Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Tίποτα


τίποτα τίποτα δεν έμεινε

τόσα λόγια ασύνταχτο στράτευμα
μιαν εστία δεν πόρθησαν

να κρύψουν
τους ανέμους που χρόνια κουβαλούσαν
τα μαλλιά της νιότης πεισματικά

ώσπου χαθήκανε κι αυτά
όχι σε δίνη ανάμεσα
ούτε σε τρικυμία ή σε σεισμό σε χάλασμα της γης

αχνή δροσιά του πρωινού
ήτανε
που εστέγνωσε

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Tης Αναλήψεως σήμερα.....


Αρχίσατε τα μπάνια;
Δεν σας εμπνέει ο καιρός; Σας καταλαβαίνω….
Εγώ;  Μπα.….κι όχι επειδή μας  κάνει τσαλίμια…..εγώ έτσι κι αλλιώς δεν είμαι του νωρίς
Να τελειώσουν πρώτα τα σχολεία…. Να χουν  μια ρέγουλα οι μέρες (να ζεστάνει κι ο καιρός)…  και τότε  πάρω κι εγώ το δισάκι μου να κατηφορίσω
Βλέπετε όποτε τον βολέψει καθένα!

Κάποτε όμως…
κάποτε υπήρχαν γιορτές που σηματοδοτούσαν την έναρξή τους. Για αρκετούς τουλάχιστον.
Σαν τη σημερινή ας πούμε. Της Αναλήψεως. Που μια φορά ήταν μια τρελή μέρα που όλοι κατηφόριζαν για την πρώτη βουτιά…
Εγώ; Ε, καλά εμένα θα πάρετε σαν μέτρο σύγκρισης;

Ωστόσο το πρώτο μου ταξίδι στη θάλασσα ανήμερα αυτής της γιορτής ήταν.  Μ’ ένα  καΐκι για την Ντία, το μικρό νησάκι που κάποτε λέει ο θρύλος ήτανε θεριό και τώρα βράχος ξερός κείτεται, σχεδόν μπροστά από την πολιτεία του αλλοτινού Μεγάλου Κάστρου
Δε σας το χω πει; Καστρινή είμαι! Γέννημα και θρέμμα. Απόγονος ορεσίβιων αλλά εκεί  κοντά στη θάλασσα γεννήθηκα.
 Απ’ το σπίτι μου να, ένα έτσι να κανες, την έφτανες…. Και λένε –εγώ πια που να  θυμούμαι-  εκεί με πήγαινε η αδερφή μου, να φάω, τόσο που ήμουν μίζερη και λιγόφαγη, μα τότε χίλια χρόνια πριν, ποιος  μπορούσε να φανταστεί πως θα ρχοτανε καιρός που θα τρωγα και  «τσι ξερές πέτρες»

Πάντως από κείνο  το πρώτο μου ταξίδι, -που φαίνεται πως θα ταν μια ταλαιπωρία για όλους και ποτέ δεν το ξανακάμαμε-, το μόνο που θυμούμαι είναι αποκαμωμένα πρόσωπα, γερμένα στην κουπαστή κι  εγώ άτρωτη, η μόνη που έβρισκε διασκέδαση στο ταρακούνημα του μικρού πλεούμενου κι ας ήμουν ένα κοριτσάκι μόνο που ούτε στο σχολειό δεν πήγαινε καλά καλά
Η αλήθεια πως οι δικοί μου δεν την αγαπούσαν τη θάλασσα. Δεν την ξέρανε κιόλας. Την φοβόντουσαν. Κι ας κατεβαίναμε όλοι κοντά της τούτη την ημέρα, με τα φαγητά μας κι ένα σωρό άλλα συμπράγκαλα κατά πως απαιτούσε το έθιμο.

Έχω και μια φωτογραφία από μια τέτοια μέρα
Κόσμος στην άμμο άλλοι καθιστοί κι άλλοι να περιφέρονται.
Ένα κάρο και παιδιά που χαζεύουν.
Τα κορίτσια με τα μεσάτα τους φουστάνια. Η αδερφή μου, η μάνα μου. Ο αδερφός μου που χάθηκε. Μια μικρή (εγώ) που αδιαφορεί.
Κάνει ζέστη προφανώς γιατί τα κεφάλια είναι καλυμμένα( η εποχή της αποκάλυψης του σώματος θα ρθει αργότερα)
………………………………………………………………………………………
Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε
Δε μένω στη γη που με γέννησε. Πάλι όμως σχετικά ξέμακρα απ’ την πόλη, πάλι σχετικά κοντά στο νερό. Το χωριό που κατοικώ πανηγυρίζει (και)της Αναλήψεως.
Το  εκκλησάκι είναι παλιό, βυζαντινό και βρίσκεται σ’ ένα πλάτωμα καμπόσο μακριά απ’ τον κυρίως οικισμό.
Κάποτε και όχι πολύ παλιά όλοι οι κάτοικοι παίρναν τα φαγητά τους και σε μεγάλες παρέες περνούσαν όλη τους τη μέρα εκεί, μέσα σε ατμόσφαιρα γιορτινή με τραγούδια και χορούς. Στο σχολείο κι ας μην ήταν αργία σχεδόν δε γινότανε μάθημα αφού η πλειονότητα των παιδιών είχε κουβαληθεί στην Ανάληψη. Ακόμα κι εκείνα που οι γονείς εργάζονταν είχαν πάει με τους παππούδες και τους περίμεναν να σχολάσουν ν’ ανταμώσουν όλοι μαζί
Και σμίγαν τα σόγια κι οι μικροί γνώριζαν τους συγγενείς τους  και μέσα από τη χαρά και το παιχνίδι ξανακαινουργιώνανε οι σχέσεις

Ο καιρός τ’ αχνώνει όλα.
Και ήρθε εποχή που η Ανάληψη δεν είναι τρανή γιορτή.  Αφού
δεν έχει να κάνει με δώρα και αγορές πάει…. Έχασε την αίγλη της …. Μα και πέρα απ’ αυτό, στον τόπο ήρθανε φερτοί.  Άνθρωποι από την πόλη και κουβαλήσανε τις συνήθειες της. Κι απ’ τους ντόπιους τίποτα δε θέλησαν να μάθουν. Έτσι καθώς  οι παλιοί κάτοικοι είχανε γεράσει  κι οι νέοι δεν είχανε πια τόσο χρόνο διαθέσιμο, άρχισαν οι μνήμες να ξεθωριάζουν

Χθες
Τετάρτη βράδυ καθόμαστε  στην πλατεία του χωριού
Λέμε για το ένα και το άλλο κι ανάμεσα τους ξεπετάγεται απορία τι στο καλό σήμαινε ο γιορταστικός ήχος της καμπάνας….
Να ναι καμιά γιορτή; (αναρωτηθήκαμε…)
Βρε! Της Αναλήψεως αύριο και χαμπάρι δεν πήραμε!

(θα πεις εδώ χάσαμε ξεχάσαμε άλλα κι άλλα….)




Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Αμοντάριστα πλάνα (το 9)



Ακουμπώ σε πέτρα
Το βουνό αυτό με θρέφει
Πέτρα στην πέτρα
Μετρώ την ανάσα μου

Γεννιέμαι πεθαίνω
Γεννώ βαφτίζω
Θλίβομαι χαίρομαι
Με τον ήχο του όπλου
Την κλαγγή του όπλου

Η καρδιά μου
Φουσκώνει πλαντά
ξεθυμαίνει…μ’ ένα

ΜΠΑΜ!


Τριάντα έξι χειροβομβίδες επέταξα από τούτονε το παραθύρι…. τριάντα έξι! Eγύρισε η τελευταία οπίσω και μου φαε τη μούρη…. τα αίματα με πήρανε…. έβαλε τα κλάματα η γυναίκα
Μην κλαις μωρή μην κλαις πράμα δεν έχω
Χαρές έχομε βαφτίζομε το γιο…..

Και κατοικώ
Μαζί με το σπόρο του θανάτου


Σε χαρά έχασα τον πατέρα μου σε ντουφεκιές λαμπριάτικες…. Τον αδερφό μου τονε λέγανε Δράκο και σε δρακοσπηλιά μεγάλωνα…. Hρθε ο Γιώργης, ορφανός ήτονε τον έβλεπα πως με θώριε ήθελα να του πω μη με κοιτάς…. Δράκαινα με φυλά μα σώπαινα στον τόπο μου οι γυναίκες δε μιλούνε

Θα σε κλέψω Νυφώ Αν δε σε δώσουνε θα σε κλέψω αμοναχός είμαι κι εγώ…

Είχες έναν αδερφό…

Είχα έναν αδερφό.
Είχα έναν αδερφό που είδε ό,τι δεν έπρεπε…. Tην κλεψιά την είδε.
Aμάρτησε. Kανείς δεν τούπε πως δεν μαρτυρούνε. Φυγόδικος έγινε τον έφαε ο κάμπος και στην κάσα πίσω γύρισε τ’ Αϊ- Γιωργιού ανήμερα, στα 23 του τα χρόνια….

Μα θα κάμωμε γιους Νυφώ…. θα κάμωμε γιους….

Και νηστικός περπάταγα
Την πείνα της καρδιάς μου
Να ταΐσω


Τι το θες μωρέ πατέρα το τουφέκι; Πάει ο καιρός… περάσανε οι μέρες σου… Δε χρειάζονται τα τουφέκια…. τουφεκάνε τα λόγια σήμερο…. Το ζητάνε στην Κύπρο δώσε το μωρέ πατέρα!


Ήτανε γιορτή βγήκα στο παραθύρι ανάθεμα τσι Γερμανούς εγώ θα ρίξω. Θα ρίξω απού να χουνε το ανά…. έπαιξα μια… δυο…. Έκλαιε η μάνα σου… Να μας σε κάψεις θες θα μας σε κάψεις…. Σκέψου τα παιδιά σου …τα παιδιά σου….
Πλαντώ! τση φώναξα…. Πλαντώ!
Και έριξα πάλι και πάλι και μέχρι το βράδυ οι Γκεσταπίτες με προδώκανε ήρθανε και με πήρανε στο Ρέθεμνος…..

Ξέχασέ τα πια! Φύγανε κι οι Γερμανοί! Δεν έχει εχθρούς….

Τον καιρό που κλέψανε την αδερφή του ήρθε στο σπίτι κι εζήτησε μου το ντουφέκι… ο γιος ο μεγάλος εξετάσεις θα δινε…. Γιατρός ήθελε να γενεί….πού θα πας; είπα να του φωνάξω Πού θα πας το γιο σου ποιος θα τον νοιαστεί …τίποτα δεν είπα το τουφέκι μόνο του φερα κι έφυγε μοναχός μέσα στη νύχτα και μ’ άφησε… πέντε παιδιά μ’ άφησε… το χρέος του ήτανε μπροστά και το ξερα…

Θα σε μετρήσω
Με τα λόγια που δεν είπες
Μα πάντα
Τ’ άκουγα


Πάρε το! Πάρε το δώσε το στην Κύπρο…. να το τιμήσουνε πες…. να το τιμήσουνε

Γιατρός δεν έγινα. Δάσκαλος έγινα. Για ειρήνη μιλώ στα παιδιά, για ειρήνη….

Εχτίζαμε το σπίτι και είχενε απομείνει μια κούτα πυρομαχικά…. Τι να τα κάμωμε μωρέ πατέρα…. σε μπελάδες μας σε βάνεις

Τα θάψαμε στα θεμέλια του σπιτιού και στο τέλειωμα της σκάλας. Και μείνανε πεθαμένα μέχρι που έσκαψε ο Ο.Τ.Ε. να περάσει γραμμές. Σκάψανε στη σκάλα τα βρήκανε… Καιρός της χούντας… ήρθανε οι αστυνομικοί….

Δάσκαλος έγινα. Όπλο δεν αγόρασα ποτέ μου. …τρεις σφαίρες έχω μόνο, φυλαμένες απ’ το στρατό και καμιά φορά τα βράδια, όνειρο βλέπω πως….

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Στα δάχτυλά μου....


Στα δάχτυλά μου σε βρίσκω μητέρα


Χαμένη από χρόνια φιγούρα ιδεατή
θέλω να σε πλάσω όπως θέλω
μα στα δάχτυλά μου σε βρίσκω
Στο χρώμα των μαλλιών και στα μάτια

Και συχνά έρχεσαι
Μορφή που ώρες ατέλειωτες
Καθισμένη στο παράθυρο
Μετρούσες το χρόνο
Σκυφτή σα να ψαχνες τη ζωή
Στους πόντους ενός πλεκτού
Δοσμένη στο περιττό της ομορφιάς

Και φορές με κοίταζες
Με τα μάτια που βλέπω σαν καθρεφτίζομαι

Μα πιο πολύ σε βρίσκω στα χέρια.

Tα χέρια που έχω χάσει, τα χάδια που λείπουν
Μετράω
Ώρες πολλές. Μα κυρίως όταν βραδιάζει
Την πρόσφορη ώρα για την επίσκεψη
των αναμνήσεων
Και δεν τις αποδιώχνω
Λυτρωτικά αφήνομαι
Στη θαλπωρή του χτες
Να ζεστάνω το σήμερα


Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

Των ημερών

Από τις φορές που οι εκλογές με βρίσκουν αμήχανη

Και ναι έχω αγωνία μα  όχι για το αποτέλεσμα το βράδυ των εκλογών
Η αγωνία μου είναι για το μετά.
Μετά που διπλωθούν οι σημαίες, θα σταματήσουν τα τραγούδια και τα μεγάλα υποσχετικά λόγια
Η αγωνία μου είναι για μετά

Όλοι το γνωρίζουμε πως τα δύσκολα είναι μπροστά μας
όπως γνωρίζουμε πως στα πρώτα δεν θα γυρίσουμε
Το γνωρίζουμε αλλά έχουμε αντοχή να το παλέψουμε;
Ή  έχουμε  τόσο  κουραστεί και το μόνο που επιζητούμε είναι ένα μαγικό ραβδί που θα  τα αλλάξει όλα ΟΛΑ!
και μεις καθαροί και καθαρμένοι,  τιμωροί οπωσδήποτε, θα παιανήσουμε τα νικητήρια;
Η αγωνία μου έχει να κάνει με τη δική μας στάση
Πώς εμείς θα σταθούμε μετά


Η ώρα της κάλπης είναι σημαντική μα αν πιστεύουμε πως όλα εκεί τελειώνουν
είμαστε ήδη χαμένοι!

Καλή ψήφο!
Καλή Δύναμη!