Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Ζέστη. Πολλή. Αφόρητη.
Η ουγγαρέζικη πεδιάδα (ή μήπως θα 'πρεπε να πω ουγγρική;) φλεγόταν πυρπολημένη από 'ναν ήλιο σταματημένο κατά λάθος για περισσότερο χρόνο από τον συνήθη, πιο πολύ για να παίξει με τα νεύρα μιας υπό ένταξη χώρας στην ΟΝΕ εν έτει σωτηρίω 2003, ένα χρόνο πριν τους Ολυμπιακούς , ένα χρόνο πριν το EURO που το σηκώσαμε το τιμημένο και ξεδιπλώσαμε όλες τις καταχωνιασμένες σημαίες του ενδόξου ελληνικού παρελθόντος και κλάψαμε από χαρά, συγκίνηση και έπαρση. Ο Μαραθώνας κι η Σαλαμίνα σε νέα έκδοση.
Μα τώρα ένα χρόνο πριν καταμεσής του πουθενά - ποιος το πρωτόπε;- έπεσε κεραυνός εν αιθρία
«Πάμε στο Μπελογιάννη;»
«Πάμε»
Περιέργεια, επιθυμία ή αδυναμία για άλλη απάντηση. Έμεινε η έφηβη ν' αναρωτιέται στο πίσω κάθισμα.
«Και τι είναι το Μπελογιάννης;»
«Και γιατί θέλετε να πάτε;»
«Και δε βαριέστε τώρα;»

Κάποιος πάει να εξηγήσει. Η έφηβη φορά γυαλιά μάρκας, μασά τσίχλα και καταβάλει φιλότιμες προσπάθειες.

«Καλά. Να σου πω. Κάποτε...»
«Άστο δε θέλω. Σταματάς να πιούμε κάτι;»
«Θα βρούμε το χωριό και θα πιούμε εκεί….»

Μούτρα. Εσύ χάνεσαι. Σε θρύλους σε μύθους σε ιστορίες κι απορίες που άκουσες διάβασες ....σχεδόν θέλεις να κλάψεις.

«Ας βρούμε το χωριό…..»

Περίεργο. Κανείς δεν το ξέρει. Μα πως γίνεται...
«Δεν πάτε καλά… εδώ θα νυχτωθούμε ψάχνοντας τα φαντάσματά σας….»

Η έφηβη από πίσω, με την αυθάδεια της νιότης ..Πώς τολμά!

« Να ρωτήσουμε ηλικιωμένους. Δε γίνεται.... κάποιον θα βρούμε να το ξέρει»
Και βρήκαμε. Με χίλια ζόρια και ταλαιπωρίες και χίλιες χτυπημένες πόρτες και στόματα κλειστά και μνήμες πεθαμένες, καταφέραμε και βρήκαμε το δρόμο.
«Άντε να σας φύγει τ’ απωθημένο….. Και τι θα δούμε τώρα;»

Τι περιμέναμε να δούμε; Δεν το ήξερα. Και σήμερα ακόμα, τόσον καιρό μετά, δεν έχω απάντηση. Μάλλον σαν να πήγαινα σε προσκύνημα σε τι ακριβώς ...
«Και τι θα δούμε τώρα;»
Mια πινακίδα. Ένα κιονόκρανο ιωνικό κι ένα καλωσόρισμα στη γλώσσα σου.
Μπελογιάννης

Φτάσαμε λοιπόν. Δεξιά όπως μπήκαμε, η εκκλησία με το νεκροταφείο. Γεμάτη λουλούδια χρώματα, στους στολισμένους τάφους με τα ελληνικά τα ονόματα
Και ύστερα δίπλα ο δρόμος. Οδός Σαράφη.

Το χωριό εκτεινόταν κατά μήκος του δρόμου. Εκεί ήταν που ένοιωσα και τη γροθιά στο στομάχι. Τότε που είδα τα σπίτια. Όχι δε μου φάνηκαν φτωχά. Μίζερα ήταν . Σπιτάκια που μου θύμισαν ανθρώπους κλεισμένους μαζεμένους. Μετά καιρό που πήγα στο Άουσβιτς το ξανά φερα στο μυαλό μου αυτό το ...χωριό στη μέση του πουθενά να μην ανασαίνεις από τη ζέστη και την υγρασία που θύμιζε στρατόπεδο συγκέντρωσης…

Τα σπίτια στην Ουγγαρία σου θυμίζουν ανοιχτούς χαρούμενους ανθρώπους με τα μπαλκονάκια τους τα λουλουδένια, τόσο μικρά και χαριτωμένα, αλλά φαίνεται αυτά περίσσευαν την εποχή του '50.

Βρήκαμε ένα γέρικο κουφάρι -να σέρνεται ακόμα; Πιάσαμε την κουβέντα. Με δύσπιστα μάτια για μας τους τυμβωρύχους, ασελγούς σε πτώματα. Νοιώσαμε σαν να διαπράτταμε ιεροσυλία. Πως είχαμε μπει σε Ιερό να ικανοποιήσουμε την οφθαλμολαγνεία μας στο θάνατο των ιδεών και των οραμάτων.

Λέξεις πέτρες από το στήθος του. Και οι πιο μεγάλες, «γιατί» και «λάθος»
Και μεις ευτυχισμένοι απόγονοι μιας πατρίδας ίδιας πατρίδας μάνας –μητριάς νοιώσαμε πως φταίγαμε κι ας ήμαστε αθώοι του διωγμού τούτου που έσπειρε σαν τα τρελά πουλιά τον ανθό μιας χώρας, ένοχοι για τους κομματικούς που τους κερματίσανε –άλλος στη Δύση άλλος στην Ανατολή- ένοχοι που τα καταφέραμε χωρίς αυτούς, ένοχοι γιατί δικαιώσαμε τα λάθη και τα γιατί….

Ήρθαν τα δάκρυα –ευτυχία τα δάκρυα- λυτρωτικά για όλους. Αδικαίωτοι αγώνες και θάνατοι. Να χουνε μείνει οι παλιές λέξεις να θυμόμαστε πως κάποτε τους ζήτησαν να ονειρευτούν λάθος.
Συχωρέστε μας

Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

ANΙΣΟΡΡΟΠΙΑ

Κι αυτό
-ως και πολλά απ’ τα σπουδαία-
Με καθυστέρηση
το έμαθα
μα πλήρως μου εμπεδώθη

Η σταθερότητα
Δεν είναι
Των ανθρώπων

Κι ο έρωτας
Μιας αστραπής η ανάγκη
Σ’ ένα τοπίο σκότους

Κι ωστόσο
Φορές φορές τρομάζεις

Όταν απρόσμενα συμβαίνουν
Και ίσως ετεροχρονισμένα
Στην κάθοδο των σωμάτων

Όταν η ψυχή
-γιατί έτσι συμβαίνει-
Μένει πίσω
Αρνούμενη το μαρασμό
Και η ισορροπία ανέφικτη

Τι κόστος έχει
Η ζωή
Σαν δεν τη ζεις!

(σκέφτομαι κάποτε…)

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Η Ναταλία

Η Ναταλία μ’ έν’ αστέρι συντροφιά
Κάθεται
Το χει στα χέρια παιχνίδι
Αυτό φεγγοβολά κι αστράφτει

«δεν καίγεσαι;»
Αποτολμώ και της λέω
«δεν πυρπολείσαι από
Τη φλόγα του;»

Εκείνη γελά

Μακράν όλων
Γελά

Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

Οι νοικάρηδες (Χαρίδημος-Νικολιό)

Ο Χαρίδημος και το Νικολιό ήτανε φίλοι. Από κείνους που διαβάζεις στα βιβλία κι ολοένα πιο δύσκολο γίνεται να τους συναντήσεις στην κανονική ζωή. Αυτοί ωστόσο κι ας ήτανε τόσο διαφορετικοί μπορεί και εξαιτίας αυτού, δίδυμο σημείο αναφοράς περνάγανε. Και ποτέ δεν έλεγες, Χαρίδημος χωρίς να πεις Νικολιό και το ανάποδο.

Αλλιώτικοι. Όσο ψηλός ο Χαρίδημος, τόσο κοντός το Νικολιό κι όσο νοστίμευε το Νικολιό με τη χάρη στην περπατησιά, τα σκούρα του σγουρά μαλλιά, τα μεγάλα μάτια και το τσαχπίνικο στόμα, τόσο άχαρος ο Χαρίδημος στην όψη με τα μακριά του τα κανιά να μην ξέρει που να τα βολέψει και το γυαλιστερό του κεφάλι σ’ έναν καιρό που η καθολική ξούρα του τριχωτού δεν είχε γίνει μόδα. Μπορεί τα μάτια του, ανοιχτά καστανά στο χρώμα του μελιού, με μια ιδέα αγαθότητας, να άρεσαν μα τα κράταγε χαμηλά ντροπαλά σαν κορίτσι.
Ο Χαρίδημος έπαιζε όργανο. Μαντολίνο θαρρώ κι ο φίλος του τον συνόδευε τραγουδιστικά και σε μεγάλα κέφια χόρευε κιόλας.

Γέμιζε λοιπόν το σπίτι μας χαρούμενους και φορές λυπητερούς σκοπούς ή και νοσταλγικούς κάποτε και λέω το σπίτι μας γιατί ο Χαρίδημος και το Νικολιό ήταν οι καινούριοι νοικάρηδες. Νοίκιασαν μόνο τη μια κάμαρα, την πίσω, για να ναι πιο ανεξάρτητοι αφού δεν μας συνέδεε μαζί της καμιά μεσιανή πόρτα. Πότε μπαίναν πότε βγαίναν χαμπάρι δεν έπαιρνες αφού η έξοδός τους ήταν πίσω ενώ εμάς μπροστά κι αν δεν ήταν η μουσική μπορεί και να τους ξεχνάγαμε τελείως.
Ήταν όμως οι ήχοι που μας μάζευαν δειλά, ντροπαλά, στην άκρη της πόρτας μισοκρυμένοι μισοφανεροί, αυτιά και μάτια αδηφάγα, μέχρι που το ζευγάρι των μπεκιάρηδων μας έπαιρνε χαμπάρι και μας καλούσε μέσα.

Το ζευγάρι των μπεκιάρηδων. Έτσι τους χαρακτηρίζανε καθώς ήτανε ανύπαντροι κι οι δυο κι ας ήταν ακόμα και για τα δικά μου μάτια πολύ νέοι. Να λίγο και θα τους φτάναμε. Μπορεί να φταιγε που το Νικολιό ήταν στο μπόι μας και τους περνάγαμε κοντά συνομήλικους μας.

Δουλεύανε κι οι δυο. Ο Χαρίδημος στις οικοδομές, σοβατζής θαρρώ και το Νικολιό ραφτάκος. Όλη μέρα να λείπουνε. Ο ένας στο γιαπί να κρεμιέται. Τα όνειρα για ένα κεραμίδι να τελειώνει κι ο άλλος πάνω στη βελόνα με υπομονή και τέχνη να αλαφρώνει την αυστηρότητα του αντρικού ντυσίματος.
Γυρνούσανε αργά. Οι ήχοι μαρτυρούσανε την ετοιμασία του φαγητού μόλο που σαν η γειτονιά τους γνώρισε δεν τους άφησε ποτέ από την έγνοια της και τα πιάτα, σκεπασμένα και καλυμμένα προσεχτικά, να μη δίνουνε στόχο, τους χτυπούσανε την πόρτα. Ύστερα άλλοι ήχοι πρόδιδαν πως τρώγανε. Ήτανε το ράδιο που το ανοίγανε σιγαλά να τους συνοδεύει.

Τα Σάββατα δεν τους χωρούσε το σπίτι. Ώσπου να ρθούνε, φεύγανε. Πότε γυρνούσαν απ’ τη δουλειά, πότε πλενόντουσαν, πότε γινότανε καπνός, χαμπάρι δεν παίρναμε και μόνο η κολόνια έμενε σημάδι της αντρικής παρουσίας. Όταν γυρνούσανε, ξυπνούσαμε από τα δυνατά γέλια. Σχεδόν πάντα ο Χαρίδημος που ήτανε τόσο σοβαρός στην όψη τράνταζε το σπίτι με το γέλιο του κι ήτανε το Νικολιό που σιργουλευτικά μαλακά και σιγανά προσπαθούσε να τον κάνει να χαμηλώσει τη φωνή μα δύσκολα το κατάφερνε και μόνο σαν τον έβαζε στο κρεβάτι ησύχαζε. Και φαίνεται πως το Νικολιό γρήγορα πήρε το κολάι , έμαθε να τον ξεντύνει γρήγορα κι έτσι βρίσκαμε ξανά τον ύπνο μας μετά από στιγμιαίο διάλειμμα. Και μπορεί και να νομίζαμε πως μες στ’όνειρο κάτι μας τάραξε και ξυπνήσαμε αλλά ερχόταν η άλλη μέρα, βλέπαμε το Χαρίδημο με ακόμα πιο σκυμμένο το κεφάλι να λέει την ψιθυριστή του καλημέρα και αμέσως καταλαβαίναμε την αιτία.

Καθώς έγιναν δικοί μας άνθρωποι αρχίσαμε να αντιπαθούμε τα βράδια που μας τους έκλεβαν. Ας ήταν κουρασμένοι μόλις παίρναν είδηση πως καθόμαστε στη γωνιά ν’ακούσουμε το τραγούδι τους, μας καλούσανε μέσα, στην αρχή εμάς τους μικρούς μα αργότερα και οι μεγάλοι γυναίκες το πιο πολύ σμίγανε μαζί μας, αυτές δεν μπαίνανε στη μικρή κάμαρα, μένανε απέξω κουκουβιστά στη μικρή πόρτα συνοδεύοντας το τραγούδι.
Μόνο η Πέρσα έμενε παράμερα.

Η Πέρσα, μια μεγαλοκοπέλα με σακατεμένο κορμί ζούσε σ’ ένα σπιτάκι στην ίδια πίσω αυλή με τη δική μας με μια κληματαριά απέξω. Σε μια γειτονιά όλο στέγνια και ξεραΐλα η κληματαριά μοναδικό σημάδι απαλότητας και ελπίδας, μάζευε τα θερινά απομεσήμερα, ηλιοβασανισμένους μέτοικους, κυρίως γυναίκες μια και οι άντρες κάναν στάση κατά τα ειωθότα του τόπου που άφησαν, στο καφενείο της πλατείας δυο βήματα πιο κει. Καφενείο είπα; Καφενεία ήθελα να πω καθώς μια σταλιά τόπος έβριθε στο ντουκιάνι κατά πως είναι η τούρκική ονομασία του εν λόγω μαγαζιού. Και δώστου οι καβγάδες για τα πολιτικά που ήτανε και σε φούντωση εκεί μέσα του ’60 και μόλο που η πλειοψηφία ήτανε βενιζελικοί και στην πορεία με το γερο-Παπαντρέου ήτανε όλα που γινότανε κι άλλος έλεγε έτσι κι άλλος αλλιώς κι ανεβαίνανε οι τόνοι ανακατεύονταν οι κουβέντες και ποιος μιλούσε σε ποιον κι από ποιο μαγαζί δυσκολοξεδιάλυτο

Στο μεταξύ οι γυναίκες πίνανε καφέ συνοδευμένο κάποτε από γλυκό του κουταλιού ή κανένα οπωρικό από τα χέρια της Πέρσας και κουνάγανε το κεφάλι καθώς οι φωνές των αντρών περνάγανε στο χωμάτινο δρόμο και φτάνανε στ’ αυτιά τους.
Τα παιδιά παίζανε, οι γυναίκες πλέκανε και κλώθανε μαζί μυστικά και όνειρα για καλοστέριωμα σ’ αυτή την άκρη που όμως όσο και να πεις πολιτεία λογιάζονταν.
Και μόνο η Πέρσα έμενε να μη μιλά για όνειρα …

Έμενε με τον αδερφό της ένα ομορφάντρα που του άρεσε το γλέντι και η καλή παρέα. Μαυλιστής, έριχνε ματιές σαϊτιές κι ένα γέλιο που σ’ έπαιρνε πέρα από το γερασμένο πρόσωπο της γειτονιάς. Αγαπημένος των γυναικών δύσκολα πιανόταν στα δίχτυα κι η αδερφή με ανησυχία έβλεπε το παιχνίδι με τον έρωτα. Δεν ήταν και μικρός. Είχε καβατζάρει από καιρό τα τριάντα μα δε φαινόταν πως τον ένοιαζε, αλήθεια, να κάνει οικογένεια. Ν’αποκατασταθεί. Αυτός, γιατί η Πέρσα…

Και κατά παρέκκλιση, εντελώς κατ’εξαίρεση όλοι φαίνεται να συνωμοτούν για την παντρειά του Θανάση.
«Βρε μπρε μια γυναίκα να ξεκουράσει και τη μαύρη Πέρσα. Δεν τη λυπάσαι κοντό;»
Η μόνιμη επωδός για να πειστεί : «Δεν τη λυπάσαι κοντό;»
Πόσο να λυπηθεί κανείς; Και γιατί να λυπηθεί κανείς ή θα τανε σωστότερο να λέγαμε γιατί να πρωτολυπηθεί κανείς καθώς η λύπη είναι το οδυνηρότερο των συναισθημάτων γι’ αυτόν που τα προξενεί, όπως η Πέρσα. Όπως η Πέρσα…

Είχε ένα πολύ όμορφα σμιλεμένο πρόσωπο με μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια. Ανοιχτά καστανά. Στο χρώμα του ανθόμελου. Τόσο φωτεινά…
Καλογραμμένα χείλη που στο άνοιγμά τους αποκάλυπταν μια ζηλευτή οδοντοστοιχία.
Κοχυλένιοι λοβοί με παλαιϊκά σκουλαρίκια – ενθύμημα από τη μακαρίτισσα τη μάνα της – και μια χοντρή πλεξίδα συμπλήρωναν το πορτραίτο μιας μορφής που ταίριαζε περισσότερο σε κόρη του βορρά παρά σε μια Πέρσα γόνο ενός τόπου που στα κόκκινα μαλλιά έβλεπε το σημάδι του σατανά.
Γιατί κόκκινα ήταν τα μαλλιά της. Πυρά μάλιστα. Τα μάζευε πάντα ψηλά και μόνο όταν τα λουζε τα βλέπαμε καθώς τα χτένιζε.
Στεκόταν πάντα στην αυλή, όταν είχε καλό καιρό, και με τον ήλιο πάνω τους να τα πυρπολεί λες, σεργιάνιζε το χτένι πάνω τους ένα χάδι.

Το παμε κιόλας πως ήτανε ασύνηθος ο χρωματισμός τους, ένα σκάνδαλο. Θα ταίριαζε μπορεί σε μια γυναίκα άλλη άλλου τόπου κι άλλης τάξης. Να μπαίνει σε σαλόνια καλλιτεχνών και να αφήνει τις πύρινες φλόγες αμολυτές να κατακαίνε . Θα ταίριαζε σ’ ένα κορμί γερό, μια γυναίκα δυνατή που δε θα λέγανε στον αδερφό της «κοντό δεν τη λυπάσαι;» γιατί θα ταν από χρόνια παντρεμένη και παιδιομένη μ’ ένα καλό άντρα που θα την τιμούσε και θα βλεπε την ομορφιά της τη σπάνια…
«Πέρσα! Πέρσα!»
«Όριζε!»
«Το ποκάμισσο μου μωρή..»
«Έτοιμο, αδέρφι …»
Και κούτσα κούτσα το σακατεμένο κορμί να πολεμά να βιαστε, να εξυπηρετήσει, να υπηρετήσει…
«Πέρσαα!»
Και κούτσα κούτσα….κούτσα κούτσα….
Μόνο τα χείλη ….τα χείλη….. Πότε πότε τρεμούλιαζαν και τα μεγάλα μάτια θόλωναν. Λίγο μόνο. Όσο να φανούν ακόμα πιο μεγάλα και όμορφα…
Ίσως σε μια τέτοια στιγμή να την είδε το Νικολιό. Εκείνος, της μίλησε. Νόμισε πως έκλαιγε …πως κάτι είχε… Και μπορεί τότε να είδε πόσο όμορφη ήταν και …την αγάπησε …γιατί λέω τι άλλο είναι η αγάπη; Να βλέπει μόνο την ομορφιά και η ασκήμια να σβηέται…
……………………………………………………………………………………
Κολοκύθια! Η Πέρσα τον λιγουρεύτηκε… Σιτεμένη γυναίκα, περασμένα τα χρόνια της είχε και το σακατιλίκι…Σιγά μην την ορέχτηκε το Νικολιό που χε τα νιάτα τα χρυσά… Και μην ήταν άσκημος; Ανεπρόκοπος; Χαρτοπαίχτης; Ζαριτζής; Τίποτα τίποτα … ψεγάδι κανένα…. Πώς ήτανε κοντός; Σιγά το ελάττωμα…
Όχι. Η Πέρσα έφταιξε. Αυτή τον περίμενε ένα βράδυ.
Μισοκρυμένη η άμυαλη… τον είδε κι έπεσε πάνω του….
Σ’ αγαπώ του λέει-ακούς ντροπές; Ε, κι αυτός πώς να την αποπάρει που θρηνούσε και χτυπιότανε η αλαφρονούσα;

…………………………………………………………………………………………
Ο Θανάσης-η αλήθεια να λέγεται- προσπάθησε να πει στην αδερφή του….

Να της βάλει μυαλό προσπάθησε μα αυτή το χε …παντελώς χαμένο… και του λέει –ακούς εσύ;- του λέει πήγαινε και κάνε την προξενιά… αν δεν τονε πάρω θα σκοτωθώ…
Και βλαστήμησε ο αδερφός την κακή του μοίρα μα τση το κανε το χατήρι και πήγε…


Δεν ήξερε πως το Νικολιό είχε πει στην Πέρσα πως την αγαπούσε….πως να του πάει στο νου….

«Νικολιό, κατέχω σε και κατέχεις με…. Μιαν αδερφή έχω…»
Δύσκολο του ρχοτανε
Ανάθεμά το! ανάθεμα το χρέος που λέγανε πως είχε και το σεβντά που ξυπνά στων γυναικών τα μαραμένα στήθια

Έμεινε να τον κοιτά …το Νικολιό έβαλε μια ρακή… δεύτερη ….Αμίλητοι τις ήπιανε. Πάνω που θα βαζε και την τρίτη του πιασε το χέρι…..

Και του πε ο μαυροσκοτεινός αν ήθελε, την αδερφή του να του δώσει και πολέμησε να μην προδώσει τον καημό τση
Μα επίστευγενε πως θελα πει το ναι;

«Είπενέ μου απώς είσαι καλή κοπελιά λέει και….»

το «και» ή μάλλον τη συνέχεια του δεν την άκουσε ποτέ πήγε στη μέσα κάμαρα ….Ο Θανάσης ανασήκωσε τους ώμους και βγήκε

«Ίντα διάολο τση ρέχτηκε το Νικολιό;»
κι αυτή ούτε που τ’ άκουσε…

Από κείνη τη μέρα είχανε να πούνε σε υστερότερο χρόνο- από κείνη τη μέρα η Πέρσα χάθηκε. Όχι, στην κυριολεξία. Δεν πήγε πουθενά. Δεν έφυγε, δεν απομάκρυνε τον εαυτό της από τον κόσμο
Ο κόσμος έφυγε απ’ αυτήν. Ένα περίεργο πράγμα αλλά να! Ο ίσκιος της κρεβατίνας σταμάτησε να φιλοξενεί το γυναικόκοσμο. Σαν να τα χαν πει πια όλα, να χαν αποσωθεί λέει τα λόγια και η απογευματινή σύναξη εκεί δυο βήματα από την πλατεία να ταν περιττή.

Στην πραγματικότητα πρώτος έφυγε ο Χαρίδημος. Είχε μέρες που μια κατήφεια είχε πέσει. Το ραδιόφωνο δεν ακουγόταν και το Σάββατο, ο Χαρίδημος έμεινε μέσα. Πρέπει όμως να πινε μοναχός του γιατί πρώτη φορά ακούσαμε το Νικολιό δυνατά να του λέει «Δε σου παραπιάνω. Μεθυσμένος είσαι…» μα ο Χαρίδημος φώναζε πολύ αν και δεν καταλαβαίναμε τι έλεγε μπερδεμένα τα λόγια του μόνο μια φορά ακούστηκε το όνομα Πέρσα κι ύστερα χτύποι. Κανείς δεν κινήθηκε…. Ένα βήμα πιο κει να κάνει να δει μη και χτύπησε κανείς μη και…. Στεκόμαστε με την ανάσα πιασμένη κι ίσως να ξημερώναμε μα είπε η μάνα «άντρες είναι πρέπει να ξεθυμάνουν πάμετε να κοιμηθούμε.»
Κι ως φαίνεται κοιμήθηκα γιατί ούτε πήρα είδηση πως ο Χαρίδημος έφυγε. Μα αυτή δεν είναι η σωστή λέξη. Εγκατέλειψε το σπίτι μας θα πρεπε να πω μα πιο σωστά όχι, πάλι εμάς μα το Νικολιό.
Και κείνος μας απόφευγε. Για πρώτη φορά δεν μας καλούσε στο σπίτι, δε γελούσε. Βαρύς έμπαινε βαρύς έβγαινε. Ώσπου ένα βράδυ ήρθε ο πατέρας και του μίλησε. Τι είπανε δεν έμαθα. Μόνο την άλλη μέρα η κάμερα άδειασε.
Έφυγε και το Νικολιό χωρίς κι αυτός να μας αποχαιρετήσει. Τι στο καλό πάθανε όλοι με μιας;
………………………………………………………………………………………..
Πεθαίνοντας η μάνα μου μάζεψε τόσον κόσμο ως να τανε πρόσωπο απ’ αυτά που τα λένε επώνυμα και δεν έμεινε κανείς να μην έρθει να την αποχαιρετήσει. Και οι περισσότεροι άγνωστοι σαν τον οδοκαθαριστή που η καλημέρα της του γλύκαινε τη μέρα (ως είπε)….
Μέσα στο χαμό του κόσμου που να τους βάλεις που να καθίσουν απέναντι στην εξώπορτα στεκόμουν μα με την πλάτη στραμμένη

«Έφυγες κι άδειασε ο κόσμος μου κερά μου…»

Γύρισα. Μια γυναίκα ακουμπισμένη στο κάγκελο της βεράντας. Περασμένη σε χρόνια. Μικρόσωμη. Ποια ήταν; Το μοιρολόι γιατί;

Πλησίασα ως όφειλα.
«Μαιρούλα, παιδί μου…..», είπε κι ένα δυσλειτουργικό κορμί έκανε με κόπο δυο βήματα προς το μέρος μου….Κι έπεσε, σχεδόν πάνω μου, σε μια προσπάθεια να μ’ αγκαλιάσει κάνοντάς με να σκεφτώ πως παρότι η δική μου η μάνα κοιτόταν νεκρή, εκείνης η θλίψη φαινόταν τουλάχιστον με πιο έντονο τρόπο.

Φάτσες δε θυμάμαι. Δύσκολα συγκρατώ χαρακτηριστικά στη θύμησή μου. Για να συμβεί πρέπει κι άλλοι παράγοντες να συνομολογούν σ’ αυτό.
Κι εκείνη η γυναίκα φαινόταν γνώριμη ενός κόσμου ή μιας εποχής ολότελα χαμένης. Πού να ψάξω να τη βρω….
Τέτοιες δύσκολες στιγμές ένας μου εαυτός ως εν εγρηγόρσει ή εν επαγρυπνήσει τελών, θυμάται και αναγνωρίζει. Με γρήγορες, σχεδόν αστραπιαίες κινήσεις ξεθάβει θυμητάρια, τα ξεσκονίζει και τα επαναπροβάλει.
Αυτό έγινε και τώρα και χωρίς να το θέλω ένοιωσα να ανταποκρίνομαι στο αγκάλιασμα και συγκινημένη…..
«Πέρσα! Πέρσα! Πόσο μου έλειψες!»
Λες κι είχε πάει απλά ταξίδι και δεν είχε περάσει ένα ποτάμι ζωή ανάμεσό μας.
Μείναμε να χύνουμε δάκρυα, εκείνη μια μικροσκοπική γερασμένη στραπατσαρισμένη φιγούρα κι εγώ πια γυναίκα στην ακμή της να την περνώ ένα κεφάλι
«Μαιρούλα μου…. Κοριτσάκι μου….»

Ακριβώς, γιατί κλαίγαμε ούτε ξέρω. Κι αν ήταν για τη μάνα μου ή για όλα όσα χάναμε κάθε μέρα αναντικατάστατα.
Αρχίσαμε να τα λέμε πιο πολύ εκείνη ρώταγε….. Τα δικά μου τα ερωτήματα δεν κατάφερναν να βρουν δρόμο, να βγουν από το στόμα. Σκόνταφταν στο «Θυμάσαι;» που όλο πεταγόταν στη μέση …..

Πότε τελειώνουν ή μάλλον πότε αρχίζουν τα «θυμάσαι;» αυτό πολύ με παιδεύει ….
…………………………………………………………………………………………..
Το βράδυ φάνηκαν κι οι δυο παλιοί νοικάρηδες, ο Χαρίδημος με το Νικολιό. Ο Χαρίδημος σχεδόν ίδιος είχε απομείνει. Ένας μπεκιάρης μακρυκάνης, λιγνός, ίδια διστακτικός και ντροπαλός. Το Νικολιό οικογενειάρχης (η γυναίκα του ως έμαθα του ριχνε ενάμισι κεφάλι), είχε βαρύνει απ’ τα κιλά και τα χρόνια. Είχε γίνει δυσκίνητος τα μαλλιά του γκριζάρισαν κι αραίωσαν… Κοντύτερος μου φάνηκε μα ίδια αγαπησιάρης μ’ αγκάλιασε δίχως να υπολογίσει την αυστηρή ματιά του φίλου του.
Κάτσαμε για λίγο μαζί να τα πούμε. Να ενώσουμε το παλιό νήμα κι όλο το Νικολιό μιλούσε κι εντύπωση μου έκανε που ρωτούσε ως να μην ήμουν εγώ που είχα φύγει κι είχα αποκοπεί αλλά εκείνος που αν και δεν έμενε πολύ μακρια λες κι είχε μετοικήσει σε άλλη χώρα και είδηση δεν είχε πάρει για όσα είχαν διαδραματιστεί.

Και κάποια στιγμή πήγα να σηκωθώ να χαιρετήσω κι άλλους -ο κόσμος δεν είχε σταματήσει να ρχεται- μου πιασε το χέρι
«Η Πέρσα;» ρώτησε
Και μου φάνηκε πως και των δυο τα μάτια με κοίταζαν μ’ αγωνία την απάντηση προσμένοντας.
«Ήρθε» είπα. «Ήρθε νωρίτερα»
Έγινε σιωπή. Ή εγώ έτσι την ένοιωσα.
«Παντρεύτηκε» συνέχισα. «Έχει κι ένα γιο……»
Σαν να είδα την ανακούφιση και στους δυο. Το Νικολιό μου άφησε το χέρι ως να τελείωσε η υποχρέωσή μου.

Απομακρύνθηκα κι ας μην είχα τελειώσει την κουβέντα μου για τα νέα της που η ίδια είχε αποφύγει να μου πει μα η αδερφή της μου εμπιστεύτηκε.
«Ε, τη μαύρη Πέρσα! Ο άντρας τση γέρος και κακός τση ψηνε το ψάρι στ’ αχείλι…. Ένα κοπέλι έκαμε κι αυτό όλο σεληνιάζεται…. Και να χε παίρνει τα φάρμακά του οχιάλως….. μα αυτό είναι ανεμοκόπελο δε τση φρουκάται και α τηνε φάει ο καημός του…»

Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

Άτιτλο

Και ύψωσα το μπόι μου
Ένα πενήντα ολόκληρο
Κι είπα
τ’ αστέρια
Θα τα φτάσω

Είπανε
Τα χέρια μου δεν ήταν
-λέει-
Καθαρά
Διαμάντια ν’ ακουμπάνε

Γέλασα
Θεέ μου πόσο γέλασα
Μα πως δε βλέπετε
λοιπόν….

Το δέρμα μου είναι
μόνο

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

Άτιτλο

Μια νέα γυναίκα μπαίνει στο σπίτι
με τον αέρα του οικείου φορεμένο

Δεν την ξέρω

«Εγώ περιμένω την κόρη μου»

Η γυναίκα ανοίγει
Ντουλάπια και συρτάρια
Ξεθάβει μυρωδιές και εικόνες

«Μην αγγίζεις ανήκουν
Μόνο στην κόρη μου»
θέλω να φωνάξω....

Πνίγομαι

Η γυναίκα έχει αμυδρά
γνώριμη φωνή
Σχεδόν φοβάμαι....
Με πλησιάζει

«Γεια σου, μαμά» λέει
Φιλώντας με

Εμένα η κόρη μου είχε κορδέλες
Στα μαλλιά και δυο αστέρια μάτια
Εσύ ποια είσαι κάνω να ρωτήσω


Βλέπω τα χέρια μου
Την αγκαλιάζουνε
«Άργησες, κόρη μου»,
Της λέει η φωνή μου

Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

Ισορροπία


Η ζυγαριά ισορροπεί. Βάζω στο τάσι πόνο ή πίκρα να πληρωθεί η χαρά.
Βάζεις και συ στο άλλο τάσι
(να τανε λέει το δικό σου τίμημα για τη δική μου θλίψη….)


Σ’ αρέσει όπως τραγουδώ; Ναι, δίκιο έχεις. Το αποφεύγω μάλλον γι’ αυτό και δεν έτυχε να με ακούσεις άλλη φορά κι ας έχουμε κάνει τόσες φορές παρέα κι ας τύχαινε να λέγονται τραγούδια κάποιες φορές….
Μην είσαι υπερβολική… άκου μαγική φωνή! Απλώς …απλώς….πως να στο πω σαν να μπαίνω λέει μέσα στους στίχους του ……………………………………………………………………
Φυσικά και δεν το χα κρυφό….
Και μια και το φερε η κουβέντα….
Τραγουδούσα κάποτε για λίγον καιρό σε μαγαζί….

Φυσικά μη φανταστείς πίστες, λουλούδια και τα παρόμοια….. εγώ…. Ήμουν εκεί για το τραγούδι…. Ούτε για να δείξω μπούτι ή στήθος…

Τον καιρό που σπούδαζα κάναμε ένα τρίο μαζί με άλλους δυο. Αυτοί παίζανε και τα όργανα. Πλήκτρα και κιθάρα ο Θωμάς, μπουζούκι ο Στράτος.


Είχαμε επιτυχία. Ο κόσμος ερχόταν να μας ακούσει. Ήτανε η εποχή των μπουάτ. Ξέρεις του χαμηλόφωνου τραγουδιού και το δέσιμο τριών ατόμων που δεν είχαν ακόμα επαγγελματική σχέση με το τραγούδι άρεσε. Ο Θωμάς ήταν υδραυλικός, ο Στράτος χασάπης κι εγώ μια μελλοντική γιατρός. Μας βρίσκανε ενδιαφέροντες.
Μέχρι που – αυτό κι αν είναι συνηθισμένο- Μέχρι που γνώρισα τον έρωτα. Το πάθος πες καλύτερα.
Ένα βράδυ ήρθε ένας νεαρός βουλευτής με την παρέα του. Γοητευτικός.
Ξανάρθε και το επόμενο.
Και το μεθεπόμενο.
Τον Ερωτεύτηκα. Μια σχέση στο κόκκινο. Κοινότυπο μα δεν ξέρω πως αλλιώς να το πω …
Δεν ξέρω αν θα τη ζούσα με τέτοια ένταση αν δεν ήμουν σ’ αυτό το χώρο. Αν δεν έβγαινα κάθε βράδυ να γίνω τραγούδι. Έτσι μου έλεγε «γίνεσαι, ντύνεσαι, τραγούδι». Και μήπως δεν ήταν ντυμένα όλα με υπερβολή; Από τα ρούχα, τις κουβέντες, τις κινήσεις …. Τα αισθήματα θα γλίτωναν;
Άρχισα να μην είμαι συνεπής στο μαγαζί.
Ήθελα να το ζήσω. Καταλαβαίνεις; Αυτό και τίποτ’ άλλο. Τίποτα δε μ’ ένοιαζε. Ο Στράτος κι ο Θωμάς συνέχισαν μόνοι τους για λίγο μα το αφεντικό τους έδιωξε γιατί αντί να το γεμίζουν το άδειαζαν το μαγαζί
Δε μου κράτησαν κακία. «χαλάλι για μιαν αγάπη» μου πεν ο Θωμάς μια μέρα που τον είδα. Γύρισαν στις δουλειές τους…. μπορεί να ταν και καλύτερα. …
Εγώ ζούσα τον έρωτα. Όλες τις χρωματικές του αποχρώσεις, τις έντονες. Και καμιά φορά δεν ήμουν σίγουρη πως τα ζω. Μήπως μια άλλη είχε πάρει τη θέση μου….Ίσως ήμουν όχι σε όνειρο αλλά αλλού. Αυτό το αλλού που δεν ξέρω αν όλοι το επισκέπτονται και πόσες φορές μα υπάρχει και γω το είδα κι αφού το ζούσα τα άλλα είχαν χλωμιάσει.
Τέλος πάντων. Όπως καταλαβαίνεις όλα τ’ άλλα είχαν χαθεί. Φίλοι, γνωστοί, η σχολή, το τραγούδι…
Σταμάτησα να τραγουδώ.

Κάποιοι μπορούν να κάνουν πολλά πράγματα μαζί. Να αγαπούν και να μισούν ταυτόχρονα. Να κάνουν έρωτα και να εμπορεύονται. Να δημιουργούν και να πουλούν την ψυχή τους.
Άλλοι ούτε ένα καλά καλά. Πέφτουν με τα μούτρα και ή χάνονται εξαφανίζονται ή ανυψώνονται.
Δύσκολο να κρατείς ισοζύγιο. Να ισορροπείς ανάγκες και αναγκαιότητες. Να υπάρχεις και να υπάρχουν κι όλα γύρω σου. Να μην τρώγεσαι και να μη γίνεσαι αδηφάγος.
Η γη γυρίζει. Ολοένα γυρίζει. Περιστρέφεται αέναα. Σε ορισμένη τροχιά. Ορισμένη φορά.
Μπορείς να πας αντίθετα στη νομοτέλεια;


Ταξιδέψαμε πολύ. Ούτε θυμάμαι πού. Κάτι εικόνες έχω κρατήσει. Ανατριχίλες. Το πάρκο με τα έργα του Βίγκελαντ στο Όσλο. Αυτές οι χοντροκομένες μορφές οι γεμάτες ανθρώπινα πάθη, πλεγμένες χεροπόδαρα …
Έτσι ήμουν κι εγώ; Μια φιγούρα σφιχτοαγκιστρωμένη πάνω σε κάποιον που τον ρούφαγα και με ρούφαγε; Μέχρι πού; Ίσαμε το μεδούλι;
Ήταν καλοκαίρι και οι νύχτες στο βορρά έχουν φως. Απίστευτα πολύ φως. Τι να μείνει όρθιο….
Γυμνώθηκε το μυαλό κι άρχισε να θυμάται.
Να χτυπιέται και να πονάει. Να φέρνει άλλες εικόνες ντυμένες με γλύκα με μυρωδιές απαλές μιαν οικειότητα που εγκαταλείφθηκε. Με πρέπει. Πολλά. Όσα ακριβώς και τα θέλω.
Δεν τραγουδάς πια μου πε σχεδόν έκπληκτος ένα πρωί. Με κοίταξε αλλιώτικα και θυμήθηκε ξαφνικά τα επείγοντα τηλεφωνήματα που έπρεπε να κάνει
Έπρεπε;
Ναι και φυσικά έπρεπε.
Ήταν τρεις το πρωί και το φως μας χτυπούσε ανελέητο. Τίποτα δε γινόταν να κρυφτεί. Ούτε καν το πρόσωπό του.
Έφυγε. Δίχως λέξη.
Εκείνη τη μέρα
κοιμήθηκα. Ώρες πολλές. Δίχως όνειρα δίχως εφιάλτες.
Γύρισα πίσω.
Προσπάθησα να τον δω. Να καταλάβω ή να του εξηγήσω …..είχα μπερδευτεί τόσο …. Έφταιγα;
Είχε μια δεινή γλώσσα. Αν και δε χρησιμοποίησε λόγια αιχμηρά για μένα δεν ξέρω πως…. αυτό που εισέπραττα ήταν πως το λάθος ήταν δικό μου. Ακριβώς τι σφάλμα είχα κάνει αγνοούσα αλλά ναι, το φταίξιμο με βάραινε

Προσπάθησα και συνέχισα.
Σαν να είχα κάνει ένα διάλειμμα. Σαν να μην είχα λείψει.
Δεν πένθησα.
Πονούσα όμως. Κρατούσα ένα αιχμηρό εργαλείο μέσα μου ξεχασμένο λες σε μιαν επέμβαση που δεν το χαν αφαιρέσει
Τέλειωσα τη σχολή. Για ειδικότητα πήγα στη Γερμανία. Στη Χαιδελβέργη. Εκεί ζούσε η μητέρα μου κι αυτό με βοήθησε.

Γνώρισα τον Μπάμπη την παραμονή που θα φευγε. Θα παιρνε μέρος σε αποστολή με μια μη κυβερνητική οργάνωση κι ήθελε να αποχαιρετήσει τους φίλους του. Ήπια λίγο. Μου φαινόταν ένας ονειροπόλος πραγματιστής. Τραγούδησα. Ομορφαίνεις το τραγούδι μου είπε. Θα σε βρω άραγε όταν γυρίσω; Φαινόταν να ταν η σκέψη του μα την είπε δυνατά

Φεύγεις φεύγω φεύγει φεύγουμε φεύγετε φεύγουνε ….
Αυτό γίνεται. Συνέχεια και συνέχεια. Να αφήσουμε το πίσω για να πάμε μπροστά. Ή αλλού. Στο αλλού. Ή στο πουθενά. Μέχρι να γίνει κύκλος και ρθει η ώρα του οίκαδε. Εκεί που πρέπει και να μας ανταμώσουμε. Και στην επιστροφή παρακαλούμε να μη δει κανείς τα σημάδια του δρόμου, κανείς να μη ρωτήσει κάποιος να ναι εκεί ν’ ανοίξει την πόρτα που ενώνει. Το χθες με το τώρα και μπορεί και το αύριο
Να κρατά ένα ποτήρι νερό και να πει.....
πιες!


Όχι, πως τον περίμενα-ένα βράδυ όλο κι όλο τον είχα δει- αλλά μάλλον τον είχα κρατήσει κι όταν γύρισε ο τρόπος του μου φάνηκε οικείος.
Σαν να γνωριζόμαστε πολύν καιρό. Να χαμε χαθεί και τώρα ανταμώναμε. Ίσως γι’ αυτό και γελούσαμε πολύ. Ένοιωθα μιαν αλαφράδα…..
Ύστερα μ’ απορροφούσε και η δουλειά. Δούλευα πολύ. Διπλές εφημερίες καμιά φορά, αλλά είχα έναν σύντροφο. Με κοίταζε και ήξερα πως αυτά τα μάτια ήταν εκεί για μένα. Με βλέπανε και με αγαπούσανε. Ήσυχα και φυσικά. Σαν το νερό που ρέει.
Παντρευτήκαμε.
…………………………………………………………………………………………..
Ήρθε στο γάμο μου. Δεν ξέρω πως το έμαθε πως τα κατάφερε ποιον είχε φίλο κι ήρθε. Στεκόταν απέναντί μου στην εκκλησία και με κοίταζε. Νόμιζα πως ό,τι έβλεπα το νόμιζα μόνο. Ό,τι έβλεπα ήταν ένα φάντασμα που ήρθε εκδικητικό –μα γιατί;- να μου κλέψει το γέλιο που άνθιζε –επιτέλους άνθιζε – στη ζωή μου. Θα με θυμάσαι μου είπε. Ποτέ δε θα ξεχάσεις και μου τα είπε φιλώντας με. Όταν με χαιρετούσε για να ευχηθεί.

Δεν υπάρχει δικαιοσύνη…… δεν υπάρχει δικαιοσύνη……

Τι είχε μείνει μέσα μου; Μαχαίρι; Μαχαίρι δίκοπο που με μάτωνε;
Κι αν έβγαινε το αίμα; Αν έβγαινε απ’ το στόμα τα μάτια τα ρουθούνια αν έβγαινε και χυνόταν κόκκινο βαθύ κόκκινο ποτάμι. Τότε; Θα πνιγόμουν στην πορφύρα του;

Μπορείς να διαγράψεις όσα σε πειράζουν; Τα λόγια αγκάθια που πληγώνουν..... μολυβένιες γραφές να σβήσεις;

Ήρθαν τα παιδιά και όλα όπως σε όλους. Αγωνία μέχρι να μεγαλώσουν, γέλια τρυφερά και γεμάτα καμάρι, η δουλειά πια σε τόνους ήπιους κι όταν τύχαινε τραγουδούσα
Μεγάλωνα ήρεμα και δίχως πολλές σκέψεις. Με ρυτίδες γέλιου και θλίψης και αγαπημένο να με επιθυμεί στο φως
……………………………………………………………………………………….

Τον συνάντησα άλλες δυο φορές. Τυχαία. Τη μια στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης. Κρατούσα το γιο μου αγκαλιά είχα σκύψει να του πιάσω ένα παιχνίδι κι όπως ανασήκωσα τα μάτια τον είδα. Ούτε που μου μίλησε. Αμφιβάλλω αν με είδε… Την άλλη συναντηθήκαμε σε μια εκδήλωση. Το αστείο είναι πως μας σύστησαν. Είπε ξερά χαίρω πολύ κι απομακρύνθηκε. Με θυμόταν καθόλου;

Οι πληγές στην επούλωσή τους έχουν χρώμα ροζ



………………………………………………………………………………………

Κι ύστερα….ξέσπασε ένα ανόητο σκάνδαλο μοιχείας στην πόλη μας και τον ανακάτεψαν. Ήμουν σίγουρη σχεδόν πως ήταν αθώος αλλά ήταν μόνο μια αίσθηση. Η δεινότητα του λόγου του δεν έφτανε να τον σώσει.
Παραιτήθηκε από τη βουλευτική του ιδιότητα κι έφυγε -κατά δήλωσή του- αηδιασμένος-, κάπου στην Αγγλία νομίζω.

Η δικαιοσύνη νομίζω πως είναι μια από τις πιο παρεξηγημένες έννοιες…. Ναι…. Ναι… κι ας φαίνεται απ’ τις πιο ξεκάθαρες
Λέμε δικαιοσύνη κι έχουμε στο νου τη δική μας δικαίωση. Τη δική μας πληγωμένη αποκατάσταση. Την επανόρθωση. Την επανένταξή μας στον κόσμο που χάσαμε στην πρώτη μας θέση ίσως και σε μια ενίσχυσή της….
Συμβαίνει ποτέ; Αναρωτιέμαι
Για το μόνο που είμαι σίγουρη απόλυτα σίγουρη είναι η ύπαρξη μιας ισορροπίας σ’ αυτή τη ζωή. Κι αυτό το ισοζύγισμα είναι η δικαιοσύνη
Κι αυτό με ησυχάζει. Όχι γιατί οι κακοί θα τιμωρηθούν μα γιατί υπάρχει αρμονία και οι εγκοπές λειαίνονται. Έστω κι αν όχι τα πανσέληνα βράδια
Η γη γυρίζει
μ’ ένα τσούρμο ανθρωπάκια να τρέχουν ασταμάτητα αγχωμένα θυμωμένα απογοητευμένα……
Εδώ είναι όλα.


Ένοιωθα μια περίεργη ανακούφιση. Δεν ήταν χαιρεκακία. Δεν ήθελα να του συμβεί τίποτα κακό.
Μα το σύστημα δούλευε
Κι αλάφρωσα

Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

Κορίτσια.........

Τα βράδια πηγαίναμε να κοιμηθούμε στα πάνω δωμάτια. Σαν τελευταία κίνηση απόλυτα απαραίτητη κίνηση να κλείσει η μέρα, να τελειώσουν οι αναγκαίες ζωτικές, βάζαμε πριν το δίσκο στο πικάπ. Ένα παλιό ταξιδιάρικο δίσκο χωρίς λόγια. Μόνο μουσική.
Απαραίτητη για να να ξεδιπλωθούν τα όνειρα, ν’ ανοίξουνε πανιά,
μέσα στα πνευστά και στα έγχορδα, στα πλήκτρα του πιάνου

Πού ονειρεύεσαι να πας; Έχεις χαθεί, το ξέρεις; Δεν έχει δρόμο εδώ. Μην ξεγιελιέσαι απ’ τον ορισμό που δίδουνε οι λέξεις….

Ο δίσκος τελείωνε γρήγορα. Τριάντα τριών στροφών και πέρναγε αστραπή. Πού να προλάβουν να στηθούν και να ντυθούν πύργοι και κάστρα. Δρόμοι και μονοπάτια αχάραχτα…. Κατέβαινα ξανά και ξανά να τον βάλω απ’ την αρχή γιατί τα κοριτσίστικα όνειρα μόλις ξεκινούσαν το ταξίδι κι έπρεπε να κρατήσει

Φορώ ένα φουστάνι κόκκινο. Κόκκινο και γαλάζιο. Πες μου αν είμαι όμορφη….

Τα κορίτσια … τα τρία κορίτσια γυναίκες με τα συμβολικά τους αρχαιότροπα ονόματα, τα δηλωτικά, διψασμένα, με τη σκόνη από τους παλιούς τοίχους να φράζει πόρους της ανάσας
Τα βαμβακερινά τους νυχτικά, πανιά αέρινα τα κράταγαν χαμηλά
Πώς και πού να τα ταξιδέψουν;

Η μέρα του μεγάλου πάθους κι αν ήρθε δεν την κατάλαβα. Πορνευόμουν την άγνοια και τη χαρά που τη βάφτιζα λύπη

Μιλούσαν στην αρχή. Ώρα πολλή. Για διάφορα μικρά. Ή για σπουδαία. Και γω φοβόμουν μη με δουν και σταματήσουν. Σχεδόν αθέατη, σχεδόν ανύπαρκτη κλεισμένη στη σιωπή έμενα, για να μπαίνω μες στον κόσμο το θηλυκό που ήταν η μοίρα μου….

Τρυπώνει στην ανάσα μου η αλήθεια που φοβάμαι. Τρέχω να της ξεφύγω. Τρέχω κι η νιότη μου με κυνηγά με χρώμα κόκκινο βαμμένη

Ύστερα έπαυαν
Έμεναν στη σιωπή. Να πουν τις άλλες κουβέντες. Τις άηχες. Και δεν άκουγα παρά τη ρυθμική τους ανάσα να παίζει κρυφτό με την επιθυμία.
Τότε ακόμα είχε όνομα γήινο.

Να χόρευα στη μεγάλη πλατεία και να ταν ο χορός της φωτιάς….. τρία μερόνυχτα θα χόρευα με τα πόδια μου γυμνά


Ο ύπνος τις έπαιρνε αργά. Την ώρα που τ’ αεράκι σπλαχνιζόταν και τρύπωνε ανάμεσα απ’ τις γρίλιες –είχαμε παραθύρια με ξύλινα παντζούρια τότε- και δρόσιζε τα κουρασμένα μέλη τόσο που είχαν καταβληθεί να μάχονται. Κι αφηνόμουν και γω στο Μορφέα κι ούτε τις άκουγα πια πότε ξυπνούσαν. Πότε έβαζαν το άλλο τους το πρόσωπο, πότε έφευγαν….

Σου το χω πει να μην κοιτάς εδώ… λείπω και δεν το ξέρεις. Τη νύχτα να με θυμηθείς. Ακόμα πλέκω. Όνειρα μ’ άφησες παραγγελιά κι ακόμα πλέκω….

Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2010

Η γραφίδα


Σαλιγκάρι διατρέχει
κάμπο λευκό
Η γραφίδα

Λέξεις αποδείξεις
Χνάρια αφημένα

Φωνήεντα
Σύμφωνα
Στίξης σημεία

Ανάμεσα τους
Υποδόρια έρπει

Η ανάγκη

Της σεισάχθειας

Σάββατο, 14 Αυγούστου 2010

Τον καιρό των αμπελιών 3

Τον καιρό εκείνο είχαμε δυο συκιές. Τις ξέρεις τις συκιές; Απαίσιο δέντρο μα την αλήθεια …..
Ούτε να κάτσεις στον ίσκιο της σ' αφήνει έτσι που αναπτύσσεται ασουλούπωτα, ούτε να σκαρφαλώσεις και να κρυφτείς στο φύλλωμά της μπορείς, κι όσο για να κόψεις τα φύλλα της…. Καλύτερα να το ξεχάσεις….. Απορία το χω ….οι πρωτόπλαστοι πως το κατάφερναν και περιφέρονταν ανενδοίαστα με το συκόφυλλο... δεν τους έκαιγε το γάλα της;

Ο καρπός όμως... αχ, ο καρπός………Όλα τα λεφτά. Όχι απλά γλυκός…. μελένιος. Να τον βάζεις στο στόμα σου και να ευφραίνεσαι από τη νοστιμιά. Να φεύγεις και να ταξιδεύεις με τον ουρανίσκο οδηγό μες στην ευφορία……….

Τον Αύγουστο- περί τα τέλη του- τον καιρό του τρύγου στα μέρη μου, οι συκιές μας έτοιμες μας περίμεναν ή μάλλον περίμεναν τις τρυγήτρες και τους κουβαλητάδες για να τις δρέψουν. Εγώ ήμουν τόοοσο μικρή που δεν πιανόμουν.

Και μια χρονιά ανάμεσα στις τρυγήτρες ήτανε και μια τσαχπίνα μελαχρινούλα που τη λέγανε Στέλλα. Κι ήτανε κι ένας κουβαλητής, ο Βλαδίμηρος, που όλο μαντινάδες έλεγε που την έκαναν να κοκκινίζει από ευχαρίστηση. Και όλοι να κακαρογελούν λες τους γαργαλούσαν

Να τα χαρώ τα μάθια σου
Τα μαύρα τα μεγάλα
Όπου σταλαματίζουνε
Το μέλι και το γάλα


Και φτάσαμε κοντά στη συκιά κι αναστέναξεν η Στέλλα αναζητώντας τον πλούσιο καρπό.
«Να χεν έχωμε δα δυο σύκα….»Και είπε ο Βλαδίμηρος
"Επαέ κάτσε Στελιανή, και γω θα τα φέρω "

Εννοούσε θα σου φέρω αλλά ε, ας κρατήσουμε τα προσχήματα...
Έκατσε η Στελιανή πάνω σε μια πέτρα όλο νάζι και τσακίσματα φωνής
Και «αχ, τι ζέστη» και «αχ, τι κούραση» και..."Παναγία μου! Παναγία μου! Μάνα μουουου!"
Και "ίντα ναι Στελιανή, ίντα ναι….."

Κι αυτή να μη θέλει να μιλήσει μα ο πόνος το ξεμασκάρωσε γιατί ο σκορπιός που την δάγκωσε, την έκανε να χτυπιέται αλλόφρων και οι άλλοι επίσης από τα γέλια. Γιατί αυτό έτσι είναι άλλος πέφτει και χτυπά κι άλλος βλέπει και γελά.

Γκρεμοτσακίστηκε ο καημένος ο Βλαδίμηρος, και σκορπίστηκαν τα σύκα και είπανε πως της έκανε γιατρικές για να της βγάλει το δηλητήριο.
Και την άλλη μέρα η Στελιανή δεν ήρθε
Ήρθε μόνο ο Βλαδίμηρος με μια μαντινάδα αυτοπαρηγοριάς

"Σώπα καημένη μου καρδιά
σώπα και δεν πειράζει
κι αύριο θα τη φέρουμε
τη Στελιανή στου Γάζι"

Πέμπτη, 12 Αυγούστου 2010

Τον καιρό των αμπελιών2

Σου χω πει πως ήμουν η χαϊδεμένη του σπιτιού μου; Όχι;
Ε, ναι…. Κι αυτό δεν είναι δυσεξήγητο…
Γεννήθηκα, βλέπεις, μετά από χρόνια θανάτων, πόνου και φτώχειας. Γεννήθηκα στις καλές μέρες. Έφερα το τραγούδι και το γέλιο στο σπίτι και γι’ αυτό με πρόσεχαν σαν το πολυτιμότερο όλων…
Δηλαδή γι’ αυτό λέω πως με κανάκεψαν τόσο, πράγμα όχι και το πιο συνηθισμένο για κείνη την αυστηρή εποχή
Και νοιώθω ακόμη γεμάτη έτσι όπως πάντα θυμάμαι
και προσεχτικά κουβαλώ τα όμορφα μου πράματα και τις γλυκές μνήμες.

Και οι μέρες του τρύγου από τις πιο αγαπημένες θύμησες

Αύγουστος μήνας. Από της Παναγίας και μετά η γειτονιά άδειαζε. Μια μια οι φαμελιές μετακόμιζαν στ’ αμπέλια για τη σοδιά της χρονιάς. Μαζί μ’ όλους και μεις. Μα δε θ’ απαριθμήσω τώρα όλες τις προετοιμασίες…. όλη την ευχάριστη αναστάτωση. Άλλωστε «θέρος τρύγος πόλεμος»….
Έτσι δε λέγανε;

Κι ύστερα …. Τι να σου πρωτοπώ….
Να πυρώνει ο ήλιος να λαλάνε τα τζιτζίκια τρελαμένα και να πλημμυρίζουν τ’ αμπέλια γέλια και φωνές και τραγούδια… και κατεβατά από την Γκόλφω…Και τα βράδια …Τι ιστορίες τι ανέκδοτα.. Παραμύθια ακόμα ακόμα. Ξέρεις πως θυμάμαι ένα ολόκληρο παραμύθι από τότε; Θύμισε μου να στο πω κάποια φορά….
Από ένα άλλο που θα ταν μάλλον μια Κρητική παραλλαγή της Σταχτοπούτας θυμάμαι τον τίτλο μόνο. «Αθοκουτάλη» Έτσι λεγότανε…
Ωραία.. ωραία ήτανε…Με ανατολές …. Ποτέ σου δεν θα δες τέτοιες βασιλικές ανατολές
και νυχτιές για όνειρα …. αστερόεσσες νύχτες
………………………………………………………………………………………
Η πρώτη δουλειά του πατέρα μου ήτανε να φτιάξει με χοντρό σκοινί μια κούνια για μένα. Και τώρα βέβαια σκέφτομαι πως μάλλον δε θα ταν η πρώτη του κίνηση- μα πιστεύεις- εγώ είχα ακλόνητη αυτή την πεποίθηση πως ο γλυκός μου πατέρας πρώτη έννοια είχε να φροντίσει την αγαπημένη του θυγατέρα
Ας είναι…
Έφτιαχνε, λοιπόν την κούνια κι ο κάθε κουβαλητής είχε υποχρέωση να δώσει μια σπρωξιά… Τους καημένους… τι δεν τράβηξαν από μένα…. Έτρεχα γρήγορα γρήγορα να μπω κρυφά στο κοφίνι τους, μόλις άδειαζαν από τα σταφύλια και να με κατεβάζουν στ’ αμπέλι πάνω στον ώμο!
Μα τανε τόσο γλυκείς όλοι τους …..Ποτέ δε γκρίνιαξαν.
Είχαμε μια φορά κι ένα δάσκαλο – αδιόριστο προφανώς – κρυφά ερωτευμένο με τη μεγάλη μου αδερφή. Και λέω κρυφά γιατί ποτέ δεν τόλμησε να το μολογήσει. Μόνο μια φορά της έδωσε ένα βιβλίο με μια μαντινάδα μέσα όλο καημό και πάθος, για τον ανομολόγητο έρωτα, μα αλήθεια ήταν κατόπιν εορτής…
Αυτός, λοιπόν μου φτιαξε ένα τετράστιχο που έλεγε κάπως έτσι
«Να τηνε τη Μέρη
που δεν έχει ταίρι
ούτε στο Μυλοπόταμο
ούτε στα πέρα μέρη»
Και το χαν πάρει όλοι και μου το λέγανε όπου και να πήγαινα…..
…………………………………………………………………………………..
Και ο καιρός καταλυτής επέρασε ξανά και χάθηκαν οι μέρες των αμπελιών και στη μεταφορά και στην κυριολεξία αφού επιδοτήθηκε η απαμπέλωση της περιοχής και έφτασε εποχή που δεν είχαμε σταφύλι δικό μας ούτε για δείγμα.

Σ’ αυτή τη ζωή όμως, καμιά φορά, έρχονται και σε συναντούνε, οι μέρες του παρελθόντος, εκεί που δεν το περιμένεις

Είχα πάει στον αρραβώνα μιας μικρανιψιάς όταν ένας άγνωστός μου έμεινε να με κοιτά εξεταστικά κι ύστερα φωτίστηκε το πρόσωπο του και φώναξε
«Βρε! Εσύ είσαι η Μέρη
Που δεν έχει ταίρι
Ούτε στο Μυλοπόταμο
Ούτε στα πέρα μέρη;»

Τρίτη, 10 Αυγούστου 2010

Τον καιρό των αμπελιών 1

Ας αλαφρύνει λοιπόν το κλίμα με μνήμες γλυκές κι αγαπημένες απ' τους Αύγουστους των παιδικών μου χρόνων



Τον καιρό των αμπελιών, είχαμε ένα Μετόχι. Έι …. Μη φανταστείτε τίποτα φάρμες και παρεμφερή….. κονάκια τσιφλίκια και τα παρόμοια…
Τίποτα …τίποτα από όλα αυτά… Ένα αμπέλι είχαμε δυο – τρία στρέμματα –ναι, τόσο απέραντο- μ’ ένα σπιτάκι μέσα.
Όλο κι όλο ένα δωμάτιο, μα ήταν όλα τα λεφτά που θα λέγανε οι σημερινοί, νεολαίοι και μη.
Πρώτα πρώτα είχε φούρνο δίπλα (δικό του εννοείται) που φτιάχναμε όλο το ψωμί του Αυγούστου. Όπου Αύγουστος λέγοντας συμπεριλαμβάνονταν όλες οι μέρες του τρύγου και του μαζέματος της σταφίδας κι ας ήταν και Σεπτέμβρης πια….
Και για να μην απορείτε σχετικά με το ψωμί, το έκανε η μάνα μου παξιμάδι κι έτσι τρωγόταν όλο τον καιρό.
Απ’ έξω είχε πατητήρι με εικόνες ακόμα ζωντανές από γυμνόποδους άντρες να πατούν τα λοήσιμα σταφύλια και μυρωδιές μούστου. Ακόμα τόσους αιώνες μετά….
…και το πιστεύετε; Το μόνο γλυκό που δεν μπορώ να δω ν’ ακούσω, να γευτώ….είναι το γλυκό σταφύλι Σαν να μαι λέει, τόσο γεμάτη που δεν μπορώ άλλο….
Ένα πηγάδι πετρόχτιστο μας ξεδίψαγε την ώρα του κάματου και μπροστά, μια γούρνα πέτρινη κι αυτή.

Μα το πιο πιο σπουδαίο, ήταν ένας γιγάντιος πεύκος που σκέπαζε όλο το σπίτι και την αυλή. Το «πεύκο ευλογημένο πεύκο» στα ψηλά βουνά του Παπαντωνίου για το δικό μας λες γράφτηκε…. Και θροΐζανε οι πευκοβελόνες και φέρνανε μηνύματα τ’ ανέμου.. Αχ, να τ’ ακούγαμε…

Και μπροστά στο σπιτάκι οι κήποι. Τρεις κιόλας. Οι δυο απ’ αυτούς, τα περισσότερα χρόνια μένανε ελεύθεροι να γεμίζουνε μαντιλίδες (άγριες μαργαρίτες) την άνοιξη, να στολίζουμε τα στεφάνια της Πρωτομαγιάς. , τον ένα μόνο πολύ αχνά τον θυμάμαι να φιλοξενεί κάτι κουκιά…..
Σταθερό στολίδι στις άκριες τους δυο ροδιές. Δε θυμάμαι τους καρπούς … τα άνθια τα φλογοκόκκινα θυμάμαι… Πολύ μ’εντυπωσίαζε ο σκληρός άλικος κάλυκας… Tα ρόδια η μάνα τα φύλαγε για τους νεκρούς Γιατί έτσι το θέλει το έθιμο… H προσφορά στις ψυχές γίνεται μόνο με καρπούς της γης….
O τρίτος κήπος ήταν αγκιναρόκηπος. Γέμιζε αγκινάρες απ’ αυτές τις αγκαθωτές . και να βρίθει το σπίτι από δαύτες. Εφιάλτης μου χαν γίνει… Όταν άρχιζε ο καιρός τους με χίλιους τρόπους βρίσκονταν στο τραπέζι μας …. Και με κρέας και με κουκιά και σαλάτα βραστές και ομελέτα…. Χίλιους τρόπους σας λέω και δεν υπερβάλω. Εγώ έτσι μίζερη που ήμουν (στο φαΐ) ούτε να τις δω… Έπρεπε να μεγαλώσω για να φάω και τις ξερές πέτρες (που σημαίνει τα πάντα)…..

Ο καιρός των αμπελιών με έκανε φίλη με τη νύχτα και τους ήχους της. Σηκωνόμουνα σιγά κι αλαφροπάτητα κι έβγαινα έξω απ’ το σπιτάκι…. Από πάνω μου…. ουου πόσα άστρα … Έμενα ώρες να τα χαζεύω …χαμένη ανάμεσά τους έμενα….με κυκλώνανε με κλείνανε…. ανέβαινα στο γαλαξιακό νεφέλωμα ψηλά ψηλά και κοίταα ..
Ερχότανε ο ήχος απ’ τους γρύλους και κανένα ξεχασιάρικο τζιτζίκι και με φέρνανε μαλακά κι απαλά στη γη…

Την αγάπαγα τη νύχτα. Δεν έκρυβε εχθρούς…. μυστικά. Και στο σπίτι μέσα σε απόλυτο σκοτάδι κοιμόμουν με την πόρτα κλειστή σε απρόσκλητους κι έμενα μόνη στο δικό μου κόσμο.

Γι’ αυτό λέτε να μαι αλαφροΐσκιωτη και να ψυχανεμίζομαι, να οσμίζομαι –όχι τον κίνδυνο μα τα μηνύματα που μου στέλνονται μπορεί κι από μακριά;

Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Κι ας λένε......

Ο θάνατος
-κι ας λένε-
δεν είναι ο πόνος

Σ' ακουμπά και σε παίρνει

Είναι μόνο
που δεν το ξέρεις

Ο θάνατος
Δε σ' εχθρεύεται
Είναι ο φίλος σου

Δε σ' αρέσει που
έρχεται απρόσκλητος

Ίσως
Μια μέρα γεμάτη φως
Μια μέρα που σκέφτεσαι στίχους
ή το τέλειωμα
από αφημένες ιστορίες

Τρομάζεις
Λες
Δώσε μου χρόνο
Ελέησέ με
την τελείωση του ποιήματος
Ελέησέ με
το άγγιγμα
της ολοκλήρωσης

Δεν ακούει

Χαμογελά μόνο
Γλυκά

Και κάνει πάντα
ό,τι συνηθίζει

Σ' ακουμπά και σε παίρνει

Σάββατο, 7 Αυγούστου 2010

ΑΜΟΝΤΑΡΙΣΤΑ ΠΛΑΝΑ 7

Και στου καιρού
Το άρμα
Ζεύτηκα


Και τι έμεινε πια να θυμάμαι;
Ααχ μένανε…..

Τίποτα …. Τίποτα…. Όλα σβηστήκανε…. Κι αν κοιμήθηκα με γυναίκες κι αν έκανα παρέες κι αν έφαγα κρέατα ψητά κι ήπια ρακές και κρασιά και μέθυσα….. Tίποτα δεν απόμεινε….
Σβηστήκανε όλα ….. όλα και τίποτα δεν έμεινε και μόνο τα πόδια μου που δεν μπορώ να σύρω σκέφτομαι και στον καμπινέ δεν προλαβαίνω και συ φωνάζεις όλο φωνάζεις…. Δεν είμαι λέει καθαρός ρωτάς αν προλαβαίνω κλείνεσαι εκατό ώρες στο σκατομπάνιο, που βάλατε τον απόπατο μες στα σπίτια σας και με ρωτάς άμα βαστιέμαι…..
Αμολιέται το κάτουρο μοναχό του είναι τα έρμα χάπια …. εσύ λες δε φταίνε τα χάπια, με λες γουρσούζη …
Άι μωρέ και να μουνα …..όχι πολύ….. να φεύγανε τα χρόνια …..όχι πολλά μόνο δέκα …… έχεις το μαλακοπίτουρα το γιο μου…… δεν ξέρει να σηκώσει τη φωνή να σ’ αρπάξει απ’ το μαλλί……. το βαψες κι έγινες λιάρο γίδι και καμαρώνεις
Λες μια ζωή θα κυβερνάς τσούπρα …. Αχ, μωρή τσούπρα…. θαρρείς τα νιάτα σου θα τα γιορτάζεις πάντα πάντα

Κλείσε τα μάτια
Να με κρατήσεις
Πριν χαθώ


Λες δεν είμαι καλός
Δεν είμαι όχι δεν είμαι…… και δε με γνοιάζει ….. φοβούμαι να μείνω μοναχός ….. μόνο να χω τη ζεστούλα μου και να με ξεχάσει ο χάρος
Μη σουφρώνεις τη μούρη μάθε δεν έχουνε καλοσύνη κι αξιοπρέπεια τα γέρατα…..
Άι … τα νιάτα….

Και το μαντήλι
Του χορού μου
Το χασα


Νερό είναι όλα….. Ένα ποτήρι νερό είναι… δεν ξεδιψάς κανένας δεν ξεδίψασε και γω πλιο δεν μπορώ να το βαστώ από τα χέρια μου πάει να μου πέσει και συ μόνο γέρο με λες σ’ αμποδάω…. σ’ αμποδάω…
Άι…. Δεν το ξέρεις εσύ δεν το ξέρεις….

Σέρνεις το καράβι και θάρρεψες τον κόσμο απ’ τ’ αρχίδια έπιασες ….
Και πριν από σένα άλλοι το νομίζανε και γω που σου μιλώ το νόμιζα….. αχ, ήρθαν τα άγρια να διώξουν τα ήμερα να διώξουν…. άλλοι καιροί ήρθανε λες….
Ίδιοι είναι πότε θα το μάθεις…. οι νέοι τρέχουν οι γέροι πατούνε φρένο και ισορροπεί ο κόσμος
Άμα φύγει το φρένο καλύτερα θα ναι νομίζεις;

Χαλά η τάξη του κόσμου κι εγώ κλειω τα μάτια και θέλω να γυρίσω πίσω να γίνω νιος να στρίβω το μουστάκι και να χω βασιλικό στ’ αυτί και να μ’ ορέγονται οι κοπέλες και να διαλέξω πάλι τη Λενιώ του Νικήτα γιατί αυτή μίλαε στην καρδιά μου Να την ξαναδιαλέξω κι όσα δεν είπα δεν επρόκαμα να της τα ειπώ……να μπόρηγα να τα λεγα….

Πόσα πολλά
Κρατήσαμε
Φυλακισμένα
Λόγια…


Θαρρείς θα προκάμεις και αφήνεις τον καιρό….. Περνά ο καιρός λες μη σου πάρουνε τον αέρα και μένει η Λενιώ με το παράπονο
Λέει το κέφι μου ήθελα να κάμω και παιδιά να σπείρω κι αλήθεια είναι μα ήθελα ήθελα και να σου πω πως άλλη σύντροφο σαν εσέ άλλη δεν είχα ούτε θέλησα και πάλι αν γύρναγα εσένα θα ζητούσα και μέχρι να σε πάρω δε θα ησύχαζα
Μέχρι να σε πάρω να σε πάω σπίτι ν’ αγαπηθούμε
Ήθελα και συ να θες μα ντρεπόμουνα να σου το πω κι ήξερα έλλεες άντρας είναι το κέφι του κάνει και δεν εμίλαες μα ήξερα
Σ’ άγγιζα στο βυζί κι ανατρίχιαζες ήθελες με
Αυτό πρέπει άντρας και γυναίκα να σμίγουνε θεληματικώς εκείνη την ώρα….

Κι ο έρωτας μου

στο κορμί σου

ν' άφηνε

σημάδι...



Ω, μωρή νύφη τονε θες μωρή το γιο μου ή μόνο η κάψα του κορμιού σου τονε ζητά…

Εγώ σκατογέρασα…. Σκατογέρασα….
Πεθυμιά δεν έχω άλλη ούτε μυρίζω πλιο και δεν ξέρω αν περνά δίπλα μου θηλυκό ή σερνικό

Μια φορά λέει….. Μια φορά να γινότανε να μυρίσω γυναίκας το κορμί και να πεθάνω

Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2010

ΑΜΟΝΤΑΡΙΣΤΑ ΠΛΑΝΑ 6

Κι ό,τι δεν ξέρεις
Θα ρθει να σε βρει


Και για ν’ αρχίσουμε στρατηγέ μου από αυτά που δεν θα μπορέσει το παιδί……
Λοιπόν ο Νίκος δε θα πάει στο Πανεπιστήμιο

Τι λες δάσκαλε που δε θα πάει…. Κι αν δεν πάει ο Νίκος ποιος θα πάει; Θα σπουδάσει ο Νίκος μου….. Κι αν δε μπορεί στην Ελλάδα ….στο εξωτερικό …κάπου εν πάσει περιπτώσει μα το στρατηγό μου τον θέλω! Γιατρό έστω! Στην έσχατη δικηγόρο!. Τι ξέρουν όσοι γίνονται; Κι εμείς δόξα τω Θεώ λεφτά έχουμε…..
Πώς το λέτε αυτό πως δεν θα πάει…. Δε γίνεται να μην πάει….

Νίκος. Με σύνδρομο Ντάουν.
Στρατηγός πατέρας, μάνα μοναχοκόρη και μοσχαναθρεμένη.
Με προξενιό το δέσιμο. Λεβέντης ο στρατηγός πλάκα τα γαλόνια. Εκείνη είχε αρχίσει να μαραίνεται και τα όμορφα τα χείλη που τα νόμιζε ο πατέρας της αφίλητα να γέρνουν απογοητευμένα.
Στη στροφή πριν την τελική ευθεία προλάβανε ο ένας τον άλλο.
Παντρευτήκανε πριν καλά καλά «ιδωθούνε» …. Τι βιάση κι αυτή! Μα η διαιώνιση του είδους θέλει ένα τρέξιμο μη μείνει ο στρατηγός δίχως κληρονόμο( ποιος θα λέει «παρουσίασ’ ρε!» )και τα ωραία μάτια χωρίς συνέχεια…..
Και ήρθε ο Νίκος, ο Μεσσίας επί της γης, χρόνια τρία μετά από φόβους και λαχτάρες –δικό τους έπρεπε να ναι το παιδί να παραμείνει αμόλυντη η γενιά…..
Ήρθεν ο Νίκος βραδύς. Πολύ βραδύς.

Μωρέ γιε μου, πολύ οκνό αυτό το παιδί

Τι λες μάνα! Το παιδί μου οκνό; Χαϊδεμένο είναι μόνο… Έλα παίξε το να σου γελάσει….
Χοπ! Νίκο μου, χοπ!
Άιντε λεβέντη μου! Στρατηγό σαν τον μπαμπά σου να σε δω να τρέμουνε οι φαντάρο να θέλουνε να θέλουνε ν’ ανασάνουνε κι άδεια να ζητάνε…

Κι απ’ τ’ όνειρό του
Ποιος θα φύγει πρώτος;


Aυτό το παιδί δεν περπατά…
Έχει μεγαλώσει γιατί δεν το πάτε κάπου
Σ’ ένα γιατρό….

Ε, μωρέ βαρύ είναι και δυσκολεύεται…. Μα δεν το βλέπεις πόσο χαριτωμένο είναι; Θα περπατήσει! Κι αν δεν περπατήσει τώρα θα περπατήσει αργότερα…..
Εμείς δεν το βιάζουμε όποτε θελήσει

Και το παιδί είμαι γω
Πόσο φοβάμαι τα λάθη τα δικά μου
Να μη δω


Μα ούτε να φάει μπορεί μόνο του ούτε μιλά
Μωρέ γιε μου αυτά δεν είναι χάδια
Μωρέ γιε μου πες το και στη γυναίκα σου

Μα δεν το βλέπατε; Εσείς τουλάχιστον στρατηγέ μου, τόσον καιρό δεν το βλέπατε;
Νοητική υστέρηση, έχει το παιδί….

Είναι χαρούμενο….τόσο που γελά….

Και σεις να γελάτε και να χαίρεστε που το έχετε…. Είναι γλυκό παιδί….

Είναι καθυστερημένο και μου λέτε να χαίρομαι γι’ αυτό; Πού να το κρύψω Παναγία μου να κρυφτώ κι εγώ;
Ο γιος του στρατηγού με τα γαλόνια πλάκα….. Α μωρή κουφάλα ζωή…. Ο δικός μου γιος…. Ο δικός μου….

Και τώρα
Άιντε να σε δω να σταθείς στα πόδια σου στα δικά σου τα πόδια
Άιντε άιντε μια ζωή οι φαντάροι προσοχή σου χτυπάνε
Άιντε λοιπόν και συ! Η σειρά σου ….
Η σειρά σου να βγεις αναφορά….

Και με της αλαζονείας την πορφύρα
Φορεμένη
Πικρά έκλαυσες
Ότι είδες τη μη πλήρωση
Των προσδοκιών


Γαμώ τη ζωή μου γαμώ
Γιατί σε μένα ….Γιατί σε μένα!

Εσύ φταις! Εσύ!
Κάτι θα κανες…. Τι έκανες μωρή
Που είναι ο στρατηγός μου που είναι να καμαρώσω πλάκα τα γαλόνια….πού είναι….
Το ξεφυσίδι μου θωρώ…. Τον ίσκιο μου ….ένα τρελό που γελά
Εσύ φταις! Εσύ! Μια ηλίθια ….. μια άχρηστη! Τι σου γύρεψα μωρή; Τι σου γύρεψα; Το στρατηγό μου σου γύρεψα….. σκατά! Σκατά! Όλα σκατά!
Μωρή χαμηλοβλεπούσα σκύλα μην το κανες με άλλον; Με θα άλλον θα το κανες …. Δεν μπορεί…. Άλλη εξήγηση δεν έχει… Με άλλον
Με ποιον μωρή; ΄Με ποιον; με ποιον;

Κι όποιος να σωθεί μπορεί
Στα πόδια δεν το βάζει
Και τι να σώσεις από τι


Όλοι οι φαντάροι γαμώτο προσοχή χτυπάνε! Προσοχή γαμώτο!
Εγώ σε ποιον σε ποιον;;

Ελέησέ με Κύριε
Την ώρα της θανής μου
Της απωλείας δείξε μου
Το δρόμο να διαβώ
Τον πόνο να μοιράσω

Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

ΑΜΟΝΤΑΡΙΣΤΑ ΠΛΑΝΑ 1

΄Στη συνέχεια ανάρτησης παλαιότερων κειμένων μου τρία από τα πιο αγαπημένα μου, λίγο νωρίτερα απ' όσο υπολόγιζα ή λίγο εκτός σειράς

Σήμερα το 1ο



Και στων λυγμών
Την άκρια βρέθηκα
Εσέ ζητώντας….


Ε, ορέ….
Του φάνηκε πως την άκουσε. Σβησμένη φωνή. Αχνή φωνή. Κουβάρι ημίγυμνο στο κρεβάτι. Τσιτωμένο δέρμα με τις ακίδες των οστών να πιέζουν.

Ε, ορέ….
Αναστέναξε. Μάλλον θα του φάνηκε

Τη λίμνη των δακρύων
Να διαβώ
Άβρεχος να περάσω…


Είμαι ο Γιώργης!
Και ο Γιώργης, είναι εντάξει!
Είμαι η Ελένη!
Και η Ελένη, είναι εντάξει!

Την πρώτη μέρα που πήγε να δώσει ούρα σταθήκανε δίπλα δίπλα από τύχη. Δεν την είδε. Αν τον ρωτούσανε δεν θα μπορούσε τίποτα να πει. Πιο πολύ την ένοιωσε. Την οσμίστηκε. Μυρωδιά οικεία.
Αργότερα του είπε πως κι αυτή έτσι τον αντιλήφθηκε.
Συνέχισαν να μυρίζουνε ο ένας τον άλλο. Τα λαγωνάρικα σκυλιά ψάχνουν τη φάρα τους. Έτσι κι αλλιώς ο ερωτισμός ή μάλλον η ανάγκη των σωμάτων να βρεθούνε, τους είχε εγκαταλείψει εδώ και καιρό μα την εμπιστεύτηκε, έτσι μικροκαμωμένη που ήταν κουβάρι στα πόδια της, κουνάριζε τον εαυτό της…

Εκείνο ήτανε το βράδυ που είχε ονειρευτεί πρώτη φορά τον πατέρα του. Αίμα από τα χείλη του κυλούσε και τα μάτια του είχαν ανοίξει διάπλατα, όπως τότε που τον έπιασε να κλέβει τα χρυσαφικά της μάνας του κι είχε σηκώσει το χέρι να τον χτυπήσει, αυτός δίχως να το καταλάβει πως, πρόλαβε, πίσω έκανε μπροστά το κούφωμα της πόρτας ήτανε με μια πρόγκα σκουριάρικη να κρέμεται όλο λέγανε να τη βγάλουνε κι όλο εκεί έμενε.
Με δύναμη έπεσε το χέρι πάνω της πέρασε πέρα πέρα, εκείνος τρόμαξε, ο πατέρας γέλαγε γέλαγε ποιος ήταν γαμώ το ο μαστουρωμένος…
Ω, ανάθεμα τη σπορά μου ανάθεμα και λύθηκε, δυο μέτρα άντρας λύθηκε στη θέα του αίματος του κι αυτός την ευκαιρία βρήκε με τα χρυσαφικά στην τσέπη ιδρωμένος να χάνεται στο σκοτάδι, ο Αργύρης ήθελε λεφτά άλλη πίστωση είπε δεν είχε.

Και τώρα ίδρωνε πρώτη μέρα, ψιλός ψιλός ιδρώτας τον έκοβε κι έρεε από τις μασχάλες και τα σημεία του κορμιού του τ’ άχρηστα εδώ και καιρό
Καλά που πάω για κατούρημα είπε, καλά που πάω, θα ξέχναγα και πως τα χω και πήρε να γελάσει από μέρες ήθελε να θυμηθεί πως είναι ν’ αγκαλιάζεις ένα κορμί το μυαλό του άδειαζε όλο άδειαζε μέχρι που ένα βράδυ κενός στο πάτωμα έγειρε κι έπεσε πάνω η μάνα του και του πιάσανε όλοι κύμα γίνανε είπε θα τον πνίξει είπε το ναι δεν το πίστευε μα είπε το ναι να κοιμηθούνε να τον αφήσουνε.

Εντάξει μωρέ… εντάξει….
Η Ελένη, στις δυο κουβέντες έχωνε ανάμεσα ένα ε, ορέ…ώσπου της έμεινε παρατσούκλι και τη φωνάζανε χαϊδευτικά ε, ορέ
Πως είσαι;
32 μέρες καθαρός
Βήμα βήμα γαμώ την ανηφόρα μου γαμώ

ε, ορέ… σιγά σιγά…
Θα πάω στην Πάτρα με κάλεσε ένας ξάδερφος….
Τριάντα δύο μέρες καθαρός Απόφαση δεν το χε πάρει ακόμα, ούτε πως θα φτανε μέχρι το τέλος είχε πιστέψει. Και που έμενε καθαρός, σύμπτωση ήταν…

Ε, ορέ να προσέχεις…

Ο ξάδερφος είχε μηχανή. Είπε να του κάνει μια βόλτα να δει την πόλη. Άρχισε να βρέχει. Ένα ξερό πουκάμισο φορούσε κι αυτό μούσκεμα έγινε και τρύπωσε το νερό στα μέλη του και ξύπναε το κορμί του που πόναε ευχαριστημένο

Ε, ρε Θεέ ζω!

Και το βράδυ ήρθε πάλι ο πατέρας στον ύπνο του, με το αίμα ποτάμι να τον πνίγει κράτα καλέ πατέρα κι έρχομαι και φώναζε κι ήρθε ο ξάδερφος ο Λευτέρης και τον ξύπνησε, πάμε του είπε στη θάλασσα, βόλτα να γαληνέψεις θα φύγω του είπε πάω στην Αθήνα

Παλεύεις μέσα σου λες τούτο κι εκείνο. Η αλήθεια είναι μπροστά σου, πάντα την ξέρεις κι ώρα σου έρχεται που την απαντάς

Σ’ ένα γκρεμό δακρύων βρίσκομαι
Μα μέσα δε θα πέσω…


Όταν πέρασε την πόρτα του 18 ανω μαζί με την Ελένη, ένοιωθε ακόμη τους δαίμονες του. Τα βράδια στήνανε χορό και δυο φορές λίγο έλειψε να πιαστεί μαζί τους μα μπόρεσε και στάθηκε στην άκρη.

Βγαίνοντας έμειναν για λίγο μαζί, μέχρι να μάθουν να ξαναπερπατούν σ’ αυτόν τον κόσμο. Ύστερα σκορπίσανε. Σ’ αυτό απάνω χειροτέρεψε ο πατέρας του και ίσα που τον πρόλαβε στα τελευταία του, μα τα μάτια δεν του τα κλεισε, όπως θα θελε, είχανε μείνει ξυλωμένα να κοιτούνε το ταβάνι ή ό,τι άλλο νόμιζε πως ήτανε απάνω. Μοναχός είχε μείνει στην αλλαγή της βάρδιας να φύγει η αποκλειστική να ρθει η μάνα, τσακώθηκε η μάνα με την αποκλειστική, πολλά ήθελε και πάνω εκεί την έκανε ο πατέρας και δος του να βάζουνε κόλλα μπας και τα κλείσουνε μη φαίνουνται άσχημα και τρομάζουνε οι ζωντανοί με το νεκρό ανοιχτομάτη….

Σε ένα ποτάμι
Αρμυρό νερό πνίγηκα
Κι ούτε μια
λέξη ΄σωσίβια
Δεν μου ριξες
Να την ακουμπήσω


Ε, ορέ…
Πλησίασε το κορμί. Ούτε που ανάσαινε.
Ελένη… Ελένη…..

Ε, ορέ…
Αχνά του φάνηκε πως χαμογέλασε κι ήρθαν τα μάτια κι άδειασαν μπροστά του…

Βγήκε. Ο ήλιος έκαιγε κι εκείνος κρύωνε. Ο νομάρχης τον περίμενε μια άδεια για τσιγάρα να βάλει στο μαγαζί ήθελε

Κουφάλες ….
Οι γείτονες είχανε συνεννοηθεί. Μάζεψαν υπογραφές .Τον αγαπούσαν λέει, μα να πάει ν’ ανοίξει αλλού μαγαζί …εμπιστοσύνη πώς να του δίναν…ε παιδιά είχανε

Κουφάλες ….

Προεκλογική περίοδος ήτανε. Ο νομάρχης κόψιμο είχε….

Γαμώ την πρέζα σας κουφάλες!

Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010

Ήσυχο το βράδυ περιμένει.......

Ήσυχο το βράδυ περιμένει
Όπως πέφτουν οι ήχοι
καταλαγιάζει το φανερό

κατάστιχα
μετριούνται απολογιστικά
φορές τρεις και τέσσερις
ώσπου να λυθεί και να σκορπίσει
ο νους

και να χαθεί σ' όσα ποτέ δεν
γύρισαν

είμαι η τρέλα σου εγώ
που τ' άσπρα φορώ
ακροπαντώντας γελώ
και φεύγω


(αγκαλιά με το μεγάλο σου
Φόβο)

Σε αφήνω
να ντυθείς
τον ύπνο θάνατο

τι ρωτάς πού ξημερώνει

Κυριακή, 1 Αυγούστου 2010

«Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΓΓΟΥΡΙ»

« Η ζωή Μαιρούλα μου είναι να αγγούρι. Κι άλλος το τρώει και ζορίζεται κι άλλος το τρώει και δροσίζεται. Κι εσύ πολάκι μου, φαίνεται το τρως και δροσίζεσαι μα ρώτα και μένα ..ρώτα και μένα..»
Και γω γέλαγα ακούγοντάς τα χιλιοειπωμένα λόγια κι εκείνη κούναγε το κεφάλι επαναλαμβάνοντας μονότονα ξανά και ξανά
«Ρώτα κι εμένα… ρώτα κι εμένα»

Κι εγώ γελούσα πιο πολύ με τη ζωή αγγούρι που ζόριζε την Ελένη. Την Ελένη που όταν οι άλλοι μιλάγανε γι’ αυτή τη λέγανε το «κορίτσι»

Αυτό κι αν ήταν αστείο… Σαν καραβοτσακισμένη μαούνα έμοιαζε, με το παχύ της κορμί, το ιδιόρρυθμο περπάτημα, που οφειλόταν στα αλλοιωμένα από την αρθρίτιδα κάτω άκρα. Κι ένα κοντοκουρεμένο κεφάλι με μάτια να κοιτούν με υποψία η Ελένη Πολυχρονίδη από την Κομοτηνή, η Ποντία, η πιστή της εκκλησίας, η Ελένη, το «κορίτσι», ετών 54 εργαζόμενη στο εργοστάσιο TERESON, διαγραμμένο μέλος μιας ελληνικής κοινότητας, στην καρδιά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας της έστω και λαβωμένης, πάντα κραταιάς
Η Ελένη που διψούσε να δει και να μάθει

«Αχ Μαίρη πουλάκι μου ! να ξερες ! εγώ τ’ αγάπαγα το σχολείο μα βιβλίο ..ποιος να με το πάρει; Και πήγαινα Μαιρούλα μου, πήγαινα και σκούπιζα στο στάβλο ενός με γελάδια πολλά για με δώσει ο γιος το βιβλίο κι εκείνος ο …ας τον συχωρέσει ο Θεός καθόταν και κοίταε κοίταε.. μη και το διάβαζα και δεύτερη φορά. Ακούς;»
Την άκουα… την άκουα… Άμα ξεκινούσε… ο χρόνος σταμάταγε όπως και σε όλους τους για τον ένα ή τον άλλο λόγο μετανάστες . Σταμάταγε για τα ελληνικά ζητήματα στη χρονιά ακριβώς που είχαν εγκαταλείψει την προγονική εστία.

Και ακριβώς συνέχιζαν τα ίδια χούγια στο βαθμό που ήταν δυνατό και στην ξένη χώρα.
Καφενόβιοι και χαρτοπαίχτες, καυγατζήδες κι αψίθυμοι. Για τις γυναίκες, την τιμή, την οικογένεια, τα χαρτιά, και αλίμονο…πως θα μπορούσε αλλιώς… για τα πολιτικά. Κι ας είχε έρθει πια ένας καιρός, που τα νέα πολιτικά ήθη είχαν αμβλύνει τις αντιθέσεις , και ολοένα περισσότερο αδιάφοροι για την πολιτική και τους άρχοντές της σ’ ένα πλαίσιο εφησυχασμού, γενικότερα στην Ευρώπη, ειδικότερα σ’ εμάς και πιο έντονο γιατί είναι στο φυσικό μας να τα βιώνουμε πιο έντονα.

Εδώ, όμως στην καρδιά της Ευρώπης, Δεξιοί κι Αριστεροί διατηρούσαν ακέραιες και ίδιες, τις πεποιθήσεις της δεκαετίας του 60 τότε που πήραν το δρόμο για την ξενιτιά.

«Όταν πήραν την αδερφούλα μου στο παραπέτασμα…»
«Τι λες Ελένη; Ποιο παραπέτασμα ; Πάνε πια αυτά τελειώσανε….»
«Τελειώσανε λες πουλάκι μου, μα μένα αδερφούλα μου χάθηκε ..»
«Εννοείς πέθανε; Πώς; Σε ατύχημα μήπως..;»
«Άμα μια ξένην ήρθε ανοίγοντας τα σύνορα . Αργύρω , έτσι τη λέγανε, Αργύρω έσκουξα, πουλάκι μου, και πήα να την αγκαλιάσω και το χέρι μου δωκε. Ακούς; Το χέρι μούδωκε..»
«Ε, μωρέ Ελένη, ίσως κι αυτή…»
«Άφτα πουλάκι μου. Εγώ το πήρα απόφαση και την έκλαψα. Σαν πεθαμένον άνθρωπο την έκλαψα και είπα αδερφή δεν έχω πια και στης μανούλας μου τον τάφο κλαίω τηνε ..κλαίω τηνε την άτυχη…»
«Μα σκέφτηκες πως μπορεί να ναι ευτυχισμένη, Ελένη;»
«Ο άνθρωπος πουλάκι μου, δέντρο είναι. Μπορεί το δέντρο να ζει χωρίς τις ρίζες του;»

Ήξερα πως ήταν μάταιο να προσπαθήσω, τις περισσότερες φορές,, να της αλλάξω γνώμη. Και εν τέλει ποιο το όφελος; …αφού το ξερα τα πολιτικά για κεινη ήταν το κόκκινο πανί. Η αιτία όλων των δεινών. Του ξενιτεμού της, που δεν παντρεύτηκε , που δεν έκανε παιδιά, που δε γύρισε πίσω…
Γιατί όλοι όταν ξενιτεύονται, από αρχαιοτάτων χρόνων μάλιστα, μ’ αυτό το κουτάκι ελπίδας γλυκαίνονταν. Να γυρίσουν πίσω. Ει δυνατόν πλούσιοι και δυνατοί με τα όνειρα πληρωμένα. Ει δυνατόν. Μα να γυρίσουν πίσω…

Και θυμάμαι κάποτε στο προξενείο το ελληνικό της Στουτγάρδης έναν ηλικιωμένο κύριο που ρωτούσε εναγωνίως αν θα μπορούσε όταν πεθάνει να ταφεί στη γη των πατέρων. Κι ας είχε ζήσει την περισσότερη απ’ τη ζήση του στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κι ας είχε πάρει την ξένη υπηκοότητα κι ας είχε…
Ήθελε να αναπαυθεί, να χωθεί βρέφος στη μήτρα της μάνας που τον γέννησε, ασφαλής πως όλα εν τάξει και αρμονία όπως οφείλουν, όπως πρέπει να είναι.
……………………………………………………………………………………
Η Ελένη ποτέ δεν παντρεύτηκε. Στην αρχή γιατί ήθελε το κατιτις της να κάμει «Ε, να μην είμαι και με το βρακί..» Ύστερα καθώς τα χρόνια ανάλγητα περνούσαν, άρχισε να γίνεται δύσκολη ή μάλλον να τα βλέπει δύσκολα. Τόσα χρόνια μοναχή ήταν. Δύσκολα στη μοναστική της ζωή να εισβάλλει ένας ξένος, γιατί αυτό θα ήταν ένας εισβολέας που θα την κούρσευε. Αυτήν, τις οικονομίες της, τα όνειρά της.
Παρόλαυτα έκαμε ένα άτυχο αρραβώνα μ’ έναν χωριανό της. Δεν πολυκαίρισε. Θες τα λόγια του ενός και του άλλου, θες η δική της κλονισμένη από χρόνια πίστη στο ανθρώπινο γένος, θες πως κι ο ίδιος λειψός από λεπτότητα και τρυφεράδα ήταν…
«…λέει να πουλήσομεν, το σπίτι στην Κομοτινή και Σαλονίκη να πάμε. Ακούς; στη Σαλονίκη… Δεν τον άρεζε στην Κομοτινή, σε λέει…ευκαιρία …Μπρος για Σαλονίκη…
Ακούς; Που έστελνα, πουλάκι μου, έστελνα, μάρκο το μάρκο…. που μάζευα φινίκι το φινίκι και έρχεται να λέει πουλήσομεν;…»
Έτσι τα όνειρα δεν κάρπισαν να κάνει οικογένεια κι αυτή και να μπει στη σειρά. Δεν τελεσφόρησαν κι έμεινε για πάντα το «κορίτσι» της ελληνικής κοινότητας SCH….και umgembung (περιχώρων).

Αχ, αυτά τα περίχωρα… από πού αρχίζουν κι ως που τελειώνουν; Το μήλο της έριδας αποτέλεσαν, ανάμεσα σε αντιπολιτευόμενες παρατάξεις καθώς καθεμία έτρεχε να μαζέψει τα κουκιά της απ’ όπου μπορούσε. Κι έφτασε να ειπωθεί πως ερχότανε από άσχετα μέρη, χιλιόμετρα μακριά να γραφτούν, ως περαχωρίτες, στην ελληνική κοινότητα SHW… Κι άμα ρωτάς έχω να πω πως οι εκλογές εκεί ουδόλως υστερούσαν σε πάθος ένταση δολοπλοκίες μηχανορραφίες. Ίσως μάλιστα να είχαν και περισσότερο χρώμα ..
Οι δε παρατάξεις; Οι γνωστές. Δεξιά, κυρίως εργάτες σε μεγάλα εργοστάσια και λίγοι μαγαζάτορες. Με στενούς δεσμούς με την εκκλησία και την παράδοση. Αναγνωρίζανε το μεγαλείο της χώρας που τους φιλοξενούσε, ευγνώμονες βαθιά για την τύχη τους.
Ένα φεγγάρι, είχαν δημιουργηθεί μαθήματα γερμανικών για Έλληνες από την κοινότητα. Η δασκάλα ήταν μια νεαρή ένθερμη Γερμανίδα που εκτός από τη γλώσσα, είχε βάλει σκοπό της ζωής της να αναμορφώσει και πολιτικά τους μαθητές της. Και καθώς τα μαθήματα έπεσαν στη μεγάλη απεργία των εργατών μετάλλου είχε λες αναλάβει σταυροφορία να τους πείσει μην υποχωρήσουν, να μην υποκύψουν. Οι δεξιοί λοιπόν απ’ αυτή την ομάδα αν στήριξαν την απεργία οφειλόταν σ’ αυτή τη Γερμανιδούλα που δεν μπορούσαν να της πουν όχι. Γιατί η απεργία ήταν αντίθετη πράξη με τα πιστεύω τους. Ο Θεός είχε κάμει έτσι τον κόσμο. Να ναι οι μεγάλοι και οι μικροί. Αιώνες τώρα αυτά έτσι από μακριά έρχονταν και δε γινόταν ν’ αλλάξουν, αλλά αφού η δασκάλα τους που ήταν Γερμανίδα, πάει να πει αφεντικό, έτσι πίστευε θα της κάναν το χατίρι.

Στον αντίποδα η αριστερά. Κι αυτοί εργάτες. Καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα. Ζούσαν κουβαλώντας μνήμες και αξίες της δεκαετίας του 60 κι ήταν αστείο να βλέπεις να χωρίζονται σε καφενεία και στέκια κι ύστερα να στέκουν μαζί στην ουρά του μεροκάματου μα ποιος να πει αντίθετη κουβέντα φίδι τον έφαγε
Και στη μέση καινούριο κόμμα το ΠΑΣΟΚ η νέα άρχουσα, στα πολιτικά τάξη. Με μαγαζάτορες κυρίως έτοιμους να κυβερνήσουν λες, αρχής γενομένης από τούτη την κοινότητα. Με πλοκάμια εδώ και εκεί. Που είχε και μια ιδέα αριστερής κουλτούρας αλλά και το παραδοσιακό κατεστημένο ακλόνητο….

Οι οπαδοί και των τριών αποχρώσεων έσμιγαν κατά περιόδους και ανάλογα. Ας πούμε στην εκκλησία. Οι δεξιοί να προσευχηθούν, οι αριστεροί να σχολιάσουν και αυτό γινόταν παντού
Μόνο στη συμπλήρωση του βδομαδιάτικου lotto είχανε σχηματίσει ένα είδος συμμαχίας, κάτι σαν κυβέρνηση εθνικής ενότητας όπου όλοι χωρούσαν. Με ταμία τον Αντώνη. Ένα μεγαλόσωμο Εβρίτη που αν τα λεξικά είχαν φωτογραφίες, τότε σίγουρα στο λήμμα «τίμιος», θα φιγουράριζε η γελαστή του φάτσα. Παντού να καβγάδιζαν, παντού να διαφωνούσαν, ο Αντώνης που χόρευε το «Στέργιο»,σαν να έψαλλε τον εθνικό ύμνο, ήταν το κοινό σημείο σύγκλισης.
Μέχρι το Σάββατο, Αριστεροί, Δεξιοί, Πασόκοι, ενωνόταν για τη συγκρότηση του βδομαδιάτικου δελτίου που τα κέρδη του θα τους έβγαζαν από τη μιζέρια τους και θα τους ανέβαζαν σε βάθρο νικητών. Και να η αγωνία, και να τα σχέδια, και να οι ελπίδες που φρούδες αποδεικνύονταν και που αλίμονο κρατούσαν μέχρι την ανακοίνωση των αριθμών, Σάββατο βράδυ, οπότε άρχιζαν πάλι οι γκρίνιες κι όλο οι άλλοι φταίγανε που δεν άλλαζε η ρημάδα, η τύχη…………………….

Γι’ αυτό και λίγοι πηγαίνανε στα μαθήματα Γερμανικών. Τι τους χρειάζονταν;

Η Ελένη όμως έτρεχε. Από τις πρώτες δήλωσε συμμετοχή. Να μάθει. Ό,τι να’ναι μόνο να μάθει. Αυτή η πελώρια λαχτάρα, ο ασίγαστος πόθος του ανθρώπου, η δίψα η ακατάπαυστη, η φλόγα η άσβεστη, σ’ αυτήν την Ελένη «το κορίτσι» μαζεύτηκαν. Κι ας έλεγαν οι λοιποί τα διάφορα
«Πααίνει κι του κουρίτσ’ μαζί μι τη Βαγγ’λίτσα τη χήρα… Τι πααίνουν; Θα γένουν μορφωμένες ..Μήνια κι αλλάξ’ τίποτα;»
Αυτή ήταν και η γνώμη της κυρα-Κούλας που ας ήταν παλιά αντάρτισσα στον καιρό της και είχε θελήσει ν’ αλλάξει τον κόσμο τώρα μάλλον σαν εξομώτισσες τις έβλεπε που ασπάζονταν την καινούρια θρησκεία που ήταν η γλώσσα του εχθρού που τους είχε πάρει τη νιότη τους και σύνθλιβε τις εναπομείνασες μέρες τους εκεί στον κρύο καμπο της Βάδης Βυρτεμβέργης κοντά στον ποταμό Νέκαρ που μέσα του ταξίδευαν καράβια μα τα δικά τους μένανε για πάντα στην άκρη τραβηγμένα αταξίδευτα χωρίς ρότα χωρίς σκοπό.
Σκληρή η κυρα-Κούλα. Από τα Χάσια είχε κατέβει κυνηγημένη με δυο παιδιά
«Α, μαρή μι τα π’ράξινα…. Να γένουμ’ μαθ’τούδια ..μη πααίνεις στη φάμπρικα κι σ’ λέου γω…»
Την Ελένη, ας μην το δειχνε την αγαπούσε μα…
«Α, μαρή πάγαινε σα πέρα που θα κάτσ’ στου θρανίου…»
Μάζευε λεπτό το λεπτό να τα κάνει ρούχα όμορφα να τα στείλει στις «αγκονιές» τα καμάρια της από τη μεγάλη την κόρη από τον άντρα της τον αντάρτη που τον έστησαν αυτόν στον τοίχο κι αυτή ασαράντιγη ακόμα στη φυλακή.
Ο άνθρωπος θηρίο είναι και όλα τα αντέχει τα προσπερνά και προχωρά και η κυρα-Κούλα ξαναπαντρεύτηκε με το Νικόλα ένα γλυκό πλάσμα που όλοι απορούσαν πως την άντεχε έτσι αυταρχική και δύσκολη και γεμάτη αφορισμούς για όλους…
Μα να πεις ήταν η εξαίρεση; Αφού λίγο ως πολύ οι περισσότεροι την ίδια γνώμη είχαν.
Δύσκολα να πάρουν μέρος στη ζωή της πόλης. Σε γκέτο δε ζούσανε μα πες πως εκεί κατοικούσανε αφού καμία σχέση μ’ ό,τι γινόταν δεν είχαν. Κι αν γίνονταν γιορτές πιο πολύ σα θεατές αφού η γλώσσα λειψή …………....
Ό.τι τους χρειαζόταν το ξέρανε. Θα πεις τσάτρα πάτρα μα τη δουλειά τους την έκαναν τώρα για τα παραπάνω … Αυτά ήταν για το σύλλογο…

Υπήρχε ένας σύλλογος, ελληνογερμανικός, που για μέλη του είχε όλους τους Έλληνες επιστήμονες, συμπτωματικά παντρεμένους με γηγενείς και μάχονταν, αλήθεια μάχονταν, να σταθούν ισάξιοι με τα ταίρια τους προβάλλοντας την αρχαία κουλτούρα του τόπου καταγωγής τους, εξοβελίζοντας κάθε τι το τωρινό, ό,τι θύμιζε την προέλευση τους τη σημερινή, ένα χωριό, μια μιζέρια. Τίποτα το λαμπερό το εξώθφαλμα λαμπερό. Μέχρι και στα παιδιά τους είχαν δώσει αρχαία ονόματα Κίμων Ξενοφώντας και άλλα . και θυμάμαι τώρα τον έρμο Κίμωνα γιο ενός ενός επίλεκτου μέλους του συλλόγου, γιατρού στο επάγγελμα που δεν πάταγε στη γη απ’ το καμάρι για την αρχαιοελληνική του ταυτότητα, ένα λιγνούλι παιδάκι να μπερδεύει τα λογάκια του και μόνο στις βρισιές ήταν ξεκάθαρος και στις δυο γλώσσες.
Και όλοι τους, όλοι ανεξαιρέτως αντιμετωπιζόταν με περιφρόνηση από την επίσημα αναγνωρισμένη ελληνική κοινότητα. Ακόμα κι η Ελένη έτσι τους έβλεπε. Κι αν έλειπε ο πρόεδρός τους ένας παθολόγος γιατρός γεμάτος αγάπη για τους ανθρώπους και τη δουλειά του θα τους είχαν ρίξει στο πυρ το εξώτερο της εκτίμησής τους. Μα πάντα υπάρχουν άνθρωποι που διασώζουν την τιμή έστω ενός συλλόγου.
Και για να λέμε τα σωστά έκαναν και πραματάκια. Καλούσαν καλλιτέχνες, κυρίως, διάσημους στην Ευρώπη ή απλά ακουσμένους. Μα η ελληνική κοινότητα πάντα τους σαμπόταρε, εκτός από τις φορές που κάποιο μέλος είχε πέσει στην ανάγκη του γιατρού.
Kαι κάποτε παραλίγο να γίνουν καταγέλαστοι σε Γερμανούς και Έλληνες. Είχαν καλέσει ένα διάσημο συγγραφέα από την πατρίδα που κάποτε είχε χρηματίσει τρόφιμος του κολαστήριου του Νταχάου τον καιρό του 2ου μεγάλου πολέμου. Φόβος τους συνεπήρε καθώς μερικοί θεώρησαν πως το παρελθόν του ανδρός δεν ταίριαζε με το προφίλ του συλλόγου και μια ιδέα ρίχτηκε που είχε μάλιστα και οπαδούς να του ζητήσουν να μην το αναφέρει καν κι αν το αρνιόταν ακόμα καλύτερα. Ευτυχώς ο πρόεδρος παρενέβη κι έσωσε την τιμή και η εκδήλωση είχε μεγάλη επιτυχία.
…………………………………………………………………………………….
Η Ελένη είχε καρδιακή φίλη τη Βαγγελίτσα τη χήρα. Η Βαγγελίτσα δεν ήταν από τα μέρη της δεν ήταν Ποντία. Είχε δυο παιδιά στο κεφάλι της να φροντίσει και τον εαυτό της να προστατεύσει από την κακογλωσσιά του κόσμου

«Η Βαγγελίτσα, Μαιρούλα μου, είχε καλόν άντρα πουλάκι μου,…. Μα ήτανε άτυχη άτυχη ήτανε … Σ’ ένα βόθρο έπεσε και πέθανε πουλάκι μου …Ακούς; Τέτοιον θάνατο έλαβε… Κι αφήκε τη Ντίνα και το Μιχάλη κληρονομιά στην καημένη… Και τι να κάμει πουλάκι μου; Ήρθε κι αυτή, σαν που ήρθα κι εγώ, σαν που ήρθαμε όλοι δω πέρα, για καζάντια και βλέπεις πως την τυραννά ο Μιχάλης; Άντρας της να ήτανε έτσι δε θα έκαμνεν…»
Ο γιος της Βαγγελίτσας, ο Μιχάλης είχε έρθει έφηβος σχεδόν στη Γερμανία. Ποτέ του δεν κατάφερε να προσαρμοστεί και να ενταχθεί….
Στο σχολείο δυσκολεύτηκε να πάρει το χαρτί του κι αφού με τα γράμματα δεν τα κατάφερνε
« ε, τι να έκαμνε κι αυτή; Του άνοιξε ένα μαγαζί στη Goethe strasse ένα σα μπακάλικο να ρχονται Έλληνοι που παν στους Τούρκους κι ακουμπάν τον ιδρώτα. Αμά το μαγαζί κώλο θέλει, δουλειά θέλει, κοίταμα θέλει… Μιχάλης τι έκαμνε; ..»

Ο Μιχάλης όπου λωβιτούρα και λαμογιά μέσα. Μέσα και στην κυριολεξία και στη μεταφορά. Και δώστου να τρέχει η Βαγγελίτσα και δώστου να πληρώνει δικηγόρους να τον ξεμπλέξουν. Και κείνος απόγονος του ασώτου μετανοιωμένος επέστρεφε. Και ξανά λεφτά να στηθεί καινούρια δουλειά κι άρχισαν τα δάνεια και τα χρέη και σε ποιον να τα πει; Μπορούσε μια μάνα να ξεφωνίσει το παιδί της; Την άκουγε η Ελένη και στάζαν τα δικά της μάτια δάκρυα αρμυρά για τα παιδιά που δεν είχε κανακέψει και τις πίκρες που δεν της έδωσαν…»
«Μην κλαις πουλάκι μου Βαγγελίτσα κι έχεις τη Ντινούλα σου, πουλάκι μου…»

Είχε την Ντίνα που μεγαλώνοντας έγινε το καμάρι της κοινότητας. Άριστη στο σχολείο κατέπληξε τους πάντες με τις ικανότητες της κι όλοι πίστευαν πως θα γινόταν δασκάλα και πως θα ρχοταν καιρός που ένας – μια απ’ αυτούς θα μάθαινε στα παιδιά τους τη γλώσσα της πατρίδας μα εκείνη το δήλωσε νωρίς νωρίς δυνατά να την ακούσουν όλοι
«Θα γίνω γιατρός» Έτσι είπε, έτσι έγινε.
Και δούλεψε κι αυτή. Σερβίριζε ποτά και φαγητό, έβλεπε μωρά, δούλευε λάντζα στα ελληνικά μαγαζιά . κι έγινε η Ντίνα, με τα χάλκινα μαλλιά, γιατρός με σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Ηeidelbeg, μα ποτέ δεν έφυγε από την αγκάλη της ελληνικής κοινότητας. Ήτανε και στη χορευτική ομάδα. Μαζί με την Αρετή την Ελένη τη Νεκταρία… τη Νεκταρία την κόρη του Μανόλη από την Κρήτη….

Την είχαν αφήσει oι γονείς της, από τη γέννησή της σχεδόν, σ’ ένα ίδρυμα
«….της εκκλησίας, Μαιρούλα μου, της εκκλησίας. Η προϊσταμένη ήταν δικός τους άνθρωπος ξάδερφος του Μανώλη…Ε, που να το φέρναν εδώ το μωρό; Είχανε τη ντάντα να το προσέξει; Ξέρανε και τι θα βρούνε; Λέανε, να πάμε …να ταχτοποιηθούμε και να το φέρουμε το μωρό… Αμά ποιος ήξερε πως ήτανε εδώ τα πράματα… που παράδεισο λέγανε όλοι πως ήτανε και ποιος είπε εμένα πως θα δούλευα στο χιόνι, Μαιρούλα μου, κι όλο σνελ σνελ έλεγε ο Γερμανός και δε ρώταγε άμα εγώ παγωμένη ήμουνα…
Ε, κι ο Μανώλης τι; Κι αυτός σαν κι εμένα εύκολα όλα τα νόμιζε μα ανάποδα του ρθαν. Σε μια μηχανή τον βάλανε και του φαγε το χέρι και το μωρό στο ίδρυμα μεγάλωνε… Και μου λες η ζωή δεν είναι αγγούρι…
Και έκανε εγχειρήσεις ένα σωρό και δυσκολία μεγάλη είχε γιατί αρχή ήτανε κανένα δεν εγνώριζε κανένα… και οι Γερμανοί τι νομίζεις… ευκαιρία να τον διώξουνε θέλανε έτσι στο τσάμπα αλλά έδωκε ο Θεός του είπανε για το δικηγόρο που τονε βοήθαγε και σύνταξη του βγαλε, λίγα βέβαια, αλλά τι να έκαμνε με ένα χέρι. Εδώ στον τόπο σου και δε σε βοηθάνε εδώ …σε ρωτάνε μπορείς να βγάλεις ακόρτ; καλά αλλιώς δουλειά δεν έχει… σπίτι δεν έχει…
Καλά που ήταν η Χρυσούλα να δουλεύει. Μέχρι να βγει η σύνταξη δυο δουλειές δούλευε… Γερή… γερή γυναίκα …Τώρα περάσανε βέβαια και τα χρόνια… Τι περιμένεις;
Και περάσανε χρόνια δέκα να πάνε να δούνε το παιδί. Και σταθήκανε μπροστά του και του πανε να φωνάξει τη Νεκταρία … Κατάλαβες; Δε γνωρίσανε το παιδί τους πουλάκι μου…

Και μετά τη φέρανε εδώ και δε τη ξαναφήσανε πουθενά αμά δύσκολα ήτανε…Πού τους ήξερε το παιδί που μωρό το αφήκανε και κοπελίτσα το βρήκανε…Αλλά έδωκε ο Θεός…έδωκε ο Θεός και το βρήκανε και είναι καλά κι αγαπημένοι…. Και βλέπεις τη Νεκταρία όμορφα που χορεύει; …Με τη Ντίνα φιλενάδες είναι σαν εμένα με τη Βαγγελίτσα είναι….

Έλα, Μαιρούλα μου, να πιούμε πάλι καφέ μαζί… Την Κυριακή, πουλάκι μου, μετά την εκκλησία…»

Έτσι γινότανε πάντα. Ένα είδος ανανέωσης της συνάντησης. Πάντα στο σπίτι της. Ένα παλιό κτίριο το στέγαζε απ’ αυτά που είχαν αφεθεί στη μοίρα τους και στέγαζαν πρόσφυγες όλων των ειδών και από παντού. Με τουαλέτα κοινή, ίσως και σε δυο ορόφους, αν και ολοένα λιγότεροι, Έλληνες τουλάχιστον, κατοικούσαν σε τέτοια σπίτια. Αυτά τα νοίκιαζαν πια Ασιάτες και Αφρικανοί οικονομικοί και πολιτικοί περιπλανώμενοι Ιουδαίοι του καιρού μας. Φαντάζομαι πάντως πως σ’ έναν καιρό και όχι εξαιρετικά μακρινό, η πρωινή τουαλέτα θα προοιώνιζε θα διέγραφε τη μέρα που θα ακολουθούσε καθώς οι βρισιές στη σύγχρονη Βαβέλ, θα την ευλογούσαν.

Μα η Ελένη δεν είχε θελήσει να εγκαταλείψει το σπίτι της. Έστω και ξένο το κτίσμα είχε στεγάσει τόσα δικά της όνειρα κι ελπίδες μα και πρακτικά αγορασμένα από την αρχή για το δικό της σπίτι. Μα δεν ήταν τυχερό…Τυχερό δεν ήτανε…

« Aμά να πω και στην Έλλη, πουλάκι μου; Κακομοίρα όλο στενοχώρια είναι. Στενοχωρημένη με την Κλαίρη της είναι που αρρώστησε…να πω να ρθει;»
«Να πεις, Ελένη, γιατί να μην πεις…»
Όλους, με τη σειρά, γιατί πώς να χωρέσουν στο μικρό της βασίλειο. Η Βαγγελίτσα, η κυρα-Κούλα, η Έλλη…

Η Έλλη ήταν η καλλίφωνη της κοινότητας
«Αμά να την ακούσεις, Μαιρούλα μου, τι ωραία ψέλνει το άσπιλε άμωμε…Αυτή μόνο καλά το λέει και φασαρία έκανε ο ψάλτης, πέρυσι, δική του δουλειά ήτανε λέει, αλλά παπάς δεν τον άκουσε και η Έλλη είπεν το…»

Η Έλλη ήταν μια εξαιρετικά κοκέτα και περήφανη γυναίκα, κάποτε. Αρχηγός στη γυναικεία δεξιά πτέρυγα. Να πρωτοστατεί στο εκκλησιαστικό συμβούλιο. Καυγάδες και φωνές και χτύπημα στο τραπέζι. Ο Επιτάφιος θα στολιστεί έτσι και θέλουμε αυτά τα λουλούδια και δώστε λεφτά…Και να ψάλλει …πέρα από την ωραία κατά γενική ομολογία και με μια έπαρση… ένα καμάρι………….
Περήφανη για την ομορφιά της και τις δυο της κόρες μα χτυπήθηκε σκληρά καθώς η Κλαίρη της εικοσάχρονη κοπελίτσα, χτυπήθηκε από ανίατη αρρώστια. Γονάτισε και το μόνο από τις παλιές της συνήθειες που κράτησε ήτανε η σχέση της με την εκκλησία. Όμως μόνο να υπηρετεί πια. Να σερβίρει τον καφέ μετά τη λειτουργία στη διπλανή αίθουσα , να καθαρίζει και σε σπάνιες περιπτώσεις να ψάλλει. Όπως στους Χαιρετισμούς της Παναγίας.. Και πια θλιμμένα και ταπεινά. Και στον καυγά που έγινε ανάμεσα στον πατέρα Κοσμά, ένα γεροδεμένο πάπαρο από τη Μακεδονία ούτε ανακατεύτηκε, ούτε μίλησε …Κι ας έγινε ντόρος και φασαρία μεγάλη κι ακούστηκε ως τη Βόννη, την πρωτεύουσα της χώρας. Και τον άκουσε τον αχό κι ο μητροπολίτης και ήρθε άρον των άρον ανήμερα των Φώτων στη μικρή μας πόλη, γιατί το ζήτημα παραήταν σοβαρό για να το αγνοήσουν…

O πατέρας Κοσμάς κατηγορήθηκε πως έπαιρνε τα χρήματα των πιστών και αντί να τα αποδίδει στην εκκλησία (βλέπε τραπεζικός λογαριασμός Μητρόπολης ),τα τοποθετούσε στον τραπεζικό λογαριασμό της γυναίκας του. Ούτε καν στο δικό του. Ήρθε λοιπόν τρεχάτος και ασθμαίνων, ο μητροπολίτης, (είχε και κάποια κιλά μαζί με την ηλικία), εκμεταλλεύτηκε τη γιορτή για να βγάλει ένα δεκάρικο πανηγυρικό, έκοψε την πίτα και φλέρταρε διακριτικά τη δασκάλα του ελληνικού σχολείου και κυρίως έβαλε τάξη λύνοντας άπαξ και δια παντός το πρόβλημα.

Την άλλη μέρα φύγανε και οι δύο ο Μητροπολίτης για τη Βόννη ο πατέρας Κοσμάς για την Ελλάδα.
Kαι το καράβι της εκκλησίας παρά τους όποιους μικρούς ή μεγάλους κλυδωνισμούς, συνέχιζε την πορεία του…

Τότε ήταν που διαγράφτηκε η Ελένη από τα κατάστιχα της κοινότητας… Βλέπεις πρώτα το συμβούλιο είχε ζητήσει την αποπομπή του εν λόγω ιερέα και εκείνη …λες και αγγίξανε τα ιερά και τα όσια της φυλής. Έδωσε σκληρή μάχη είναι αλήθεια… μα τίποτα δεν κατάφερε …Κι όρκο έδωσε να μην ξαναπατήσει εκεί μέσα…
«Ακούς, πουλάκι μου, …ακούς…να τα βάλουν με το Χριστό και την Παναϊα …ακούς…»
«Βρε Ελένη, νομίζω…»
Ποτέ δε μ’ άφηνε να αποσώσω
«Μαιρούλα, πουλάκι μου, η θρησκεία είναι ιερόν πράγμα, πουλάκι μου και τίποτα δε μας έμεινε ..αυτό μας έμεινε…Πατρίδα δεν έχομεν , σπίτι δεν έχομεν γυμνοί είμαστε, άλλη παρηγορία δεν έχομεν …να το σκοτώσωμεν κι αυτό … οι απρόκοφτοι..»
Έτσι τους έλεγε απρόκοφτους μαζί με μια βρισιά στα Ποντιακά κι αυτό ήταν μεγάλη υπέρβαση γι’ αυτήν αφού απόφευγε επιμελώς να τα μιλά όταν είμαστε μαζί από μια ευγένεια που την έκανε να ξεχωρίζει. Ούτε λέξη δεν άφηνε να της ξεφύγει για να μη με φέρει σε δύσκολη θέση…Ούτε λέξη…

Και κάποτε την έχασα. Περάσανε οι μέρες μιας βδομάδας, δύο βδομάδων…τίποτα…Ανησύχησα. Τελευταία υπόφερε πολύ από τα ρευματικά της είχε πάρει και κάποια κιλά… δυσκολευόταν ακόμα και στο περπάτημα. Οι βδομάδες έγιναν τρεις κι αποφάσισα να την ψάξω. Πήγα στο παρκάκι που σύχναζαν οι Έλληνες μα κανείς δεν την είχε δει. Η Βαγγελίτσα που θα μπορούσε να ξέρει είχε πάει στην Ελλάδα. Δε μου μενε άλλο παρά να περιμένω….

Και μια μέρα στο ξαφνικό και στο απρόσμενο, μου τηλεφώνησε
« Μαιρούλα, πουλάκι μου θα ρθεις απόγεμα καφέ να πιούμε;»
«Θα ναι και η Έλλη;» ρώτησα
«Όχι, πουλάκι μου, μόνες θα είμαστε ιμπεράσουγκ θα κάμω σου»
Α, ρε Ελένη με τα uberaschungs σου! Αν δεν την έλεγε αυτή τη λέξη μπορεί και να μην πήγαινα…Ήθελα να της κρατήσω μούτρα που εξαφανίστηκε χωρίς μια λέξη…
Θες η περιέργεια για την έκπληξη , θες το ιμπεράσουγκ πήρα τα γλυκά που ήξερα πως της αρέσουν και πήγα. Χτύπησα την πόρτα και περίμενα αφηρημένη μάλλον να μου ανοίξει η πόρτα.
Εντελώς ξαφνικά και απροειδοποίητα στη θέση της Ελένης στεκόταν μια νεότερη λεπτή γυναίκα, που ωστόσο είχε το χαμόγελό της, Θα ναι η αδερφή της σκέφτηκα…
«Μαιρούλα, πουλάκι μου..»
«Ελένη!»
«Διες με! Πώς φαίνομαί σου!»
Και δώστου να στριφογυρίζει με τη χάρη και το νάζι αλλά και την αθωότητα εικοσάχρονης, να μου δείξει πόσο αδυνάτισε….
«Βρε, Ελένη, τι θαύμα είναι αυτό; Μα πως το κατάφερες; Μπράβο! Μπράβο!»
Πραγματικά είχε καταφέρει να με εντυπωσιάσει και να με εκπλήξει…Πώς στο καλό τα κατάφερε;…
Κι άρχισε να μου ιστορεί και να εξιστορεί τι έκανε έξι βδομάδες
«Πήα στα κούα , πουλάκι μου…ο γιατρός είδε κακά ήμουν και είπε πρέπει να πάω στα κούα…»
Και πήε στα κούα κι έκανε διατροφή ειδική για να χάσει τα παραπανίσια κιλά κι έκανε και γυμναστική και
«..έμαθα κολύμπι, πουλάκι μου…»
Έμαθε και κολύμπι. Αυτή που τη θάλασσα την έβλεπε μέσα από το τρένο ή το λεωφορείο ή τις φωτογραφίες. Μήπως κι είχε πάει διακοπές στη θάλασσα ποτέ της;
«Μου δώκανε και δίπλωμα… δες δες…»
Και μου δειχνε όλο καμάρι και υπερηφάνεια το δίπλωμα που έλεγε πως η Ελένη είχε περάσει τη δοκιμασία της κολύμβησης με επιτυχία. Κι έλεγε κι έλεγε…Και τούτο κάναμε και το άλλο μας λέγανε… Και τρώγαμε απ’ αυτό και από τούτο καθόλου και εγώ έλεγα έτσι και γελάγανε …και είδες η γλώσσα ουου! Φαρσί τα Γερμανικά…. Α, θα τηλεφωνήσω στην Κόνυ να της πω να χαρεί…

Και πάνω που το κεφάλι μου είχε γίνει καζάνι μου πε και το τελευταίο
«Μαιρούλα, πουλάκι μου, μια κοπελίτσα γνώρισα… κοριτσάκι καλό ήτανε και…»

Αυτό κι αν ήταν έκπληξη… Τι έτρεχε; Η Ελένη δυσκολευόταν να μιλήσει, για κάποιο λόγο …που όμως ήθελε να μου πει
Και μου είπε.

Είχε γνωρίσει μια κοπέλα, ένα δεκαπεντάχρονο, μόλις, κορίτσι, που δούλευε στα κούα. Καλό κορίτσι αλλά βασανισμένο. Με μια θεία της είχε έρθει από την πατρίδα της «αλλά πέθανε η καημένη και μονάχο το κορίτσι έμεινε….Από την Τουρκία ήτανε…»
«Από την Τουρκία; Τι λες Ελένη; Τουρκάλα;»
«Αμά άνθρωποι είναι κι αυτοί, πουλάκι μου…Άνθρωποι…και το κορίτσι μικρό είναι αμά μεγάλους μπελάδες έχει…»
Το κορίτσι, από την Τουρκία, το ζητούσανε από την πρεσβεία της χώρας της. Κάτι της διαμήνυσαν πως απαγορευμένα έντυπα κυκλοφορούσε και θέλανε εξηγήσεις …και η μικρή φοβόταν …Φοβόταν να πάει… Αν πήγαινε είχε σχεδόν σίγουρη την απέλασή της. Κι εκεί; Τι θα γινόταν εκεί; Σύλληψη και φυλακή; Σίγουρα αυτό…κι αν δεν πήγαινε… η οικογένειά της ; Σίγουρα θα τους έβαζε σε κίνδυνο…Το μικρό της αδερφό τους γονείς της…. Δύσκολη κατάσταση… Η Αϊσέ, έτσι την έλεγαν, περνούσε αυτό που στον τόπο μας λέμε «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα»
Κι όλη μέρα να κλαίει ….
Η Ελένη το χε πάρει πολύ προσωπικά και ζεστά….. δε θ’ άφηνε «τους κακούς» να το πειράξουν.

Και ξεκίνησε το ψάξιμο. Από δω κι από κει.. Πολλούς και διάφορους, μέχρι και τους δικηγόρους, τους Έλληνες στο LUDVIGSHAVEN, πήγε και βρήκε, μα απάντηση πλήρως ικανοποιητική δεν έπαιρνε ή εκείνη ίσως, να μην καταλάβαινε. Κι αν δεν ήταν η Ντίνα της κυρα-Βαγγελίτσας ακόμα θα ψαχνε. Της Ντίνας, μπορεί και να μην ήταν, σκέφτομαι μετά από τόσα χρόνια, δική της η ιδέα, κάπου όμως, θα ήξερε να ψάξει πιο σωστά ή μπορεί σε κανένα βιβλίο να το χε διαβάσει-το πιο σίγουρο-.Μα τότε τίποτα δε μαρτύρησε κι είπε μόνο πως αυτηνής ιδέα ήταν

«Να παντρευτεί! Και Γερμανό! Γερμανό!»
Σχεδόν ούρλιαξε η Ελένη.
«Τι λες, Ντινούλα μου; Μπουμπούκι εν ακόμα και με Γερμανό! Πώς, κορτσόπον πώς;»
Ακόμα κι όταν η Ντίνα της εξήγησε πως η ιδέα της αφορούσε λευκό γάμο με κάποιον που θα πειθόταν να βοηθήσει, ίσα να πάρει την υπηκοότητα ακόμα και τότε δε σταμάτησε τις αντιδράσεις.
Και μέσα από κουβέντες που από τη σύγχυση της αυτή τη φορά, μας ήταν ακατανόητες γιατί όλο στα Ποντιακά τα λεγε πήραμε πρέφα πως ήταν ανέφικτο το όλο εγχείρημα, γιατί που θα βρισκόταν εκείνος ο καλός ο Γερμανός που θα ήθελε να βοηθήσει την Αϊσέ και να μην την εκμεταλλευτεί μ’ όλους τους τρόπους;
Κι αν βρισκόταν κάποιος που έλεγε το ναι μα όλα ψέματα τα κανε και την πούλαγε τη σκότωνε,… τη…
Κι απαριθμούσε τα δεινά και όλα τα άσχημα που μπορούσαν να συμβούν στη μικρή Τουρκαλίτσα.

Κι ενώ αυτά φώναζε και μάλιστα όσο πιο δυνατά μπορούσε ταυτόχρονα μέσα της – πως γινόταν δυο εντελώς αντιφατικά το ίδιο δυνατά όμως- δούλευε η ιδέα της Ντίνας. Όσο παράτολμη, ριψοκίνδυνη και ΄λάθος κι αν ήταν, φαινόταν η μόνη λύση αλλά πως; Ποιος;
Φως από πουθενά.
Και μια μέρα, τελείως αναπάντεχα είπε:
«Πότε εν γιορτή στην κοινότητα;»
Μπα; Τι ερώτηση ήταν αυτή; Γιατί όλο αυτό το ξαφνικό ενδιαφέρον; Μόνη της δεν είχε τάχα κλείσει όλες τις πόρτες…
Και μετά βάλαμε τα γέλια στη σκέψη πως μπορεί να ενεργοποιούσε τα μέλη της ελληνικής κοινότητας SCHW…και περιχώρων …να …να βρουν γαμπρό για την Αϊσέ…
Αυτή δε γελούσε καθόλου. Πολύ σοβαρή περίμενε την απάντησή μας για το πότε θα γινόταν η γιορτή… Και νομίζω θα ταν για τα Χριστούγεννα…
Ούτε μας ξανάπε λέξη γι’ αυτό το θέμα. Μόνο για το τι θα γινόταν με την Τουρκαλίτσα …αυτό πότε πότε ερχόταν προς συζήτηση… Μα καθώς αυτή η κουβέντα όλο και δυσκόλευε γρήγορα τη βγάλαμε από τη θεματολογία μας…

Και η μέρα της γιορτής ήρθε και η Ελένη ετοιμάστηκε και πήγε…
Αν νομίζαμε πως πήγε για να πει το πρόβλημα που την απασχολούσε και να τη βοηθήσουν να βρει λύση …Λάθος. Μέγα λάθος…
. Έτσι πήγε. Έτσι μας φάνηκε δηλαδή. Πως πήγε χωρίς κι αυτή καλά καλά να ξέρει το γιατί. Ήθελε λέει να τους δει μαζεμένους. Και τους είδε: τον Αποστόλη και την ξινή γυναίκα του τη Μερσίνη. Το Γιάννη, το Χιώτη, το γεροντοπαλίκαρο, που κάποτε της είχε στείλει και προξενιά, μα αυτή από πείσμα είχε αρνηθεί γιατί είπανε πως πρώτα είχε ζητήσει τη Μαρίνα την Κρητικιά. Το Χαράλαμπο, από τον Έβρο και το Γιώργη τον Πατρινό, που είχε ξεκινήσει για ναύτης και κατέληξε βοηθός μάγειρα σ’ ένα ελληνικό στο Έπελλχάιμ. Τη Νότα και τη Λεμονιά, τις δυο φιλενάδες, Αρτινές που φτιαχναν τις ωραίες πίτες. Τη Μαρία, που κούτσαινε ελαφρά γιατί ένα όχημα μεταφορών τη χτύπησε στο πόδι. Τον Μένη και τη Ζαφειρούλα, από τη Δράμα που τόσο καμάρι είχαν για τις κόρες τους και νόμιζαν θα σπούδαζαν, μα αυτές πριν κλείσουν τα είκοσι παράτησαν το Πανεπιστήμιο, στην Ελλάδα και κλέφτηκαν με δυο παιδιά από «τας Σέρρας», Την Ελβίρα, που μάθαινε χορούς στα παιδιά της κοινότητας. Το Ζώτο το διερμηνέα και την Αγαθή την κοινωνική λειτουργό. Όλους. Ακόμα και κείνους με τους οποίους καυγάδισε για το θέμα του παπά ,το Νικολάκη το Σερραίο και κείνη τη σουπιά το Δραμινό το Μιχάλη, που του φυγε η γυναίκα γιατί ήταν χαρτοπαίχτης μεγάλος κι έφτασε να χάσει δυο μαγαζιά στην πράσινη τσόχα…

Τώρα που τα φέρνω στο μυαλό μου, ήτανε μια σπουδαία βραδιά. Με καλά όργανα από τη FRANKFURT για γλέντι μέχρι αργά. Χορέψαμε πολύ εκείνο το βράδυ σαν και τις παλιές μέρες . Και η Ελένη φαινόταν πολύ καλά. Μέχρι και τη διεύθυνσή μου ζήτησε στην Ελλάδα, να ρθει να με βρει λέει, τώρα που θα φευγα και μετά έκλαψε. Από τη χαρά της, έτσι νομίσαμε, γιατί αυτό το συνήθιζε όταν ήταν ευτυχισμένη. Να κλαίει.

Και μετά η Ελένη ξαναχάθηκε. Αυτή τη φορά δεν ανησύχησα. Κανείς δεν ανησύχησε δηλαδή. Μετά την ιστορία με τα κούα σαν να είχε κατά κάποιον τρόπο κατακτήσει την ελευθερία των πράξεων της με τη συγκατάθεση και το σεβασμό, ναι, το σεβασμό του κόσμου.

Μυστήριο που είναι η ζωή!.... Προσπαθείς όλο σου το βίο να κάνεις πράγματα αρεστά στους άλλους ….να σε αγαπήσουν, να σε εκτιμήσουν ή να κερδίσεις το σεβασμό τους και τίποτα δεν πετυχαίνεις και έρχεται η ώρα πας σε κάποια κούα, αδυνατίζεις, αλλάζεις την εμφάνισή σου, μαθαίνεις κολύμπι ή κάτι ανάλογο και γίνεσαι πάραυτα δεκτός με όλες τις τιμές.

Βδομάδες πέρασαν και κάποτε έμαθα πως η Ελένη είχε ξενοικιάσει. Μάλλον είχε ειδοποιήσει τη Βαγγελίτσα τη χήρα ν’ αναλάβουν μαζί με τη Ντινούλα τις διαδικασίες για το ξενοίκιασμα.
Κεραυνός να έπεφτε στο κεφάλι μου, δεν ξέρω αν θα ξεραινόμουν έτσι. Μα τι συνέβαινε;
Απαντήσεις, όσο κι αν τις γύρεψα , από αυτούς μάλιστα που, εγώ, θεωρούσα κοντινούς της, δεν πήρα καμία. Κανείς, απολύτως κανείς δεν ήξερε τίποτα.
Είχε χαθεί από προσώπου γης…..

Και ο καιρός πέρασε και για μένα κι έφυγα κι εγώ από τη Γερμανία και γύρισα στην Ελλάδα .
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, η θύμηση των παλιών ημερών μαζί και της Ελένης σκεπάστηκαν από τη λήθη.

Κι ένα πρωί φύσηξε αγέρας δυνατός και σήκωσε τη σκόνη κι όλα ήρθαν στην εμπρός κάμαρα της μνήμης…
Πάνω στο γραφείο μου μία πρόσκληση γάμου στο Βέλγιο.
Στο Βέλγιο; Ποιον είχα στο Βέλγιο;
Άνοιξα και διάβασα :Σας καλούμε στους γάμους των παιδιών μας, (παλιομοδίτικες εκφράσεις…)Ειρήνη-Αϊσέ και Χάρτμουτ, που θα τελεστούν…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..
Οι γονείς
Ελένη Πολυχρονίδη Γιόχαν & Ρεγγίνα Μάιερ