Κυριακή, 1 Αυγούστου 2010

«Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΓΓΟΥΡΙ»

« Η ζωή Μαιρούλα μου είναι να αγγούρι. Κι άλλος το τρώει και ζορίζεται κι άλλος το τρώει και δροσίζεται. Κι εσύ πολάκι μου, φαίνεται το τρως και δροσίζεσαι μα ρώτα και μένα ..ρώτα και μένα..»
Και γω γέλαγα ακούγοντάς τα χιλιοειπωμένα λόγια κι εκείνη κούναγε το κεφάλι επαναλαμβάνοντας μονότονα ξανά και ξανά
«Ρώτα κι εμένα… ρώτα κι εμένα»

Κι εγώ γελούσα πιο πολύ με τη ζωή αγγούρι που ζόριζε την Ελένη. Την Ελένη που όταν οι άλλοι μιλάγανε γι’ αυτή τη λέγανε το «κορίτσι»

Αυτό κι αν ήταν αστείο… Σαν καραβοτσακισμένη μαούνα έμοιαζε, με το παχύ της κορμί, το ιδιόρρυθμο περπάτημα, που οφειλόταν στα αλλοιωμένα από την αρθρίτιδα κάτω άκρα. Κι ένα κοντοκουρεμένο κεφάλι με μάτια να κοιτούν με υποψία η Ελένη Πολυχρονίδη από την Κομοτηνή, η Ποντία, η πιστή της εκκλησίας, η Ελένη, το «κορίτσι», ετών 54 εργαζόμενη στο εργοστάσιο TERESON, διαγραμμένο μέλος μιας ελληνικής κοινότητας, στην καρδιά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας της έστω και λαβωμένης, πάντα κραταιάς
Η Ελένη που διψούσε να δει και να μάθει

«Αχ Μαίρη πουλάκι μου ! να ξερες ! εγώ τ’ αγάπαγα το σχολείο μα βιβλίο ..ποιος να με το πάρει; Και πήγαινα Μαιρούλα μου, πήγαινα και σκούπιζα στο στάβλο ενός με γελάδια πολλά για με δώσει ο γιος το βιβλίο κι εκείνος ο …ας τον συχωρέσει ο Θεός καθόταν και κοίταε κοίταε.. μη και το διάβαζα και δεύτερη φορά. Ακούς;»
Την άκουα… την άκουα… Άμα ξεκινούσε… ο χρόνος σταμάταγε όπως και σε όλους τους για τον ένα ή τον άλλο λόγο μετανάστες . Σταμάταγε για τα ελληνικά ζητήματα στη χρονιά ακριβώς που είχαν εγκαταλείψει την προγονική εστία.

Και ακριβώς συνέχιζαν τα ίδια χούγια στο βαθμό που ήταν δυνατό και στην ξένη χώρα.
Καφενόβιοι και χαρτοπαίχτες, καυγατζήδες κι αψίθυμοι. Για τις γυναίκες, την τιμή, την οικογένεια, τα χαρτιά, και αλίμονο…πως θα μπορούσε αλλιώς… για τα πολιτικά. Κι ας είχε έρθει πια ένας καιρός, που τα νέα πολιτικά ήθη είχαν αμβλύνει τις αντιθέσεις , και ολοένα περισσότερο αδιάφοροι για την πολιτική και τους άρχοντές της σ’ ένα πλαίσιο εφησυχασμού, γενικότερα στην Ευρώπη, ειδικότερα σ’ εμάς και πιο έντονο γιατί είναι στο φυσικό μας να τα βιώνουμε πιο έντονα.

Εδώ, όμως στην καρδιά της Ευρώπης, Δεξιοί κι Αριστεροί διατηρούσαν ακέραιες και ίδιες, τις πεποιθήσεις της δεκαετίας του 60 τότε που πήραν το δρόμο για την ξενιτιά.

«Όταν πήραν την αδερφούλα μου στο παραπέτασμα…»
«Τι λες Ελένη; Ποιο παραπέτασμα ; Πάνε πια αυτά τελειώσανε….»
«Τελειώσανε λες πουλάκι μου, μα μένα αδερφούλα μου χάθηκε ..»
«Εννοείς πέθανε; Πώς; Σε ατύχημα μήπως..;»
«Άμα μια ξένην ήρθε ανοίγοντας τα σύνορα . Αργύρω , έτσι τη λέγανε, Αργύρω έσκουξα, πουλάκι μου, και πήα να την αγκαλιάσω και το χέρι μου δωκε. Ακούς; Το χέρι μούδωκε..»
«Ε, μωρέ Ελένη, ίσως κι αυτή…»
«Άφτα πουλάκι μου. Εγώ το πήρα απόφαση και την έκλαψα. Σαν πεθαμένον άνθρωπο την έκλαψα και είπα αδερφή δεν έχω πια και στης μανούλας μου τον τάφο κλαίω τηνε ..κλαίω τηνε την άτυχη…»
«Μα σκέφτηκες πως μπορεί να ναι ευτυχισμένη, Ελένη;»
«Ο άνθρωπος πουλάκι μου, δέντρο είναι. Μπορεί το δέντρο να ζει χωρίς τις ρίζες του;»

Ήξερα πως ήταν μάταιο να προσπαθήσω, τις περισσότερες φορές,, να της αλλάξω γνώμη. Και εν τέλει ποιο το όφελος; …αφού το ξερα τα πολιτικά για κεινη ήταν το κόκκινο πανί. Η αιτία όλων των δεινών. Του ξενιτεμού της, που δεν παντρεύτηκε , που δεν έκανε παιδιά, που δε γύρισε πίσω…
Γιατί όλοι όταν ξενιτεύονται, από αρχαιοτάτων χρόνων μάλιστα, μ’ αυτό το κουτάκι ελπίδας γλυκαίνονταν. Να γυρίσουν πίσω. Ει δυνατόν πλούσιοι και δυνατοί με τα όνειρα πληρωμένα. Ει δυνατόν. Μα να γυρίσουν πίσω…

Και θυμάμαι κάποτε στο προξενείο το ελληνικό της Στουτγάρδης έναν ηλικιωμένο κύριο που ρωτούσε εναγωνίως αν θα μπορούσε όταν πεθάνει να ταφεί στη γη των πατέρων. Κι ας είχε ζήσει την περισσότερη απ’ τη ζήση του στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κι ας είχε πάρει την ξένη υπηκοότητα κι ας είχε…
Ήθελε να αναπαυθεί, να χωθεί βρέφος στη μήτρα της μάνας που τον γέννησε, ασφαλής πως όλα εν τάξει και αρμονία όπως οφείλουν, όπως πρέπει να είναι.
……………………………………………………………………………………
Η Ελένη ποτέ δεν παντρεύτηκε. Στην αρχή γιατί ήθελε το κατιτις της να κάμει «Ε, να μην είμαι και με το βρακί..» Ύστερα καθώς τα χρόνια ανάλγητα περνούσαν, άρχισε να γίνεται δύσκολη ή μάλλον να τα βλέπει δύσκολα. Τόσα χρόνια μοναχή ήταν. Δύσκολα στη μοναστική της ζωή να εισβάλλει ένας ξένος, γιατί αυτό θα ήταν ένας εισβολέας που θα την κούρσευε. Αυτήν, τις οικονομίες της, τα όνειρά της.
Παρόλαυτα έκαμε ένα άτυχο αρραβώνα μ’ έναν χωριανό της. Δεν πολυκαίρισε. Θες τα λόγια του ενός και του άλλου, θες η δική της κλονισμένη από χρόνια πίστη στο ανθρώπινο γένος, θες πως κι ο ίδιος λειψός από λεπτότητα και τρυφεράδα ήταν…
«…λέει να πουλήσομεν, το σπίτι στην Κομοτινή και Σαλονίκη να πάμε. Ακούς; στη Σαλονίκη… Δεν τον άρεζε στην Κομοτινή, σε λέει…ευκαιρία …Μπρος για Σαλονίκη…
Ακούς; Που έστελνα, πουλάκι μου, έστελνα, μάρκο το μάρκο…. που μάζευα φινίκι το φινίκι και έρχεται να λέει πουλήσομεν;…»
Έτσι τα όνειρα δεν κάρπισαν να κάνει οικογένεια κι αυτή και να μπει στη σειρά. Δεν τελεσφόρησαν κι έμεινε για πάντα το «κορίτσι» της ελληνικής κοινότητας SCH….και umgembung (περιχώρων).

Αχ, αυτά τα περίχωρα… από πού αρχίζουν κι ως που τελειώνουν; Το μήλο της έριδας αποτέλεσαν, ανάμεσα σε αντιπολιτευόμενες παρατάξεις καθώς καθεμία έτρεχε να μαζέψει τα κουκιά της απ’ όπου μπορούσε. Κι έφτασε να ειπωθεί πως ερχότανε από άσχετα μέρη, χιλιόμετρα μακριά να γραφτούν, ως περαχωρίτες, στην ελληνική κοινότητα SHW… Κι άμα ρωτάς έχω να πω πως οι εκλογές εκεί ουδόλως υστερούσαν σε πάθος ένταση δολοπλοκίες μηχανορραφίες. Ίσως μάλιστα να είχαν και περισσότερο χρώμα ..
Οι δε παρατάξεις; Οι γνωστές. Δεξιά, κυρίως εργάτες σε μεγάλα εργοστάσια και λίγοι μαγαζάτορες. Με στενούς δεσμούς με την εκκλησία και την παράδοση. Αναγνωρίζανε το μεγαλείο της χώρας που τους φιλοξενούσε, ευγνώμονες βαθιά για την τύχη τους.
Ένα φεγγάρι, είχαν δημιουργηθεί μαθήματα γερμανικών για Έλληνες από την κοινότητα. Η δασκάλα ήταν μια νεαρή ένθερμη Γερμανίδα που εκτός από τη γλώσσα, είχε βάλει σκοπό της ζωής της να αναμορφώσει και πολιτικά τους μαθητές της. Και καθώς τα μαθήματα έπεσαν στη μεγάλη απεργία των εργατών μετάλλου είχε λες αναλάβει σταυροφορία να τους πείσει μην υποχωρήσουν, να μην υποκύψουν. Οι δεξιοί λοιπόν απ’ αυτή την ομάδα αν στήριξαν την απεργία οφειλόταν σ’ αυτή τη Γερμανιδούλα που δεν μπορούσαν να της πουν όχι. Γιατί η απεργία ήταν αντίθετη πράξη με τα πιστεύω τους. Ο Θεός είχε κάμει έτσι τον κόσμο. Να ναι οι μεγάλοι και οι μικροί. Αιώνες τώρα αυτά έτσι από μακριά έρχονταν και δε γινόταν ν’ αλλάξουν, αλλά αφού η δασκάλα τους που ήταν Γερμανίδα, πάει να πει αφεντικό, έτσι πίστευε θα της κάναν το χατίρι.

Στον αντίποδα η αριστερά. Κι αυτοί εργάτες. Καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα. Ζούσαν κουβαλώντας μνήμες και αξίες της δεκαετίας του 60 κι ήταν αστείο να βλέπεις να χωρίζονται σε καφενεία και στέκια κι ύστερα να στέκουν μαζί στην ουρά του μεροκάματου μα ποιος να πει αντίθετη κουβέντα φίδι τον έφαγε
Και στη μέση καινούριο κόμμα το ΠΑΣΟΚ η νέα άρχουσα, στα πολιτικά τάξη. Με μαγαζάτορες κυρίως έτοιμους να κυβερνήσουν λες, αρχής γενομένης από τούτη την κοινότητα. Με πλοκάμια εδώ και εκεί. Που είχε και μια ιδέα αριστερής κουλτούρας αλλά και το παραδοσιακό κατεστημένο ακλόνητο….

Οι οπαδοί και των τριών αποχρώσεων έσμιγαν κατά περιόδους και ανάλογα. Ας πούμε στην εκκλησία. Οι δεξιοί να προσευχηθούν, οι αριστεροί να σχολιάσουν και αυτό γινόταν παντού
Μόνο στη συμπλήρωση του βδομαδιάτικου lotto είχανε σχηματίσει ένα είδος συμμαχίας, κάτι σαν κυβέρνηση εθνικής ενότητας όπου όλοι χωρούσαν. Με ταμία τον Αντώνη. Ένα μεγαλόσωμο Εβρίτη που αν τα λεξικά είχαν φωτογραφίες, τότε σίγουρα στο λήμμα «τίμιος», θα φιγουράριζε η γελαστή του φάτσα. Παντού να καβγάδιζαν, παντού να διαφωνούσαν, ο Αντώνης που χόρευε το «Στέργιο»,σαν να έψαλλε τον εθνικό ύμνο, ήταν το κοινό σημείο σύγκλισης.
Μέχρι το Σάββατο, Αριστεροί, Δεξιοί, Πασόκοι, ενωνόταν για τη συγκρότηση του βδομαδιάτικου δελτίου που τα κέρδη του θα τους έβγαζαν από τη μιζέρια τους και θα τους ανέβαζαν σε βάθρο νικητών. Και να η αγωνία, και να τα σχέδια, και να οι ελπίδες που φρούδες αποδεικνύονταν και που αλίμονο κρατούσαν μέχρι την ανακοίνωση των αριθμών, Σάββατο βράδυ, οπότε άρχιζαν πάλι οι γκρίνιες κι όλο οι άλλοι φταίγανε που δεν άλλαζε η ρημάδα, η τύχη…………………….

Γι’ αυτό και λίγοι πηγαίνανε στα μαθήματα Γερμανικών. Τι τους χρειάζονταν;

Η Ελένη όμως έτρεχε. Από τις πρώτες δήλωσε συμμετοχή. Να μάθει. Ό,τι να’ναι μόνο να μάθει. Αυτή η πελώρια λαχτάρα, ο ασίγαστος πόθος του ανθρώπου, η δίψα η ακατάπαυστη, η φλόγα η άσβεστη, σ’ αυτήν την Ελένη «το κορίτσι» μαζεύτηκαν. Κι ας έλεγαν οι λοιποί τα διάφορα
«Πααίνει κι του κουρίτσ’ μαζί μι τη Βαγγ’λίτσα τη χήρα… Τι πααίνουν; Θα γένουν μορφωμένες ..Μήνια κι αλλάξ’ τίποτα;»
Αυτή ήταν και η γνώμη της κυρα-Κούλας που ας ήταν παλιά αντάρτισσα στον καιρό της και είχε θελήσει ν’ αλλάξει τον κόσμο τώρα μάλλον σαν εξομώτισσες τις έβλεπε που ασπάζονταν την καινούρια θρησκεία που ήταν η γλώσσα του εχθρού που τους είχε πάρει τη νιότη τους και σύνθλιβε τις εναπομείνασες μέρες τους εκεί στον κρύο καμπο της Βάδης Βυρτεμβέργης κοντά στον ποταμό Νέκαρ που μέσα του ταξίδευαν καράβια μα τα δικά τους μένανε για πάντα στην άκρη τραβηγμένα αταξίδευτα χωρίς ρότα χωρίς σκοπό.
Σκληρή η κυρα-Κούλα. Από τα Χάσια είχε κατέβει κυνηγημένη με δυο παιδιά
«Α, μαρή μι τα π’ράξινα…. Να γένουμ’ μαθ’τούδια ..μη πααίνεις στη φάμπρικα κι σ’ λέου γω…»
Την Ελένη, ας μην το δειχνε την αγαπούσε μα…
«Α, μαρή πάγαινε σα πέρα που θα κάτσ’ στου θρανίου…»
Μάζευε λεπτό το λεπτό να τα κάνει ρούχα όμορφα να τα στείλει στις «αγκονιές» τα καμάρια της από τη μεγάλη την κόρη από τον άντρα της τον αντάρτη που τον έστησαν αυτόν στον τοίχο κι αυτή ασαράντιγη ακόμα στη φυλακή.
Ο άνθρωπος θηρίο είναι και όλα τα αντέχει τα προσπερνά και προχωρά και η κυρα-Κούλα ξαναπαντρεύτηκε με το Νικόλα ένα γλυκό πλάσμα που όλοι απορούσαν πως την άντεχε έτσι αυταρχική και δύσκολη και γεμάτη αφορισμούς για όλους…
Μα να πεις ήταν η εξαίρεση; Αφού λίγο ως πολύ οι περισσότεροι την ίδια γνώμη είχαν.
Δύσκολα να πάρουν μέρος στη ζωή της πόλης. Σε γκέτο δε ζούσανε μα πες πως εκεί κατοικούσανε αφού καμία σχέση μ’ ό,τι γινόταν δεν είχαν. Κι αν γίνονταν γιορτές πιο πολύ σα θεατές αφού η γλώσσα λειψή …………....
Ό.τι τους χρειαζόταν το ξέρανε. Θα πεις τσάτρα πάτρα μα τη δουλειά τους την έκαναν τώρα για τα παραπάνω … Αυτά ήταν για το σύλλογο…

Υπήρχε ένας σύλλογος, ελληνογερμανικός, που για μέλη του είχε όλους τους Έλληνες επιστήμονες, συμπτωματικά παντρεμένους με γηγενείς και μάχονταν, αλήθεια μάχονταν, να σταθούν ισάξιοι με τα ταίρια τους προβάλλοντας την αρχαία κουλτούρα του τόπου καταγωγής τους, εξοβελίζοντας κάθε τι το τωρινό, ό,τι θύμιζε την προέλευση τους τη σημερινή, ένα χωριό, μια μιζέρια. Τίποτα το λαμπερό το εξώθφαλμα λαμπερό. Μέχρι και στα παιδιά τους είχαν δώσει αρχαία ονόματα Κίμων Ξενοφώντας και άλλα . και θυμάμαι τώρα τον έρμο Κίμωνα γιο ενός ενός επίλεκτου μέλους του συλλόγου, γιατρού στο επάγγελμα που δεν πάταγε στη γη απ’ το καμάρι για την αρχαιοελληνική του ταυτότητα, ένα λιγνούλι παιδάκι να μπερδεύει τα λογάκια του και μόνο στις βρισιές ήταν ξεκάθαρος και στις δυο γλώσσες.
Και όλοι τους, όλοι ανεξαιρέτως αντιμετωπιζόταν με περιφρόνηση από την επίσημα αναγνωρισμένη ελληνική κοινότητα. Ακόμα κι η Ελένη έτσι τους έβλεπε. Κι αν έλειπε ο πρόεδρός τους ένας παθολόγος γιατρός γεμάτος αγάπη για τους ανθρώπους και τη δουλειά του θα τους είχαν ρίξει στο πυρ το εξώτερο της εκτίμησής τους. Μα πάντα υπάρχουν άνθρωποι που διασώζουν την τιμή έστω ενός συλλόγου.
Και για να λέμε τα σωστά έκαναν και πραματάκια. Καλούσαν καλλιτέχνες, κυρίως, διάσημους στην Ευρώπη ή απλά ακουσμένους. Μα η ελληνική κοινότητα πάντα τους σαμπόταρε, εκτός από τις φορές που κάποιο μέλος είχε πέσει στην ανάγκη του γιατρού.
Kαι κάποτε παραλίγο να γίνουν καταγέλαστοι σε Γερμανούς και Έλληνες. Είχαν καλέσει ένα διάσημο συγγραφέα από την πατρίδα που κάποτε είχε χρηματίσει τρόφιμος του κολαστήριου του Νταχάου τον καιρό του 2ου μεγάλου πολέμου. Φόβος τους συνεπήρε καθώς μερικοί θεώρησαν πως το παρελθόν του ανδρός δεν ταίριαζε με το προφίλ του συλλόγου και μια ιδέα ρίχτηκε που είχε μάλιστα και οπαδούς να του ζητήσουν να μην το αναφέρει καν κι αν το αρνιόταν ακόμα καλύτερα. Ευτυχώς ο πρόεδρος παρενέβη κι έσωσε την τιμή και η εκδήλωση είχε μεγάλη επιτυχία.
…………………………………………………………………………………….
Η Ελένη είχε καρδιακή φίλη τη Βαγγελίτσα τη χήρα. Η Βαγγελίτσα δεν ήταν από τα μέρη της δεν ήταν Ποντία. Είχε δυο παιδιά στο κεφάλι της να φροντίσει και τον εαυτό της να προστατεύσει από την κακογλωσσιά του κόσμου

«Η Βαγγελίτσα, Μαιρούλα μου, είχε καλόν άντρα πουλάκι μου,…. Μα ήτανε άτυχη άτυχη ήτανε … Σ’ ένα βόθρο έπεσε και πέθανε πουλάκι μου …Ακούς; Τέτοιον θάνατο έλαβε… Κι αφήκε τη Ντίνα και το Μιχάλη κληρονομιά στην καημένη… Και τι να κάμει πουλάκι μου; Ήρθε κι αυτή, σαν που ήρθα κι εγώ, σαν που ήρθαμε όλοι δω πέρα, για καζάντια και βλέπεις πως την τυραννά ο Μιχάλης; Άντρας της να ήτανε έτσι δε θα έκαμνεν…»
Ο γιος της Βαγγελίτσας, ο Μιχάλης είχε έρθει έφηβος σχεδόν στη Γερμανία. Ποτέ του δεν κατάφερε να προσαρμοστεί και να ενταχθεί….
Στο σχολείο δυσκολεύτηκε να πάρει το χαρτί του κι αφού με τα γράμματα δεν τα κατάφερνε
« ε, τι να έκαμνε κι αυτή; Του άνοιξε ένα μαγαζί στη Goethe strasse ένα σα μπακάλικο να ρχονται Έλληνοι που παν στους Τούρκους κι ακουμπάν τον ιδρώτα. Αμά το μαγαζί κώλο θέλει, δουλειά θέλει, κοίταμα θέλει… Μιχάλης τι έκαμνε; ..»

Ο Μιχάλης όπου λωβιτούρα και λαμογιά μέσα. Μέσα και στην κυριολεξία και στη μεταφορά. Και δώστου να τρέχει η Βαγγελίτσα και δώστου να πληρώνει δικηγόρους να τον ξεμπλέξουν. Και κείνος απόγονος του ασώτου μετανοιωμένος επέστρεφε. Και ξανά λεφτά να στηθεί καινούρια δουλειά κι άρχισαν τα δάνεια και τα χρέη και σε ποιον να τα πει; Μπορούσε μια μάνα να ξεφωνίσει το παιδί της; Την άκουγε η Ελένη και στάζαν τα δικά της μάτια δάκρυα αρμυρά για τα παιδιά που δεν είχε κανακέψει και τις πίκρες που δεν της έδωσαν…»
«Μην κλαις πουλάκι μου Βαγγελίτσα κι έχεις τη Ντινούλα σου, πουλάκι μου…»

Είχε την Ντίνα που μεγαλώνοντας έγινε το καμάρι της κοινότητας. Άριστη στο σχολείο κατέπληξε τους πάντες με τις ικανότητες της κι όλοι πίστευαν πως θα γινόταν δασκάλα και πως θα ρχοταν καιρός που ένας – μια απ’ αυτούς θα μάθαινε στα παιδιά τους τη γλώσσα της πατρίδας μα εκείνη το δήλωσε νωρίς νωρίς δυνατά να την ακούσουν όλοι
«Θα γίνω γιατρός» Έτσι είπε, έτσι έγινε.
Και δούλεψε κι αυτή. Σερβίριζε ποτά και φαγητό, έβλεπε μωρά, δούλευε λάντζα στα ελληνικά μαγαζιά . κι έγινε η Ντίνα, με τα χάλκινα μαλλιά, γιατρός με σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Ηeidelbeg, μα ποτέ δεν έφυγε από την αγκάλη της ελληνικής κοινότητας. Ήτανε και στη χορευτική ομάδα. Μαζί με την Αρετή την Ελένη τη Νεκταρία… τη Νεκταρία την κόρη του Μανόλη από την Κρήτη….

Την είχαν αφήσει oι γονείς της, από τη γέννησή της σχεδόν, σ’ ένα ίδρυμα
«….της εκκλησίας, Μαιρούλα μου, της εκκλησίας. Η προϊσταμένη ήταν δικός τους άνθρωπος ξάδερφος του Μανώλη…Ε, που να το φέρναν εδώ το μωρό; Είχανε τη ντάντα να το προσέξει; Ξέρανε και τι θα βρούνε; Λέανε, να πάμε …να ταχτοποιηθούμε και να το φέρουμε το μωρό… Αμά ποιος ήξερε πως ήτανε εδώ τα πράματα… που παράδεισο λέγανε όλοι πως ήτανε και ποιος είπε εμένα πως θα δούλευα στο χιόνι, Μαιρούλα μου, κι όλο σνελ σνελ έλεγε ο Γερμανός και δε ρώταγε άμα εγώ παγωμένη ήμουνα…
Ε, κι ο Μανώλης τι; Κι αυτός σαν κι εμένα εύκολα όλα τα νόμιζε μα ανάποδα του ρθαν. Σε μια μηχανή τον βάλανε και του φαγε το χέρι και το μωρό στο ίδρυμα μεγάλωνε… Και μου λες η ζωή δεν είναι αγγούρι…
Και έκανε εγχειρήσεις ένα σωρό και δυσκολία μεγάλη είχε γιατί αρχή ήτανε κανένα δεν εγνώριζε κανένα… και οι Γερμανοί τι νομίζεις… ευκαιρία να τον διώξουνε θέλανε έτσι στο τσάμπα αλλά έδωκε ο Θεός του είπανε για το δικηγόρο που τονε βοήθαγε και σύνταξη του βγαλε, λίγα βέβαια, αλλά τι να έκαμνε με ένα χέρι. Εδώ στον τόπο σου και δε σε βοηθάνε εδώ …σε ρωτάνε μπορείς να βγάλεις ακόρτ; καλά αλλιώς δουλειά δεν έχει… σπίτι δεν έχει…
Καλά που ήταν η Χρυσούλα να δουλεύει. Μέχρι να βγει η σύνταξη δυο δουλειές δούλευε… Γερή… γερή γυναίκα …Τώρα περάσανε βέβαια και τα χρόνια… Τι περιμένεις;
Και περάσανε χρόνια δέκα να πάνε να δούνε το παιδί. Και σταθήκανε μπροστά του και του πανε να φωνάξει τη Νεκταρία … Κατάλαβες; Δε γνωρίσανε το παιδί τους πουλάκι μου…

Και μετά τη φέρανε εδώ και δε τη ξαναφήσανε πουθενά αμά δύσκολα ήτανε…Πού τους ήξερε το παιδί που μωρό το αφήκανε και κοπελίτσα το βρήκανε…Αλλά έδωκε ο Θεός…έδωκε ο Θεός και το βρήκανε και είναι καλά κι αγαπημένοι…. Και βλέπεις τη Νεκταρία όμορφα που χορεύει; …Με τη Ντίνα φιλενάδες είναι σαν εμένα με τη Βαγγελίτσα είναι….

Έλα, Μαιρούλα μου, να πιούμε πάλι καφέ μαζί… Την Κυριακή, πουλάκι μου, μετά την εκκλησία…»

Έτσι γινότανε πάντα. Ένα είδος ανανέωσης της συνάντησης. Πάντα στο σπίτι της. Ένα παλιό κτίριο το στέγαζε απ’ αυτά που είχαν αφεθεί στη μοίρα τους και στέγαζαν πρόσφυγες όλων των ειδών και από παντού. Με τουαλέτα κοινή, ίσως και σε δυο ορόφους, αν και ολοένα λιγότεροι, Έλληνες τουλάχιστον, κατοικούσαν σε τέτοια σπίτια. Αυτά τα νοίκιαζαν πια Ασιάτες και Αφρικανοί οικονομικοί και πολιτικοί περιπλανώμενοι Ιουδαίοι του καιρού μας. Φαντάζομαι πάντως πως σ’ έναν καιρό και όχι εξαιρετικά μακρινό, η πρωινή τουαλέτα θα προοιώνιζε θα διέγραφε τη μέρα που θα ακολουθούσε καθώς οι βρισιές στη σύγχρονη Βαβέλ, θα την ευλογούσαν.

Μα η Ελένη δεν είχε θελήσει να εγκαταλείψει το σπίτι της. Έστω και ξένο το κτίσμα είχε στεγάσει τόσα δικά της όνειρα κι ελπίδες μα και πρακτικά αγορασμένα από την αρχή για το δικό της σπίτι. Μα δεν ήταν τυχερό…Τυχερό δεν ήτανε…

« Aμά να πω και στην Έλλη, πουλάκι μου; Κακομοίρα όλο στενοχώρια είναι. Στενοχωρημένη με την Κλαίρη της είναι που αρρώστησε…να πω να ρθει;»
«Να πεις, Ελένη, γιατί να μην πεις…»
Όλους, με τη σειρά, γιατί πώς να χωρέσουν στο μικρό της βασίλειο. Η Βαγγελίτσα, η κυρα-Κούλα, η Έλλη…

Η Έλλη ήταν η καλλίφωνη της κοινότητας
«Αμά να την ακούσεις, Μαιρούλα μου, τι ωραία ψέλνει το άσπιλε άμωμε…Αυτή μόνο καλά το λέει και φασαρία έκανε ο ψάλτης, πέρυσι, δική του δουλειά ήτανε λέει, αλλά παπάς δεν τον άκουσε και η Έλλη είπεν το…»

Η Έλλη ήταν μια εξαιρετικά κοκέτα και περήφανη γυναίκα, κάποτε. Αρχηγός στη γυναικεία δεξιά πτέρυγα. Να πρωτοστατεί στο εκκλησιαστικό συμβούλιο. Καυγάδες και φωνές και χτύπημα στο τραπέζι. Ο Επιτάφιος θα στολιστεί έτσι και θέλουμε αυτά τα λουλούδια και δώστε λεφτά…Και να ψάλλει …πέρα από την ωραία κατά γενική ομολογία και με μια έπαρση… ένα καμάρι………….
Περήφανη για την ομορφιά της και τις δυο της κόρες μα χτυπήθηκε σκληρά καθώς η Κλαίρη της εικοσάχρονη κοπελίτσα, χτυπήθηκε από ανίατη αρρώστια. Γονάτισε και το μόνο από τις παλιές της συνήθειες που κράτησε ήτανε η σχέση της με την εκκλησία. Όμως μόνο να υπηρετεί πια. Να σερβίρει τον καφέ μετά τη λειτουργία στη διπλανή αίθουσα , να καθαρίζει και σε σπάνιες περιπτώσεις να ψάλλει. Όπως στους Χαιρετισμούς της Παναγίας.. Και πια θλιμμένα και ταπεινά. Και στον καυγά που έγινε ανάμεσα στον πατέρα Κοσμά, ένα γεροδεμένο πάπαρο από τη Μακεδονία ούτε ανακατεύτηκε, ούτε μίλησε …Κι ας έγινε ντόρος και φασαρία μεγάλη κι ακούστηκε ως τη Βόννη, την πρωτεύουσα της χώρας. Και τον άκουσε τον αχό κι ο μητροπολίτης και ήρθε άρον των άρον ανήμερα των Φώτων στη μικρή μας πόλη, γιατί το ζήτημα παραήταν σοβαρό για να το αγνοήσουν…

O πατέρας Κοσμάς κατηγορήθηκε πως έπαιρνε τα χρήματα των πιστών και αντί να τα αποδίδει στην εκκλησία (βλέπε τραπεζικός λογαριασμός Μητρόπολης ),τα τοποθετούσε στον τραπεζικό λογαριασμό της γυναίκας του. Ούτε καν στο δικό του. Ήρθε λοιπόν τρεχάτος και ασθμαίνων, ο μητροπολίτης, (είχε και κάποια κιλά μαζί με την ηλικία), εκμεταλλεύτηκε τη γιορτή για να βγάλει ένα δεκάρικο πανηγυρικό, έκοψε την πίτα και φλέρταρε διακριτικά τη δασκάλα του ελληνικού σχολείου και κυρίως έβαλε τάξη λύνοντας άπαξ και δια παντός το πρόβλημα.

Την άλλη μέρα φύγανε και οι δύο ο Μητροπολίτης για τη Βόννη ο πατέρας Κοσμάς για την Ελλάδα.
Kαι το καράβι της εκκλησίας παρά τους όποιους μικρούς ή μεγάλους κλυδωνισμούς, συνέχιζε την πορεία του…

Τότε ήταν που διαγράφτηκε η Ελένη από τα κατάστιχα της κοινότητας… Βλέπεις πρώτα το συμβούλιο είχε ζητήσει την αποπομπή του εν λόγω ιερέα και εκείνη …λες και αγγίξανε τα ιερά και τα όσια της φυλής. Έδωσε σκληρή μάχη είναι αλήθεια… μα τίποτα δεν κατάφερε …Κι όρκο έδωσε να μην ξαναπατήσει εκεί μέσα…
«Ακούς, πουλάκι μου, …ακούς…να τα βάλουν με το Χριστό και την Παναϊα …ακούς…»
«Βρε Ελένη, νομίζω…»
Ποτέ δε μ’ άφηνε να αποσώσω
«Μαιρούλα, πουλάκι μου, η θρησκεία είναι ιερόν πράγμα, πουλάκι μου και τίποτα δε μας έμεινε ..αυτό μας έμεινε…Πατρίδα δεν έχομεν , σπίτι δεν έχομεν γυμνοί είμαστε, άλλη παρηγορία δεν έχομεν …να το σκοτώσωμεν κι αυτό … οι απρόκοφτοι..»
Έτσι τους έλεγε απρόκοφτους μαζί με μια βρισιά στα Ποντιακά κι αυτό ήταν μεγάλη υπέρβαση γι’ αυτήν αφού απόφευγε επιμελώς να τα μιλά όταν είμαστε μαζί από μια ευγένεια που την έκανε να ξεχωρίζει. Ούτε λέξη δεν άφηνε να της ξεφύγει για να μη με φέρει σε δύσκολη θέση…Ούτε λέξη…

Και κάποτε την έχασα. Περάσανε οι μέρες μιας βδομάδας, δύο βδομάδων…τίποτα…Ανησύχησα. Τελευταία υπόφερε πολύ από τα ρευματικά της είχε πάρει και κάποια κιλά… δυσκολευόταν ακόμα και στο περπάτημα. Οι βδομάδες έγιναν τρεις κι αποφάσισα να την ψάξω. Πήγα στο παρκάκι που σύχναζαν οι Έλληνες μα κανείς δεν την είχε δει. Η Βαγγελίτσα που θα μπορούσε να ξέρει είχε πάει στην Ελλάδα. Δε μου μενε άλλο παρά να περιμένω….

Και μια μέρα στο ξαφνικό και στο απρόσμενο, μου τηλεφώνησε
« Μαιρούλα, πουλάκι μου θα ρθεις απόγεμα καφέ να πιούμε;»
«Θα ναι και η Έλλη;» ρώτησα
«Όχι, πουλάκι μου, μόνες θα είμαστε ιμπεράσουγκ θα κάμω σου»
Α, ρε Ελένη με τα uberaschungs σου! Αν δεν την έλεγε αυτή τη λέξη μπορεί και να μην πήγαινα…Ήθελα να της κρατήσω μούτρα που εξαφανίστηκε χωρίς μια λέξη…
Θες η περιέργεια για την έκπληξη , θες το ιμπεράσουγκ πήρα τα γλυκά που ήξερα πως της αρέσουν και πήγα. Χτύπησα την πόρτα και περίμενα αφηρημένη μάλλον να μου ανοίξει η πόρτα.
Εντελώς ξαφνικά και απροειδοποίητα στη θέση της Ελένης στεκόταν μια νεότερη λεπτή γυναίκα, που ωστόσο είχε το χαμόγελό της, Θα ναι η αδερφή της σκέφτηκα…
«Μαιρούλα, πουλάκι μου..»
«Ελένη!»
«Διες με! Πώς φαίνομαί σου!»
Και δώστου να στριφογυρίζει με τη χάρη και το νάζι αλλά και την αθωότητα εικοσάχρονης, να μου δείξει πόσο αδυνάτισε….
«Βρε, Ελένη, τι θαύμα είναι αυτό; Μα πως το κατάφερες; Μπράβο! Μπράβο!»
Πραγματικά είχε καταφέρει να με εντυπωσιάσει και να με εκπλήξει…Πώς στο καλό τα κατάφερε;…
Κι άρχισε να μου ιστορεί και να εξιστορεί τι έκανε έξι βδομάδες
«Πήα στα κούα , πουλάκι μου…ο γιατρός είδε κακά ήμουν και είπε πρέπει να πάω στα κούα…»
Και πήε στα κούα κι έκανε διατροφή ειδική για να χάσει τα παραπανίσια κιλά κι έκανε και γυμναστική και
«..έμαθα κολύμπι, πουλάκι μου…»
Έμαθε και κολύμπι. Αυτή που τη θάλασσα την έβλεπε μέσα από το τρένο ή το λεωφορείο ή τις φωτογραφίες. Μήπως κι είχε πάει διακοπές στη θάλασσα ποτέ της;
«Μου δώκανε και δίπλωμα… δες δες…»
Και μου δειχνε όλο καμάρι και υπερηφάνεια το δίπλωμα που έλεγε πως η Ελένη είχε περάσει τη δοκιμασία της κολύμβησης με επιτυχία. Κι έλεγε κι έλεγε…Και τούτο κάναμε και το άλλο μας λέγανε… Και τρώγαμε απ’ αυτό και από τούτο καθόλου και εγώ έλεγα έτσι και γελάγανε …και είδες η γλώσσα ουου! Φαρσί τα Γερμανικά…. Α, θα τηλεφωνήσω στην Κόνυ να της πω να χαρεί…

Και πάνω που το κεφάλι μου είχε γίνει καζάνι μου πε και το τελευταίο
«Μαιρούλα, πουλάκι μου, μια κοπελίτσα γνώρισα… κοριτσάκι καλό ήτανε και…»

Αυτό κι αν ήταν έκπληξη… Τι έτρεχε; Η Ελένη δυσκολευόταν να μιλήσει, για κάποιο λόγο …που όμως ήθελε να μου πει
Και μου είπε.

Είχε γνωρίσει μια κοπέλα, ένα δεκαπεντάχρονο, μόλις, κορίτσι, που δούλευε στα κούα. Καλό κορίτσι αλλά βασανισμένο. Με μια θεία της είχε έρθει από την πατρίδα της «αλλά πέθανε η καημένη και μονάχο το κορίτσι έμεινε….Από την Τουρκία ήτανε…»
«Από την Τουρκία; Τι λες Ελένη; Τουρκάλα;»
«Αμά άνθρωποι είναι κι αυτοί, πουλάκι μου…Άνθρωποι…και το κορίτσι μικρό είναι αμά μεγάλους μπελάδες έχει…»
Το κορίτσι, από την Τουρκία, το ζητούσανε από την πρεσβεία της χώρας της. Κάτι της διαμήνυσαν πως απαγορευμένα έντυπα κυκλοφορούσε και θέλανε εξηγήσεις …και η μικρή φοβόταν …Φοβόταν να πάει… Αν πήγαινε είχε σχεδόν σίγουρη την απέλασή της. Κι εκεί; Τι θα γινόταν εκεί; Σύλληψη και φυλακή; Σίγουρα αυτό…κι αν δεν πήγαινε… η οικογένειά της ; Σίγουρα θα τους έβαζε σε κίνδυνο…Το μικρό της αδερφό τους γονείς της…. Δύσκολη κατάσταση… Η Αϊσέ, έτσι την έλεγαν, περνούσε αυτό που στον τόπο μας λέμε «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα»
Κι όλη μέρα να κλαίει ….
Η Ελένη το χε πάρει πολύ προσωπικά και ζεστά….. δε θ’ άφηνε «τους κακούς» να το πειράξουν.

Και ξεκίνησε το ψάξιμο. Από δω κι από κει.. Πολλούς και διάφορους, μέχρι και τους δικηγόρους, τους Έλληνες στο LUDVIGSHAVEN, πήγε και βρήκε, μα απάντηση πλήρως ικανοποιητική δεν έπαιρνε ή εκείνη ίσως, να μην καταλάβαινε. Κι αν δεν ήταν η Ντίνα της κυρα-Βαγγελίτσας ακόμα θα ψαχνε. Της Ντίνας, μπορεί και να μην ήταν, σκέφτομαι μετά από τόσα χρόνια, δική της η ιδέα, κάπου όμως, θα ήξερε να ψάξει πιο σωστά ή μπορεί σε κανένα βιβλίο να το χε διαβάσει-το πιο σίγουρο-.Μα τότε τίποτα δε μαρτύρησε κι είπε μόνο πως αυτηνής ιδέα ήταν

«Να παντρευτεί! Και Γερμανό! Γερμανό!»
Σχεδόν ούρλιαξε η Ελένη.
«Τι λες, Ντινούλα μου; Μπουμπούκι εν ακόμα και με Γερμανό! Πώς, κορτσόπον πώς;»
Ακόμα κι όταν η Ντίνα της εξήγησε πως η ιδέα της αφορούσε λευκό γάμο με κάποιον που θα πειθόταν να βοηθήσει, ίσα να πάρει την υπηκοότητα ακόμα και τότε δε σταμάτησε τις αντιδράσεις.
Και μέσα από κουβέντες που από τη σύγχυση της αυτή τη φορά, μας ήταν ακατανόητες γιατί όλο στα Ποντιακά τα λεγε πήραμε πρέφα πως ήταν ανέφικτο το όλο εγχείρημα, γιατί που θα βρισκόταν εκείνος ο καλός ο Γερμανός που θα ήθελε να βοηθήσει την Αϊσέ και να μην την εκμεταλλευτεί μ’ όλους τους τρόπους;
Κι αν βρισκόταν κάποιος που έλεγε το ναι μα όλα ψέματα τα κανε και την πούλαγε τη σκότωνε,… τη…
Κι απαριθμούσε τα δεινά και όλα τα άσχημα που μπορούσαν να συμβούν στη μικρή Τουρκαλίτσα.

Κι ενώ αυτά φώναζε και μάλιστα όσο πιο δυνατά μπορούσε ταυτόχρονα μέσα της – πως γινόταν δυο εντελώς αντιφατικά το ίδιο δυνατά όμως- δούλευε η ιδέα της Ντίνας. Όσο παράτολμη, ριψοκίνδυνη και ΄λάθος κι αν ήταν, φαινόταν η μόνη λύση αλλά πως; Ποιος;
Φως από πουθενά.
Και μια μέρα, τελείως αναπάντεχα είπε:
«Πότε εν γιορτή στην κοινότητα;»
Μπα; Τι ερώτηση ήταν αυτή; Γιατί όλο αυτό το ξαφνικό ενδιαφέρον; Μόνη της δεν είχε τάχα κλείσει όλες τις πόρτες…
Και μετά βάλαμε τα γέλια στη σκέψη πως μπορεί να ενεργοποιούσε τα μέλη της ελληνικής κοινότητας SCHW…και περιχώρων …να …να βρουν γαμπρό για την Αϊσέ…
Αυτή δε γελούσε καθόλου. Πολύ σοβαρή περίμενε την απάντησή μας για το πότε θα γινόταν η γιορτή… Και νομίζω θα ταν για τα Χριστούγεννα…
Ούτε μας ξανάπε λέξη γι’ αυτό το θέμα. Μόνο για το τι θα γινόταν με την Τουρκαλίτσα …αυτό πότε πότε ερχόταν προς συζήτηση… Μα καθώς αυτή η κουβέντα όλο και δυσκόλευε γρήγορα τη βγάλαμε από τη θεματολογία μας…

Και η μέρα της γιορτής ήρθε και η Ελένη ετοιμάστηκε και πήγε…
Αν νομίζαμε πως πήγε για να πει το πρόβλημα που την απασχολούσε και να τη βοηθήσουν να βρει λύση …Λάθος. Μέγα λάθος…
. Έτσι πήγε. Έτσι μας φάνηκε δηλαδή. Πως πήγε χωρίς κι αυτή καλά καλά να ξέρει το γιατί. Ήθελε λέει να τους δει μαζεμένους. Και τους είδε: τον Αποστόλη και την ξινή γυναίκα του τη Μερσίνη. Το Γιάννη, το Χιώτη, το γεροντοπαλίκαρο, που κάποτε της είχε στείλει και προξενιά, μα αυτή από πείσμα είχε αρνηθεί γιατί είπανε πως πρώτα είχε ζητήσει τη Μαρίνα την Κρητικιά. Το Χαράλαμπο, από τον Έβρο και το Γιώργη τον Πατρινό, που είχε ξεκινήσει για ναύτης και κατέληξε βοηθός μάγειρα σ’ ένα ελληνικό στο Έπελλχάιμ. Τη Νότα και τη Λεμονιά, τις δυο φιλενάδες, Αρτινές που φτιαχναν τις ωραίες πίτες. Τη Μαρία, που κούτσαινε ελαφρά γιατί ένα όχημα μεταφορών τη χτύπησε στο πόδι. Τον Μένη και τη Ζαφειρούλα, από τη Δράμα που τόσο καμάρι είχαν για τις κόρες τους και νόμιζαν θα σπούδαζαν, μα αυτές πριν κλείσουν τα είκοσι παράτησαν το Πανεπιστήμιο, στην Ελλάδα και κλέφτηκαν με δυο παιδιά από «τας Σέρρας», Την Ελβίρα, που μάθαινε χορούς στα παιδιά της κοινότητας. Το Ζώτο το διερμηνέα και την Αγαθή την κοινωνική λειτουργό. Όλους. Ακόμα και κείνους με τους οποίους καυγάδισε για το θέμα του παπά ,το Νικολάκη το Σερραίο και κείνη τη σουπιά το Δραμινό το Μιχάλη, που του φυγε η γυναίκα γιατί ήταν χαρτοπαίχτης μεγάλος κι έφτασε να χάσει δυο μαγαζιά στην πράσινη τσόχα…

Τώρα που τα φέρνω στο μυαλό μου, ήτανε μια σπουδαία βραδιά. Με καλά όργανα από τη FRANKFURT για γλέντι μέχρι αργά. Χορέψαμε πολύ εκείνο το βράδυ σαν και τις παλιές μέρες . Και η Ελένη φαινόταν πολύ καλά. Μέχρι και τη διεύθυνσή μου ζήτησε στην Ελλάδα, να ρθει να με βρει λέει, τώρα που θα φευγα και μετά έκλαψε. Από τη χαρά της, έτσι νομίσαμε, γιατί αυτό το συνήθιζε όταν ήταν ευτυχισμένη. Να κλαίει.

Και μετά η Ελένη ξαναχάθηκε. Αυτή τη φορά δεν ανησύχησα. Κανείς δεν ανησύχησε δηλαδή. Μετά την ιστορία με τα κούα σαν να είχε κατά κάποιον τρόπο κατακτήσει την ελευθερία των πράξεων της με τη συγκατάθεση και το σεβασμό, ναι, το σεβασμό του κόσμου.

Μυστήριο που είναι η ζωή!.... Προσπαθείς όλο σου το βίο να κάνεις πράγματα αρεστά στους άλλους ….να σε αγαπήσουν, να σε εκτιμήσουν ή να κερδίσεις το σεβασμό τους και τίποτα δεν πετυχαίνεις και έρχεται η ώρα πας σε κάποια κούα, αδυνατίζεις, αλλάζεις την εμφάνισή σου, μαθαίνεις κολύμπι ή κάτι ανάλογο και γίνεσαι πάραυτα δεκτός με όλες τις τιμές.

Βδομάδες πέρασαν και κάποτε έμαθα πως η Ελένη είχε ξενοικιάσει. Μάλλον είχε ειδοποιήσει τη Βαγγελίτσα τη χήρα ν’ αναλάβουν μαζί με τη Ντινούλα τις διαδικασίες για το ξενοίκιασμα.
Κεραυνός να έπεφτε στο κεφάλι μου, δεν ξέρω αν θα ξεραινόμουν έτσι. Μα τι συνέβαινε;
Απαντήσεις, όσο κι αν τις γύρεψα , από αυτούς μάλιστα που, εγώ, θεωρούσα κοντινούς της, δεν πήρα καμία. Κανείς, απολύτως κανείς δεν ήξερε τίποτα.
Είχε χαθεί από προσώπου γης…..

Και ο καιρός πέρασε και για μένα κι έφυγα κι εγώ από τη Γερμανία και γύρισα στην Ελλάδα .
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, η θύμηση των παλιών ημερών μαζί και της Ελένης σκεπάστηκαν από τη λήθη.

Κι ένα πρωί φύσηξε αγέρας δυνατός και σήκωσε τη σκόνη κι όλα ήρθαν στην εμπρός κάμαρα της μνήμης…
Πάνω στο γραφείο μου μία πρόσκληση γάμου στο Βέλγιο.
Στο Βέλγιο; Ποιον είχα στο Βέλγιο;
Άνοιξα και διάβασα :Σας καλούμε στους γάμους των παιδιών μας, (παλιομοδίτικες εκφράσεις…)Ειρήνη-Αϊσέ και Χάρτμουτ, που θα τελεστούν…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..
Οι γονείς
Ελένη Πολυχρονίδη Γιόχαν & Ρεγγίνα Μάιερ

7 σχόλια:

Γιαγιά Αντιγόνη είπε...

Υπέροχο διήγημα!
Μέσα από την οπτική της Ελένης και την υπέροχη γραφή σου συνάντησα κόσμο, ζωές, όλα μαζεμένα σε ένα ταξίδι που δεν ήθελα να τελειώσει..
Ευχαριστώ πολύ!!

meril είπε...

@Γιαγιά Αντιγόνη

Πολύ σ' ευχαριστώ εγώ
που αφέθηκες να σε ταξιδέψουν οι λέξεις μου

Να σαι καλά!

Jakarta είπε...

γεια, πώς είστε?
μπορείτε να κατεβάσετε web hosting πρότυπο στο blog μου.

Συνεχίστε την καλή δουλειά!

NdN είπε...

Για μια ακόμα φορά Meril μου θα αρκεστώ να πω ότι και αυτό το διήγημα είναι υπέροχο.

meril είπε...

ΝdN

Γεια σου NdN

σ' ευχαριστώ πάρα πολύ που με διαβάζεις
εξαιρετικά τιμητικό για μένα;

Υ.Γ.Τέλος οι διακοπές σου; Πέρασες καλά;

NdN είπε...

Καλές οι διακοπές, εξάλλου οταν γυρίζεις στην πατρίδα μετά από 6,5 μηνες δεν γίνεται να περάσεις άσχημα. Μόνο που γι ακόμα μία φορά διαπίστωσα ότι όταν είσαι διακοπές οι μέρες περνάνε "νερακι".

Η εβδομάδα προσαρμογής ήταν δύσκολη και κύλισε βασανιστικά αργά. Τώρα στην αυγη της δεύτερης εβδομάδας χαλαρώνω και διαβάζω τα "Αμονταριστα Πλάνα" σου. Εχεις έναν πολυ διαφορετικό τρόπο να ακουμπας τα κοινωνικά προβλήματα-ταμπου. Η χαρά είναι δική μου και όλων των υπόλοιπων σχολιαστών που έχουμε τη χαρά να διαβάζουμε τέτοια κείμενα που από τις πρώτες γραμμές σε βάζουν μέσα στην ιστορία. Σε κάνουν μέρος της και νοιώθεις ότι θα γυρίσεις το κεφαλλι από τον υπολογιστή και θα μιλήσεις στον στρατηγό με το παιδί με το σύνδρομο Down ή την νύφη ενός γέρου που δεν ξέχασε πως είναι να είσαι άντρας...

Καλή εβδομάδα Μeril μου!

meril είπε...

@ΝdN

Αν καθένας που γράφει επιζητεί τον ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ τότε να πω πως είμαι τυχερή;

(Να μου θυμίσεις να σε κεράσω σε παρακαλώ σε πρώτη ευκαιρία....)

Αχ οι διακοπές αυτό το κακό το έχουν
περνάνε γρήγορα οι ρημάδες
Σου χω όμως εμπιστοσύνη
όλο και κάποιες μικρές αποδράσεις θα σε βοηθούν να ξεφεύγεις....