Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

Οι νοικάρηδες (Χαρίδημος-Νικολιό)

Ο Χαρίδημος και το Νικολιό ήτανε φίλοι. Από κείνους που διαβάζεις στα βιβλία κι ολοένα πιο δύσκολο γίνεται να τους συναντήσεις στην κανονική ζωή. Αυτοί ωστόσο κι ας ήτανε τόσο διαφορετικοί μπορεί και εξαιτίας αυτού, δίδυμο σημείο αναφοράς περνάγανε. Και ποτέ δεν έλεγες, Χαρίδημος χωρίς να πεις Νικολιό και το ανάποδο.

Αλλιώτικοι. Όσο ψηλός ο Χαρίδημος, τόσο κοντός το Νικολιό κι όσο νοστίμευε το Νικολιό με τη χάρη στην περπατησιά, τα σκούρα του σγουρά μαλλιά, τα μεγάλα μάτια και το τσαχπίνικο στόμα, τόσο άχαρος ο Χαρίδημος στην όψη με τα μακριά του τα κανιά να μην ξέρει που να τα βολέψει και το γυαλιστερό του κεφάλι σ’ έναν καιρό που η καθολική ξούρα του τριχωτού δεν είχε γίνει μόδα. Μπορεί τα μάτια του, ανοιχτά καστανά στο χρώμα του μελιού, με μια ιδέα αγαθότητας, να άρεσαν μα τα κράταγε χαμηλά ντροπαλά σαν κορίτσι.
Ο Χαρίδημος έπαιζε όργανο. Μαντολίνο θαρρώ κι ο φίλος του τον συνόδευε τραγουδιστικά και σε μεγάλα κέφια χόρευε κιόλας.

Γέμιζε λοιπόν το σπίτι μας χαρούμενους και φορές λυπητερούς σκοπούς ή και νοσταλγικούς κάποτε και λέω το σπίτι μας γιατί ο Χαρίδημος και το Νικολιό ήταν οι καινούριοι νοικάρηδες. Νοίκιασαν μόνο τη μια κάμαρα, την πίσω, για να ναι πιο ανεξάρτητοι αφού δεν μας συνέδεε μαζί της καμιά μεσιανή πόρτα. Πότε μπαίναν πότε βγαίναν χαμπάρι δεν έπαιρνες αφού η έξοδός τους ήταν πίσω ενώ εμάς μπροστά κι αν δεν ήταν η μουσική μπορεί και να τους ξεχνάγαμε τελείως.
Ήταν όμως οι ήχοι που μας μάζευαν δειλά, ντροπαλά, στην άκρη της πόρτας μισοκρυμένοι μισοφανεροί, αυτιά και μάτια αδηφάγα, μέχρι που το ζευγάρι των μπεκιάρηδων μας έπαιρνε χαμπάρι και μας καλούσε μέσα.

Το ζευγάρι των μπεκιάρηδων. Έτσι τους χαρακτηρίζανε καθώς ήτανε ανύπαντροι κι οι δυο κι ας ήταν ακόμα και για τα δικά μου μάτια πολύ νέοι. Να λίγο και θα τους φτάναμε. Μπορεί να φταιγε που το Νικολιό ήταν στο μπόι μας και τους περνάγαμε κοντά συνομήλικους μας.

Δουλεύανε κι οι δυο. Ο Χαρίδημος στις οικοδομές, σοβατζής θαρρώ και το Νικολιό ραφτάκος. Όλη μέρα να λείπουνε. Ο ένας στο γιαπί να κρεμιέται. Τα όνειρα για ένα κεραμίδι να τελειώνει κι ο άλλος πάνω στη βελόνα με υπομονή και τέχνη να αλαφρώνει την αυστηρότητα του αντρικού ντυσίματος.
Γυρνούσανε αργά. Οι ήχοι μαρτυρούσανε την ετοιμασία του φαγητού μόλο που σαν η γειτονιά τους γνώρισε δεν τους άφησε ποτέ από την έγνοια της και τα πιάτα, σκεπασμένα και καλυμμένα προσεχτικά, να μη δίνουνε στόχο, τους χτυπούσανε την πόρτα. Ύστερα άλλοι ήχοι πρόδιδαν πως τρώγανε. Ήτανε το ράδιο που το ανοίγανε σιγαλά να τους συνοδεύει.

Τα Σάββατα δεν τους χωρούσε το σπίτι. Ώσπου να ρθούνε, φεύγανε. Πότε γυρνούσαν απ’ τη δουλειά, πότε πλενόντουσαν, πότε γινότανε καπνός, χαμπάρι δεν παίρναμε και μόνο η κολόνια έμενε σημάδι της αντρικής παρουσίας. Όταν γυρνούσανε, ξυπνούσαμε από τα δυνατά γέλια. Σχεδόν πάντα ο Χαρίδημος που ήτανε τόσο σοβαρός στην όψη τράνταζε το σπίτι με το γέλιο του κι ήτανε το Νικολιό που σιργουλευτικά μαλακά και σιγανά προσπαθούσε να τον κάνει να χαμηλώσει τη φωνή μα δύσκολα το κατάφερνε και μόνο σαν τον έβαζε στο κρεβάτι ησύχαζε. Και φαίνεται πως το Νικολιό γρήγορα πήρε το κολάι , έμαθε να τον ξεντύνει γρήγορα κι έτσι βρίσκαμε ξανά τον ύπνο μας μετά από στιγμιαίο διάλειμμα. Και μπορεί και να νομίζαμε πως μες στ’όνειρο κάτι μας τάραξε και ξυπνήσαμε αλλά ερχόταν η άλλη μέρα, βλέπαμε το Χαρίδημο με ακόμα πιο σκυμμένο το κεφάλι να λέει την ψιθυριστή του καλημέρα και αμέσως καταλαβαίναμε την αιτία.

Καθώς έγιναν δικοί μας άνθρωποι αρχίσαμε να αντιπαθούμε τα βράδια που μας τους έκλεβαν. Ας ήταν κουρασμένοι μόλις παίρναν είδηση πως καθόμαστε στη γωνιά ν’ακούσουμε το τραγούδι τους, μας καλούσανε μέσα, στην αρχή εμάς τους μικρούς μα αργότερα και οι μεγάλοι γυναίκες το πιο πολύ σμίγανε μαζί μας, αυτές δεν μπαίνανε στη μικρή κάμαρα, μένανε απέξω κουκουβιστά στη μικρή πόρτα συνοδεύοντας το τραγούδι.
Μόνο η Πέρσα έμενε παράμερα.

Η Πέρσα, μια μεγαλοκοπέλα με σακατεμένο κορμί ζούσε σ’ ένα σπιτάκι στην ίδια πίσω αυλή με τη δική μας με μια κληματαριά απέξω. Σε μια γειτονιά όλο στέγνια και ξεραΐλα η κληματαριά μοναδικό σημάδι απαλότητας και ελπίδας, μάζευε τα θερινά απομεσήμερα, ηλιοβασανισμένους μέτοικους, κυρίως γυναίκες μια και οι άντρες κάναν στάση κατά τα ειωθότα του τόπου που άφησαν, στο καφενείο της πλατείας δυο βήματα πιο κει. Καφενείο είπα; Καφενεία ήθελα να πω καθώς μια σταλιά τόπος έβριθε στο ντουκιάνι κατά πως είναι η τούρκική ονομασία του εν λόγω μαγαζιού. Και δώστου οι καβγάδες για τα πολιτικά που ήτανε και σε φούντωση εκεί μέσα του ’60 και μόλο που η πλειοψηφία ήτανε βενιζελικοί και στην πορεία με το γερο-Παπαντρέου ήτανε όλα που γινότανε κι άλλος έλεγε έτσι κι άλλος αλλιώς κι ανεβαίνανε οι τόνοι ανακατεύονταν οι κουβέντες και ποιος μιλούσε σε ποιον κι από ποιο μαγαζί δυσκολοξεδιάλυτο

Στο μεταξύ οι γυναίκες πίνανε καφέ συνοδευμένο κάποτε από γλυκό του κουταλιού ή κανένα οπωρικό από τα χέρια της Πέρσας και κουνάγανε το κεφάλι καθώς οι φωνές των αντρών περνάγανε στο χωμάτινο δρόμο και φτάνανε στ’ αυτιά τους.
Τα παιδιά παίζανε, οι γυναίκες πλέκανε και κλώθανε μαζί μυστικά και όνειρα για καλοστέριωμα σ’ αυτή την άκρη που όμως όσο και να πεις πολιτεία λογιάζονταν.
Και μόνο η Πέρσα έμενε να μη μιλά για όνειρα …

Έμενε με τον αδερφό της ένα ομορφάντρα που του άρεσε το γλέντι και η καλή παρέα. Μαυλιστής, έριχνε ματιές σαϊτιές κι ένα γέλιο που σ’ έπαιρνε πέρα από το γερασμένο πρόσωπο της γειτονιάς. Αγαπημένος των γυναικών δύσκολα πιανόταν στα δίχτυα κι η αδερφή με ανησυχία έβλεπε το παιχνίδι με τον έρωτα. Δεν ήταν και μικρός. Είχε καβατζάρει από καιρό τα τριάντα μα δε φαινόταν πως τον ένοιαζε, αλήθεια, να κάνει οικογένεια. Ν’αποκατασταθεί. Αυτός, γιατί η Πέρσα…

Και κατά παρέκκλιση, εντελώς κατ’εξαίρεση όλοι φαίνεται να συνωμοτούν για την παντρειά του Θανάση.
«Βρε μπρε μια γυναίκα να ξεκουράσει και τη μαύρη Πέρσα. Δεν τη λυπάσαι κοντό;»
Η μόνιμη επωδός για να πειστεί : «Δεν τη λυπάσαι κοντό;»
Πόσο να λυπηθεί κανείς; Και γιατί να λυπηθεί κανείς ή θα τανε σωστότερο να λέγαμε γιατί να πρωτολυπηθεί κανείς καθώς η λύπη είναι το οδυνηρότερο των συναισθημάτων γι’ αυτόν που τα προξενεί, όπως η Πέρσα. Όπως η Πέρσα…

Είχε ένα πολύ όμορφα σμιλεμένο πρόσωπο με μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια. Ανοιχτά καστανά. Στο χρώμα του ανθόμελου. Τόσο φωτεινά…
Καλογραμμένα χείλη που στο άνοιγμά τους αποκάλυπταν μια ζηλευτή οδοντοστοιχία.
Κοχυλένιοι λοβοί με παλαιϊκά σκουλαρίκια – ενθύμημα από τη μακαρίτισσα τη μάνα της – και μια χοντρή πλεξίδα συμπλήρωναν το πορτραίτο μιας μορφής που ταίριαζε περισσότερο σε κόρη του βορρά παρά σε μια Πέρσα γόνο ενός τόπου που στα κόκκινα μαλλιά έβλεπε το σημάδι του σατανά.
Γιατί κόκκινα ήταν τα μαλλιά της. Πυρά μάλιστα. Τα μάζευε πάντα ψηλά και μόνο όταν τα λουζε τα βλέπαμε καθώς τα χτένιζε.
Στεκόταν πάντα στην αυλή, όταν είχε καλό καιρό, και με τον ήλιο πάνω τους να τα πυρπολεί λες, σεργιάνιζε το χτένι πάνω τους ένα χάδι.

Το παμε κιόλας πως ήτανε ασύνηθος ο χρωματισμός τους, ένα σκάνδαλο. Θα ταίριαζε μπορεί σε μια γυναίκα άλλη άλλου τόπου κι άλλης τάξης. Να μπαίνει σε σαλόνια καλλιτεχνών και να αφήνει τις πύρινες φλόγες αμολυτές να κατακαίνε . Θα ταίριαζε σ’ ένα κορμί γερό, μια γυναίκα δυνατή που δε θα λέγανε στον αδερφό της «κοντό δεν τη λυπάσαι;» γιατί θα ταν από χρόνια παντρεμένη και παιδιομένη μ’ ένα καλό άντρα που θα την τιμούσε και θα βλεπε την ομορφιά της τη σπάνια…
«Πέρσα! Πέρσα!»
«Όριζε!»
«Το ποκάμισσο μου μωρή..»
«Έτοιμο, αδέρφι …»
Και κούτσα κούτσα το σακατεμένο κορμί να πολεμά να βιαστε, να εξυπηρετήσει, να υπηρετήσει…
«Πέρσαα!»
Και κούτσα κούτσα….κούτσα κούτσα….
Μόνο τα χείλη ….τα χείλη….. Πότε πότε τρεμούλιαζαν και τα μεγάλα μάτια θόλωναν. Λίγο μόνο. Όσο να φανούν ακόμα πιο μεγάλα και όμορφα…
Ίσως σε μια τέτοια στιγμή να την είδε το Νικολιό. Εκείνος, της μίλησε. Νόμισε πως έκλαιγε …πως κάτι είχε… Και μπορεί τότε να είδε πόσο όμορφη ήταν και …την αγάπησε …γιατί λέω τι άλλο είναι η αγάπη; Να βλέπει μόνο την ομορφιά και η ασκήμια να σβηέται…
……………………………………………………………………………………
Κολοκύθια! Η Πέρσα τον λιγουρεύτηκε… Σιτεμένη γυναίκα, περασμένα τα χρόνια της είχε και το σακατιλίκι…Σιγά μην την ορέχτηκε το Νικολιό που χε τα νιάτα τα χρυσά… Και μην ήταν άσκημος; Ανεπρόκοπος; Χαρτοπαίχτης; Ζαριτζής; Τίποτα τίποτα … ψεγάδι κανένα…. Πώς ήτανε κοντός; Σιγά το ελάττωμα…
Όχι. Η Πέρσα έφταιξε. Αυτή τον περίμενε ένα βράδυ.
Μισοκρυμένη η άμυαλη… τον είδε κι έπεσε πάνω του….
Σ’ αγαπώ του λέει-ακούς ντροπές; Ε, κι αυτός πώς να την αποπάρει που θρηνούσε και χτυπιότανε η αλαφρονούσα;

…………………………………………………………………………………………
Ο Θανάσης-η αλήθεια να λέγεται- προσπάθησε να πει στην αδερφή του….

Να της βάλει μυαλό προσπάθησε μα αυτή το χε …παντελώς χαμένο… και του λέει –ακούς εσύ;- του λέει πήγαινε και κάνε την προξενιά… αν δεν τονε πάρω θα σκοτωθώ…
Και βλαστήμησε ο αδερφός την κακή του μοίρα μα τση το κανε το χατήρι και πήγε…


Δεν ήξερε πως το Νικολιό είχε πει στην Πέρσα πως την αγαπούσε….πως να του πάει στο νου….

«Νικολιό, κατέχω σε και κατέχεις με…. Μιαν αδερφή έχω…»
Δύσκολο του ρχοτανε
Ανάθεμά το! ανάθεμα το χρέος που λέγανε πως είχε και το σεβντά που ξυπνά στων γυναικών τα μαραμένα στήθια

Έμεινε να τον κοιτά …το Νικολιό έβαλε μια ρακή… δεύτερη ….Αμίλητοι τις ήπιανε. Πάνω που θα βαζε και την τρίτη του πιασε το χέρι…..

Και του πε ο μαυροσκοτεινός αν ήθελε, την αδερφή του να του δώσει και πολέμησε να μην προδώσει τον καημό τση
Μα επίστευγενε πως θελα πει το ναι;

«Είπενέ μου απώς είσαι καλή κοπελιά λέει και….»

το «και» ή μάλλον τη συνέχεια του δεν την άκουσε ποτέ πήγε στη μέσα κάμαρα ….Ο Θανάσης ανασήκωσε τους ώμους και βγήκε

«Ίντα διάολο τση ρέχτηκε το Νικολιό;»
κι αυτή ούτε που τ’ άκουσε…

Από κείνη τη μέρα είχανε να πούνε σε υστερότερο χρόνο- από κείνη τη μέρα η Πέρσα χάθηκε. Όχι, στην κυριολεξία. Δεν πήγε πουθενά. Δεν έφυγε, δεν απομάκρυνε τον εαυτό της από τον κόσμο
Ο κόσμος έφυγε απ’ αυτήν. Ένα περίεργο πράγμα αλλά να! Ο ίσκιος της κρεβατίνας σταμάτησε να φιλοξενεί το γυναικόκοσμο. Σαν να τα χαν πει πια όλα, να χαν αποσωθεί λέει τα λόγια και η απογευματινή σύναξη εκεί δυο βήματα από την πλατεία να ταν περιττή.

Στην πραγματικότητα πρώτος έφυγε ο Χαρίδημος. Είχε μέρες που μια κατήφεια είχε πέσει. Το ραδιόφωνο δεν ακουγόταν και το Σάββατο, ο Χαρίδημος έμεινε μέσα. Πρέπει όμως να πινε μοναχός του γιατί πρώτη φορά ακούσαμε το Νικολιό δυνατά να του λέει «Δε σου παραπιάνω. Μεθυσμένος είσαι…» μα ο Χαρίδημος φώναζε πολύ αν και δεν καταλαβαίναμε τι έλεγε μπερδεμένα τα λόγια του μόνο μια φορά ακούστηκε το όνομα Πέρσα κι ύστερα χτύποι. Κανείς δεν κινήθηκε…. Ένα βήμα πιο κει να κάνει να δει μη και χτύπησε κανείς μη και…. Στεκόμαστε με την ανάσα πιασμένη κι ίσως να ξημερώναμε μα είπε η μάνα «άντρες είναι πρέπει να ξεθυμάνουν πάμετε να κοιμηθούμε.»
Κι ως φαίνεται κοιμήθηκα γιατί ούτε πήρα είδηση πως ο Χαρίδημος έφυγε. Μα αυτή δεν είναι η σωστή λέξη. Εγκατέλειψε το σπίτι μας θα πρεπε να πω μα πιο σωστά όχι, πάλι εμάς μα το Νικολιό.
Και κείνος μας απόφευγε. Για πρώτη φορά δεν μας καλούσε στο σπίτι, δε γελούσε. Βαρύς έμπαινε βαρύς έβγαινε. Ώσπου ένα βράδυ ήρθε ο πατέρας και του μίλησε. Τι είπανε δεν έμαθα. Μόνο την άλλη μέρα η κάμερα άδειασε.
Έφυγε και το Νικολιό χωρίς κι αυτός να μας αποχαιρετήσει. Τι στο καλό πάθανε όλοι με μιας;
………………………………………………………………………………………..
Πεθαίνοντας η μάνα μου μάζεψε τόσον κόσμο ως να τανε πρόσωπο απ’ αυτά που τα λένε επώνυμα και δεν έμεινε κανείς να μην έρθει να την αποχαιρετήσει. Και οι περισσότεροι άγνωστοι σαν τον οδοκαθαριστή που η καλημέρα της του γλύκαινε τη μέρα (ως είπε)….
Μέσα στο χαμό του κόσμου που να τους βάλεις που να καθίσουν απέναντι στην εξώπορτα στεκόμουν μα με την πλάτη στραμμένη

«Έφυγες κι άδειασε ο κόσμος μου κερά μου…»

Γύρισα. Μια γυναίκα ακουμπισμένη στο κάγκελο της βεράντας. Περασμένη σε χρόνια. Μικρόσωμη. Ποια ήταν; Το μοιρολόι γιατί;

Πλησίασα ως όφειλα.
«Μαιρούλα, παιδί μου…..», είπε κι ένα δυσλειτουργικό κορμί έκανε με κόπο δυο βήματα προς το μέρος μου….Κι έπεσε, σχεδόν πάνω μου, σε μια προσπάθεια να μ’ αγκαλιάσει κάνοντάς με να σκεφτώ πως παρότι η δική μου η μάνα κοιτόταν νεκρή, εκείνης η θλίψη φαινόταν τουλάχιστον με πιο έντονο τρόπο.

Φάτσες δε θυμάμαι. Δύσκολα συγκρατώ χαρακτηριστικά στη θύμησή μου. Για να συμβεί πρέπει κι άλλοι παράγοντες να συνομολογούν σ’ αυτό.
Κι εκείνη η γυναίκα φαινόταν γνώριμη ενός κόσμου ή μιας εποχής ολότελα χαμένης. Πού να ψάξω να τη βρω….
Τέτοιες δύσκολες στιγμές ένας μου εαυτός ως εν εγρηγόρσει ή εν επαγρυπνήσει τελών, θυμάται και αναγνωρίζει. Με γρήγορες, σχεδόν αστραπιαίες κινήσεις ξεθάβει θυμητάρια, τα ξεσκονίζει και τα επαναπροβάλει.
Αυτό έγινε και τώρα και χωρίς να το θέλω ένοιωσα να ανταποκρίνομαι στο αγκάλιασμα και συγκινημένη…..
«Πέρσα! Πέρσα! Πόσο μου έλειψες!»
Λες κι είχε πάει απλά ταξίδι και δεν είχε περάσει ένα ποτάμι ζωή ανάμεσό μας.
Μείναμε να χύνουμε δάκρυα, εκείνη μια μικροσκοπική γερασμένη στραπατσαρισμένη φιγούρα κι εγώ πια γυναίκα στην ακμή της να την περνώ ένα κεφάλι
«Μαιρούλα μου…. Κοριτσάκι μου….»

Ακριβώς, γιατί κλαίγαμε ούτε ξέρω. Κι αν ήταν για τη μάνα μου ή για όλα όσα χάναμε κάθε μέρα αναντικατάστατα.
Αρχίσαμε να τα λέμε πιο πολύ εκείνη ρώταγε….. Τα δικά μου τα ερωτήματα δεν κατάφερναν να βρουν δρόμο, να βγουν από το στόμα. Σκόνταφταν στο «Θυμάσαι;» που όλο πεταγόταν στη μέση …..

Πότε τελειώνουν ή μάλλον πότε αρχίζουν τα «θυμάσαι;» αυτό πολύ με παιδεύει ….
…………………………………………………………………………………………..
Το βράδυ φάνηκαν κι οι δυο παλιοί νοικάρηδες, ο Χαρίδημος με το Νικολιό. Ο Χαρίδημος σχεδόν ίδιος είχε απομείνει. Ένας μπεκιάρης μακρυκάνης, λιγνός, ίδια διστακτικός και ντροπαλός. Το Νικολιό οικογενειάρχης (η γυναίκα του ως έμαθα του ριχνε ενάμισι κεφάλι), είχε βαρύνει απ’ τα κιλά και τα χρόνια. Είχε γίνει δυσκίνητος τα μαλλιά του γκριζάρισαν κι αραίωσαν… Κοντύτερος μου φάνηκε μα ίδια αγαπησιάρης μ’ αγκάλιασε δίχως να υπολογίσει την αυστηρή ματιά του φίλου του.
Κάτσαμε για λίγο μαζί να τα πούμε. Να ενώσουμε το παλιό νήμα κι όλο το Νικολιό μιλούσε κι εντύπωση μου έκανε που ρωτούσε ως να μην ήμουν εγώ που είχα φύγει κι είχα αποκοπεί αλλά εκείνος που αν και δεν έμενε πολύ μακρια λες κι είχε μετοικήσει σε άλλη χώρα και είδηση δεν είχε πάρει για όσα είχαν διαδραματιστεί.

Και κάποια στιγμή πήγα να σηκωθώ να χαιρετήσω κι άλλους -ο κόσμος δεν είχε σταματήσει να ρχεται- μου πιασε το χέρι
«Η Πέρσα;» ρώτησε
Και μου φάνηκε πως και των δυο τα μάτια με κοίταζαν μ’ αγωνία την απάντηση προσμένοντας.
«Ήρθε» είπα. «Ήρθε νωρίτερα»
Έγινε σιωπή. Ή εγώ έτσι την ένοιωσα.
«Παντρεύτηκε» συνέχισα. «Έχει κι ένα γιο……»
Σαν να είδα την ανακούφιση και στους δυο. Το Νικολιό μου άφησε το χέρι ως να τελείωσε η υποχρέωσή μου.

Απομακρύνθηκα κι ας μην είχα τελειώσει την κουβέντα μου για τα νέα της που η ίδια είχε αποφύγει να μου πει μα η αδερφή της μου εμπιστεύτηκε.
«Ε, τη μαύρη Πέρσα! Ο άντρας τση γέρος και κακός τση ψηνε το ψάρι στ’ αχείλι…. Ένα κοπέλι έκαμε κι αυτό όλο σεληνιάζεται…. Και να χε παίρνει τα φάρμακά του οχιάλως….. μα αυτό είναι ανεμοκόπελο δε τση φρουκάται και α τηνε φάει ο καημός του…»

6 σχόλια:

Black Bedlam είπε...

Meril καλησπέρα σου. Το πήγα μέχρι τέλους γρήγορα γρήγορα, με μιαν ανάσα να προλάβω το μετά.Τι είπε το Νικολιό και τι χρώμα πήραν τα μάτια της Πέρσας και η γειτονιά τι είχε να πει.Η γειτονιά, το χρώμα και οι μυρουδιές της.Έτσι βρε meril μην τη αφήσουμε να πεθάνει ας την βγάζουμε σεργιάνι στους ουρανούς της μνήμης μας και να την τραγουδάμε, όπως τώρα εσύ για να την παραδώσουμε στην ιστορία και την αιωνιότητα, μαζί με τις αξίες της, μαζί με το φιλότιμο και την ανθρωπιά της.
Να είσαι καλά.

meril είπε...

@Black Bedlam

Καλημέρα Β.Β.

Ξεκίνησα μεγάλη να γράφω ολοκληρωμένα πράγματα. Δεν είχα τη γνώμη πως έκανα κάτι ξεχωριστό
Ήθελα όμως να πω -λέει-το τραγούδι της γειτονειάς μου
το νοιωθα -πως να πω-κάτι σαν χρέος

Σ' ευχαριστώ

Dr. Aparadektos είπε...

η ιστορία σου μυρίζει βασιλικό και γιασεμί
μυρίζει μνήμες για μας τους κάπως πιο μεγάλους και dna για τους νεότερους
νάσαι πάντα καλά

υ.γ. το ξέρεις πως θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει σενάριο;

meril είπε...

@Dr.Aparadextos

σενάριο; μ' έκανες και γέλασα... (όχι πως το χω δύσκολο)
μα δεν είμαι επαγγελματίας (της γραφής)

Σ' ευχαριστώ πολύ

μαχαιρης είπε...

Mηπως και τα καλυτερα σεναρια, δεν γραφτηκαν απο διηγησεις απλων ανθρωπων;;;
Και οι επαγγελματιες, μηπως αυτες τις μυρουδιες, και τις θυμησες δεν αντιγραφουν;;;
Ενα να ξερεις...
Αυτες οι ιστοριες,περισσοτερο μας ελειψαν,απο τις ιδιες τις γειτωνιες...
Χαθηκαμε, μωρε παιδι μου, στις αναζητησεις, και στα δυσνοητα...
Και ξεχασαμε, την απλη διηγηση, που
τη λες, για να δωσεις την εικονα...
Χωρις συνειδητα, να υπονοεις κατι..

meril είπε...

@μαχαίρης

Συμφωνώ
κι εμένα μ' αρέσουν οι απλές διηγήσεις
σαν κι αυτές που ακούγαμε τα βράδια ... ήσυχες όλο εικόνα ...

Όμως μην ξεχνάς πως η αναζήτηση είναι στη φύση του ανθρώπου
κι όταν έχουν όλα είπωθεί πια τότε ο μύθος είναι απλά το όχημα που κουβαλεί κι άλλα πράγματα...

Καλημέρα