχε αλλουνού το παιδί στην κοιλιά όταν την πήρα. Μα ήθελα να πιστεύω πως κάποιος τηνε γέλασε …. Την ήβρε μικρή και άβγαλτη να μην ξέρει από κόσμο …
Το δέχτηκα κι έτσι που δε μου πε ψέματα νόμισα πως δεν το χε η ίδια θελήσει, η μαύρη της η μοίρα έφταιγε και τη συμπόνεψα περισσότερο
Ήθελε …εγώ δεν …. Δεν έφτανα….. . νόμισα αν δούλευα αν φρόντιζα εκείνη και τα παιδιά ….
Όταν την άγγιζα ήτανε …. Δεν ξέρω που ήτανε γιατί έφευγε…. Πιο πολύ έφευγε…. Ακόμα κι απ’ τις φορές που έλειπε απ’ το σπίτι. Ήθελα να την πιάσω απ’ τα μαλλιά να τη γυρίσω πίσω να της φωνάξω που πας εδώ είναι ο άντρας σου που πας ….
Δεν το κανα. Δεν ήξερα να το κάνω. ……
………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Ο Αντρέας ο Κοζανίτης μου πε πως πρέπει να ξαναπαντρευτώ
Πρέπει….
…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….


Η Ελένη είναι ήσυχη. Δουλεύει μαζί μου στο εργοστάσιο.
Το σπίτι μας είναι μικρό. Η Ελένη λέει άμα γυρίσουμε στην Ελλάδα πρέπει να αγοράσουμε ένα μεγαλύτερο.
Τι να το κάνουμε; Παιδιά δεν έχουμε. Αυτή στενοχωριέται. Όλο τρέχει στους γιατρούς…. Δεν βρίσκουνε βλάψιμο….Τι να της ειπώ; Εγώ παιδιά είχα μα τ’ αρνήθηκα;
Με τιμωρεί ο Θεός

Τρεις μέρες πριν το γάμο είχα λάβει γράμμα από την Αννιώ μου

Ο Αγγελής, πατέρα μου, εσκοτώθηκε. Εγυρνάγανε με τη μάνα από τα πιστρόφια της αδερφής του.
Ήτανε πιωμένοι. Το τρακτέρ εγύρισε κι αυτός έμεινε στον τόπο.
Η μάνα λέει θα μας πάρει να γυρίσουμε στο χωριό της.
……………………………………………………………………………………………..

Πατέρα μου να ζήσεις γύρισε πίσω

Ο Γιώργης, η Ειρήνη, η Γιαννούλα η Αγγέλω σε φιλούνε
Η Αννιώ σου


Ήτανε τρεις μέρες πριν από το γάμο.

Της έγραψα.

Άννα
Να ακούς τη μάνα που θέλει το καλό σου γιατί μάνα είναι. Καλύτερα να είσαστε μαζί. Στο χωριό της θα χει και βοήθεια.
Να προσέχεις τα μικρά και να κάνεις την προσευχή σου κάθε βράδυ
Ο Θεός να σας βοηθήσει παιδί μου
Εγώ παντρεύτηκα μια καλή γυναίκα


Βασίλης


Άλλα δε μαρτυρήθηκαν.
Τα χνάρια χάθηκαν και μόνο τα ονόματα που μπερδεύτηκαν σε περάσματα βρέθηκαν
Σημαδεμένα

11 σχόλια:

melv@ki είπε...

Το διάβασα χτες και ξαναγύρισα σήμερα να το ξαναδιαβάσω... τόσο όμορφο ταξίδι σε μιαν άλλη εποχή!

Να 'σαι καλά γλυκιά μου! Το 'ξερα απ' την αρχή, γι' αυτό και στάθηκα...
φιλιά!

meril είπε...

melv@ki

Είσαι γλυκύτατη
μα έλεος ειλικρινά!
Έχω μελώσει ολόκληρη απ' τα λόγια σου τα μελένια και δεν είμαι και στην πρώτη μου τη νιότη(σκέψου να πάθω ζάχαρο.....)

Σ' ευχαριστώ!

clouds in the mirror είπε...

Εγώ σου τα έλεγα. ΔΕΝ τα διαβαζουν τα "μεγάλα". Και συ μου 'λεγες "Καλά...Καλά!"

clouds in the mirror είπε...

Εγώ σου τα έλεγα. ΔΕΝ τα διαβαζουν τα "μεγάλα". Και συ μου 'λεγες "Καλά...Καλά!"

meril είπε...

@clouds in the mirror

Έτσι έλεγα;

Μα αν με "διαβάζει" έστω και ένας
πίστεψέ με μου είναι αρκετό

nikitas είπε...

...κι όμως τα διαβάζουμε και τα ξαναδιαβάζουμε...
κι όχι μόνο εμείς μιας "άλλης εποχής"...

meril είπε...

@nikitas

Σ' ευχαριστώ

Υ.Γ.Και θα σε μαλώσω κιόλας
βρε! Είμαστε εμείς άλλης εποχής;
Παντός καιρού και πάσης εποχής είμαστε
(και αντίρρηση δε θέλω)

clouds in the mirror είπε...

A...βέβαια, όταν συγγραφέας είναι εγγυημένος!

meril είπε...

@clouds in the mirror

Τώρα εσύ με δουλεύεις ψιλό γαζί
αλλά ως μεγαλόθυμη ψυχή
δεν κρατώ κακία.........

clouds in the mirror είπε...

Δε σε δουλεύω...απλώς εννοώ πως όταν ΞΕΡΕΙΣ πως κάποιος γράφει καλά, τότε διαβάζεις ΚΑΙ τα "μεγάλα" κείμενα!

meril είπε...

@clouds in the mirror

Εντάξει...εντάξει
(θα βάλω και τον εαυτό μου μέσα λοιπόν....)