Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011


Σαν να μου φαίνεται πως κοντεύω να γίνω ένα μάτσο λέξεις και δεν είναι μέρες για τέτοια...
Άντε λοιπόν να τα μαζεύω....

Καιρός για άλλα πράγματα
όπως κι αν τα εννοεί καθένας

Να προσέχετε

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Ο τραγουδιστής


«Kαιρός να πω ένα τραγούδι….

Ολόδικο μου θα ναι

Φαντάσου….

Oι νότες θα κρέμονται απ’ τ’ αυτιά

Έτσι που όταν πλησιάζουν

Οι άνθρωποι

Αυτοστιγμεί να τους ακουμπάνε

Και άλλη επιλογή δε θα χουν

Παρά να με ακούσουν»


«Μα αυτό θα ναι τραγικό!»

Αναφώνησα έντρομη

«Ανήκουστο!

Σκέψου τη διασάλευση της τάξης!»


«Μα ήδη

Τα θεμέλια τα από κτήσεως…

Σαθρά ….

Τον τραγουδιστή καρτερούν

Δε το χεις πάρει είδηση;»


Και ύστερα κοιτάζοντας

Τις φοβισμένες ματιές μου

Ένα γύρω


«γιατί κοιμάσαι ανήσυχη τη νύχτα;।»


Ρώτησε


Κι είχε την απορία στη φωνή

.

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

ΤΟ ΦΙΛΙ



Το φιλί, της ήταν ξένο. Ναι αυτός ήταν ο σωστός χαρακτηρισμός. Ξένο. Ούτε γλυκό, ούτε άσχημο, ούτε τίποτα. Ξένο. Σαν μια γεύση άγνωστη. Ακριβώς αυτό.
Ανοιγόκλεισε τα μάτια κι ύστερα προσπάθησε να τα κρατήσει ανοιχτά, διάπλατα να καταλάβει…. Όλα ήταν μπερδεμένα. Σαν να χε πιει πολύ κι είχε θολώσει ο νους …. Όχι δεν έπινε μα έτσι έπρεπε να ναι
Προσπάθησε. Μάζεψε την αντοχή της και προσπάθησε.
Ένας άντρας στεκόταν δίπλα της χαμογελαστός αν και φανερά αμήχανος. Τον έψαξε μα δεν αντιστοιχούσε σε καμιά εικόνα του μυαλού της. Δεν υπήρχε. Η μυρωδιά του, το άγγιγμά του….θύμησες ανύπαρκτες
Περίεργο …. Ανάμεσά τους υπήρχε μια ακαθόριστη οικειότητα μια αίσθηση γνώσης δίχως όνομα. Τον ήξερε; Μπορεί και τον ήξερε. Αλλά πώς; Από πού; Ή από πότε….
Τον κοίταζε κλεφτά ανάμεσα στα βλέφαρα σαν να φοβόταν ή να μην έπρεπε….
Είδε δυο κάθετες χαραξιές. Στο πρόσωπο. Μια στην αριστερή μια στο δεξιά πλευρά. Σχεδόν εντυπωσιάστηκε. Ήταν νέος και παρόλα αυτά …. Σαν λαβωμένος. Αυτολαβωμένος;. Αν την ρωτούσαν αυτό θα λεγε. Ποιος να τη ρωτούσε όμως και γιατί;
Ήθελε να τις αγγίζει. Να του τις αγγίξει. Να τις περάσει πάνω κάτω. Να δει το βάθος τους. Να τις γνωρίσει ή να τις θυμηθεί. Το σώμα έχει πάντα τρόπο να αναγνωρίζει…...
Τον κοίταξε πιο φανερά κι επιθύμησε ν’ αφήσει τα δάχτυλά της να περπατήσουν όλο του το πρόσωπο γραμμή γραμμή, καμπύλη και κοιλότητα, το στόμα και τα μάτια, τη μύτη που κύρτωνε ελαφρά, μα φοβήθηκε πως θα γελούσε μαζί της. Αν υπήρχε. Αν υπήρχε μπορεί και να την κορόιδευε. Οι τυφλοί μόνο άγγιζαν έτσι όπως αυτή ήθελε να κινηθεί –έτσι λέγανε τουλάχιστον
Κράτησε τα χέρια της μαζεμένα μόνο κάποια στιγμή άπλωσε την παλάμη της -το ανάστροφό της- στο μάγουλό του πολύ δειλά κι εντελώς φευγαλέα.
Τα μάτια του της φάνηκαν βαθιά και σκούρα αν και χωρίς σιγουριά θα το λεγε. Όμως αν ήταν ανοιχτόχρωμα θα το θυμόταν καλύτερα, έτσι δεν είναι; Ύστερα είχε μια μελαχρινάδα ….. ναι σκούρα, βαθιά σκούρα πρέπει να ήταν
Είμαι χαρούμενος άκουσε να λέει. Ο ήχος της φωνής δεν της ήταν οικείος. Γιατί το είπε; Να το λεγε σ’ εκείνη; Εκεινής της φαινόταν θλιμμένος. Γιατί;
Κι αυτή τι έκανε εκεί;
Ήταν καλεσμένη; Η καλεσμένη; Οι δυο τους ήταν. Μόνοι…………..
Και πού; Τι ήταν αυτός ο χώρος;
Στάθηκε. Μέσα σ’ αυτή την παραζάλη ίσως αυτή να ταν η μοναδική βεβαιότητα Δεν είχε ξαναβρεθεί εδώ. Δεν τον είχε ξαναδεί αυτόν το χώρο.
Τον περπάτησε κατά μήκος ξυπόλυτη με όλο της το πέλμα κι ύστερα βάδισε στις μύτες. Σαν παιδί. Παιδί που ήθελε να παίξει. Παιχνίδι που δεν ήξερε.
Την κοίταζε άραγε;
Θυμήθηκε πως δεν ήταν παιδί
Η σκέψη την έκανε να γελάσει. Γέλασε. Λίγο χαζά
Ήθελε να καθίσει κατάχαμα σταυροπόδι να τον ρωτήσει να της πει –ποιοι είμαστε να ρωτήσει μα δεν υπήρχε χώμα, ένα δωμάτιο ήταν, κάτω υπήρχε πάτωμα

Σε ξέρω;
Αν είσαι κάπου μέσα μου
Μίλα σιγά και θα σε θυμηθεί
η ψυχή μου
Μίλα σιγά
Θα σε γνωρίσουνε τα χέρια μου
τα χείλη μου θα σε δεχτούνε
Μόνο
να σε θυμηθεί η ψυχή μου
Γι’ αυτό
Μίλα σιγά

Ένα τηλέφωνο χτύπησε. Τρεις φορές κιόλας, σχεδόν συνεχόμενες.
Η αυλαία θα σηκωθεί, σκέφτηκε και ταράχτηκε. Αρχίζει το θέατρο. Το θέατρο μουρμούρισε
Ο χρόνος τελείωνε. Έπρεπε να φύγει. Από κάπου έπρεπε να φύγει χωρίς να μάθει…..
Μη βιάζεσαι της είπε. Το είπε ή το νόμισε;
Αμφέβαλε όλο και πιο πολύ.
Τα χέρια του την κρατούσαν…. την κρατούσαν σφιχτά
Πρέπει να φύγω είπε κι ήταν ριζωμένο δέντρο
Τη φίλησε. κι η ακαμψία της λύγιζε στα δάχτυλα που τα θυμόταν
…………………………………………………………………………………………..
…………………………………………………………………………………………..
Ναι, δεν είχε γεύση το φιλί. Δεν ήθελε να έχει
Αχνά και ξέμακρα έρχονταν οι φωνές. Μαζί μπερδεύονταν γέλια. Και μυρωδιές που τις ήξερε.
Γιασεμί μύριζε. Γιασεμί! Από κείνο που φύτρωνε στον κήπο της. Είχε έναν κήπο με γιασεμιά…..
Οι ήχοι δυνάμωναν, στρογγύλευαν, καθάριζαν, άφηναν λέξεις. Ακαθόριστες στην αρχή δίχως νόημα κι ύστερα….. Τ’ όνομά της………. Ξανά και ξανά τ’ όνομά της. Τη ζητούσαν
Τα μάτια της έμεναν σφαλιστά. Κοιμόταν; Τα άνοιξε. Κοίταξε γύρω. Ένα γύρω Γνώριζε. Τα πάντα τα γνώριζε.
Ήταν στο σπίτι της.
Αναστέναξε. Ανακουφισμένη σχεδόν.
Ανασηκώθηκε. Πήγε να τρέξει στο παράθυρο.
Στα χείλη ένοιωσε το κάψιμο.

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Ξέρε το


για την ομάδα μας

Πριν ξεκινήσουμε
ας σου το πω
..........................
Τούτος ο άλλος δρόμος
γραμμή γραμμή
Με κόπο κι αγωνία
φτιάχνεται
............................................

Να θυμηθείς

Τα υλικά σου να φέρεις………
Κομμάτια της ψυχής σου
Βαμμένα με της νιότης
ενθουσιασμό
Και μπολιασμένα αθώα μάτια

Να βλέπουν τ’ όνειρο
με τις πολλές μορφές που
κάθε μια μιλεί τη γλώσσα της

Παλιό και νέο
ανταμωμένα σε ζωής γαϊτάνι
Που εκεί χωράς εσύ
Εκεί χωρώ
Κι εγώ


Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Ο λόγος του Θησέα


Από τη σειρά "ένα σχεδίασμα για τη Φαίδρα"


Είναι
ο δικός μου ο καιρός
Μερικοί θα πουν πως ήρθε εύκολα
Κι άλλοι πως έπρεπε να περιμένω
Πως είναι ύβρης απέναντι στους θεούς
Και την τάξη του κόσμου
Αυτή η ανυπομονησία

Ανοησίες των αδύναμων

Αν είμαι το γερό το αίμα
Η νέα δύναμη που θέλει να φάει
για να θεριέψει ακόμα
Κυρίαρχη ν’ ακουμπήσει
σ’ όσα δεν μπορείτε

Αυτή είναι η ευκαιρία μου

Θέλω να ξεχυθώ

Δικό σας λάθος που οι μέρες
Γέμισαν πίκρα και μαραμένα λόγια
Σέπονται οι καρποί σας
Πήξανε οι δρόμοι
Ξέφτια των ενθυμήσεων
κι απομεινάρια
από κορμιά που έδυσαν
Και τα κρατούν με το στανιό
Να λένε
«ωραία που ήτανε! Ωραία που ήτανε!»


Καιρός
να φύγει ό,τι πεθαίνει
Πριν ξεψυχήσει και αγγίξει
Ο θάνατός του το παρόν μου


Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Η ΑΝΑΣΑ



Aποκαταστάθηκε η ηρεμία
Οι αναταράξεις στη ζωή της πόλης
Έγιναν παρελθόν
Και μόνο ουλές από πληγές έχουν μείνει
Να αχνώνουν
Έως ξανά να συσσωρευθούν όνειρα
Και να ζητήσουν το γιατί του θανάτου τους

Και πάλι θα ρθουν οι παλιές ιστορίες
Να πουν για τούτο που θα μοιάζει
Με κείνο που πέρασε
Και ο πόνος του νόστου θα δαγκώνει
Μικρή τιμωρία εκδίκηση

Κούνησε το κεφάλι η Ελένη στο άκουσμα
Της ευτυχούς είδησης
Ο συμβιβασμός ακόμα μια φορά θριάμβευσε

Τι κρίμα μουρμούρισε
Τι κρίμα που η ομορφιά είναι αδύναμη
Τι κρίμα που τα ερωτήματα τα βαψαν
Απαντήσεις

Κούνησε το κεφάλι της η Ελένη
Όλα τελειωμένα
Αγωνίες κι ελπίδες και φόβοι
Μέρες αγρύπνιας και νύχτες καθημερινές
Συμφωνήθηκε ο φόρος
Ανάσαναν οι άνθρωποι

Θα την άφηναν τώρα να κοιμηθεί;
Να γύρει στις δικές της λύπες ανάμεσα
Να τις παρηγορήσει;
Να ησύχαζε… να ησύχαζε μόνο…
Να γείρει στα παιδικά της όνειρα σε
Μια ουτοπία μέσα να τα σαρκώσει

Το χέρι σήκωσε κι άδειασε η σάρκα

Το πλήθος έξω έπαιζε με την κορδέλα
Του γέλιου


Υ.Γ.Το ποίημα αυτό είναι το τελευταίο μιας σειράς ποιημάτων που φέρουν τον τίτλο ΕΛΕΝΗ