Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΑΝΤΑΜΩΣΩ

Ο δρόμος ήταν μακρύς. Μακρύς όσο μια νύχτα. Για κάποιους μπορεί να μη φαινόταν σπουδαίο μα σίγουρα ατέλειωτος για τους καλομαθημένους πεζοπόρους. Ατέρμονος σχεδόν αν δεν νόμιζαν οι περισσότεροι απ’ αυτούς, πως φέρνουν σε πέρας με τούτο τον τρόπο ένα ακατόρθωτο, από κείνα που καθένας χρειάζεται να κουβαλά και να καμαρώνει. Δεν είχε σημασία ο λόγος που έφερνε τον καθένα να κάνει τούτη τη νυχτερινή διαδρομή. Αν ήταν η περιέργεια ή μια βαθιά πίστη πως όλα δουλεύουν σύμφωνα μ’ ένα νομοτελειακό τρόπο και η ελπίδα θα μπορούσε μυστικά και μαγικά να πάψει να ναι λέξη και να γίνει σαρκωμένη ζωή κι αλήθεια που σε κάνει να γελάς. Ίσως τελικά αυτό να ήταν τούτη η νυχτερινή διαδρομή, ο δρόμος ως τον άγιο. Ένας δρόμος πεζοπορίας που σε βγάζει από σένα, σε φτάνει μέχρι την αναζήτηση

Τι αναζητάς;

Οι γυναίκες βάδιζαν μαζί. Και από το φόβο της νύχτας κι από ανάγκη να μη βουλιάξουν σε δικά τους χιλιοειπωμένα

Πως ταίριασε η παρέα τους καμιά δεν θα μπορούσε να πει με βεβαιότητα. Μάλλον οι νεότερες χρειάζονταν τις μεγαλύτερες κι αυτές πάλι το αντίθετο

Βάδιζαν με μεγάλα διαστήματα όλο κουβέντα κι άλλοτε πάλι σαν αποκαμωμένες σώπαιναν.

Στα λόγια τους πιο πολύ για το δρόμο μιλούσαν και ακόμα περισσότερο η μικρή της παρέας που όλο ερωτήσεις είχε

Και θα σταματήσουμε καθόλου; Και γιατί πάμε από τα χωράφια; Και τώρα βλέπετε εσείς; Και γιατί δεν πήρατε φακό και σπίρτα και…. Και πεινάω, εσείς δεν πεινάτε; Δίψασα κι όλο τέτοια μέχρι που η μία απ’ τις μεγαλύτερες έλεγε σώνει πια κι η μικρή σταμάταγε κι ας μην είχε είχε πάρει ούτε μιαν απάντηση σαν το σημαντικό να ήταν η έκφραση των ερωτήσεων. Να ακουστούν.

Απαντήσεις; Ε, κάπου κάπως θα βρίσκονταν. Υπομονή να χες

Ύστερα η μεγαλύτερη έπαιρνε το λόγο για να θυμηθεί πως ξεκίνησε να κάνει αυτό το δρόμο. Είχε τάξει το γιο της να γιάνει από τη βαριά αρρώστια του. Και έγιανε. Η χάρη του αγίου τον σκέπασε και τον έσωσε και θα το πε ίσαμε δεκαπέντε φορές μέσα στη νύχτα κάνοντας το σταυρό της. Και ο γιος σου; ρωτούσε η μικρή. Πού είναι ο γιος σου; μα δεν της απαντούσε, αναστέναζε μόνο

Μακριά είναι η νύχτα έλεγε κάθε φορά κι η κουβέντα άλλαζε. Δεν τελειώνει ο δρόμος άμα κουβαλείς αναπηρίες. Τις αφήνεις στο γύρο κι ύστερα πάλι τις παίρνεις

Είχαν ξεκινήσει το σούρουπο. Μαζεμένος κόσμος στο ίδιο κοινό σημείο, γελούμενοι, χαρούμενοι, αδημονούντες, σαν όπως όταν πάει κανείς εκδρομή. Παρέες παρέες, γνωστοί από γειτονιές ή από αλλού μιλούσαν με μια έξαψη που έβαφε τα πρόσωπά τους κι έντεινε τις κινήσεις τους

Τις τρεις γυναίκες τις έσμιξε η μοναξιά. Δεν ήξεραν άλλον κανένα και μόλο που έδειχναν όλοι φιλικοί δεν φαίνονταν και τόσο πρόθυμοι για ανοίγματα σε ολωσδιόλου άγνωστους και ξένους.

Στάθηκαν λοιπόν παράμερα και δίχως να το μιλήσουν, άφησαν τους άλλους να προηγηθούν κι ύστερα από κάμποσο ξεκίνησαν σαν να ταν συνενοημένες κι ας ήταν μόνο μια τριάδα γυναικών ξέταιρων

Κάθε χρόνο πηγαίνω και κάνω το τάμα μου, ξανάπε η μεγαλύτερη, να βλέπει ο άγιος πως δεν ξεχνώ και πάλι σταυροκοπήθηκε, αβέβαιη σχεδόν για το αποτέλεσμα με μια ιδέα ταραχής στο σκαμμένο της πρόσωπο

Άμα δεν ξεχνάς δεν ξεχνάς. Τι το λες; Είπε με αυθάδεια η μικρή, ανάρμοστη όχι μόνο λόγω ηλικίας αλλά και επειδή έλειπε εκείνο το είδος της οικειότητας που πότε πότε σου παρασέρνει το λόγο και λες τα παραπανίσια, ιδίως όταν βασανίζεσαι έγκλειστος σε αδιέξοδους δρόμους και χτυπιέσαι

Ναι. Συμφώνησε η άλλη ήσυχα δίχως να θυμώσει ή να φανερώσει κάποια ενόχληση. Κι εσύ; αντιρώτησε

Κάποιον…. Ψάχνω κάποιον

Κάποιον; Προσκυνητής κι αυτός; …. Ή μήπως μικροπωλητής;

Όχι, αναστέναξε βαριά παράταιρα κι αταίριαστα με την ηλικία της. Όχι, δεν είναι μικροπωλητής, άρρωστος είναι. Άρρωστος. Και το πε απότομα και κοφτά σαν όπως οι τελεσίδικες που στήνουν τα σύνορα που λένε παραπέρα δεν έχει, άλλα μη ρωτάς.

Βουβάθηκαν.

Βυθίστηκαν στις σκέψεις μέχρι που εκείνη που δεν είχε αρθρώσει ούτε συλλαβή πρότεινε να κάμουν στάση, να ξεκουραστούν λίγο.

Το πρώτο καφενείο φάνηκε. Μια πρόχειρη κατασκευή στημένη πρόχειρα και βιαστικά για τους οδοιπόρους προσκυνητές, να προσφέρει αφεψήματα και κρέας που έβραζε σε μεγάλα καζάνια όλη νύχτα. Εκείνη τη στιγμή ήταν τελείως άδειο.

Εδώ θα καθίσουμε; Ρώτησε κάπως τρομαγμένη η μικρή.

Ναι, εδώ, της είπαν οι άλλες. Μη φοβάσαι της ξανάπαν και διάλεξαν το λιγότερο φωτισμένο τραπεζάκι σαν όπως κάνουν όσοι δεν θέλουν να τους βρουν, όσοι φοβούνται μην τους δουν και τους αναγνωρίσουν. Φυγάδες ή ……..

Παράγγειλαν τσάι που το πιαν με αργές γουλιές αμίλητες

Κουράστηκα είπε η άπραγη.

Κλείσε τα μάτια σου δυο λεπτά κι άφησε το νου σου, τη συμβούλεψαν οι άλλες και τα κλεισαν κι εκείνες έτσι όπως κάθονταν στις πλαστικές καρέκλες.

Μικρή ήταν αλλά όχι και τόσο που να μην μπορεί να αντιταχθεί. Υπάκουσε ωστόσο. Κράτησε τις κουβέντες για άλλη ώρα έκλεισε τα μάτια.

Δέχτηκε την εμπειρία των μεγαλύτερων κι ας φοβόταν να «αφήσει το νου» της.

Πού θα την πήγαινε;

Πες μου πως σε λένε πως σε λένε κι ένα γέλιο κακαριστό έσβησε τον ήχο αν υπήρξε ήχος και τινάχτηκε τρομαγμένη. Λίγο έλειψε να χτυπήσουν τα χέρια της όπως τα τίναξε, της τα πιασε η μεγαλύτερη-έχει δυνατά χέρια σκέφτηκε πολύ άσχετη με τη στιγμή σκέψη, μα είναι όπως όταν το μυαλό γυρεύει εξόδους, διεξόδους να σωθεί, να γλιτώσει από κυνηγητό και βρίσκει τα παράταιρα

Δυνατά γερά χέρια, εκεί αγκιστρώθηκε κι ασυναίσθητα κοίταξε τα δικά της κι εκεινής δυνατά ήταν κι ας ήταν αδούλευτα. Ούτε από χωράφια ήξερε ούτε από άλλες χειρονακτικές εργασίες

Κοιτάχτηκαν. Αποκοιμήθηκες φαίνεται κι είδες όνειρο κακό. Πάει πια πέρασε μην του δίνεις σημασία. Ξέρεις πόσα τέτοια ονείρατα έχω δει εγώ; Ουουου! Άμα τους έδινα σημασία θα μουν στο τρελάδικο τώρα συνέχισε και πήρε να κάνει μορφασμό γέλιου το πρόσωπό της.

Αναθάρρησε εκείνη. Δεν ήταν λοιπόν μοναχή της…..

Άντε πάμε είπε αδέξια και ντροπαλά, ενοχικά σχεδόν

Πήραν ξανά το δρόμο αμίλητες στην αρχή

Ύστερα η μεγαλύτερη με το θάρρος που δίνει η ηλικία άρχισε να λέει για εφιάλτες και πόσοι βγήκαν αληθινοί

Μερικούς τους πρόλαβα μα όχι όλους και το πε μουρμουριστά σαν να ταξίδευε πιο πολύ η φωνή παρά που δεν ήθελε να την ακούσουν

Ξόρκισε ξόρκισέ τονε φωτιά θα μπει και θα σε κάψει! θα σε κάψει θα σε κάψει!

Είχε μαζεμένη την ποδιά της ανυπόδητη και ξεκάλτσωτη έτρεχε. Τι είχε στην ποδιά της; Βοτάνια; Βοτάνια για ξόρκια;

Μη με διώχνεις σου λέω…. Μη με διώχνεις! Ποιος φώναζε ….ποιος!

Αναστέναξε. Έριξε την προσοχή της στην άλλη.

Άμα έχεις οικογένεια….της μουρμούρισε. Εκείνη συγκατάνευσε κουνώντας το κεφάλι.

Έτσι είναι. Άμα έχεις οικογένεια αλλιώς αρχίζεις και μετράς…

Άλλα έλεγες πριν άλλα μετά…. Μούτζωσέ τα ….Εσύ;

Εγώ; Τι εγώ;

Να λέω…οικογένεια ….έχεις παντρευτεί;

Ναι. Ναι ξανάπε με ήχο σιγανό να ρθει κοντά η θύμηση, η εικόνα μακρινή γι’ αυτό και έγινε μακρόσυρτη η φωνή να την τραβήξει πλησιέστερα, να ξεθαμπώσει και τα πρόσωπα κι οι γραμμές και τα χρώματα και οι λεπτομέρειες όλες να φανερωθούν

Παντρεύτηκα.

Βιολιά και νταούλια ακούστηκαν

Ήρθανε να πάρουνε τη νύφη! Τη νύφη!

Ποιος της φέρνει το παπούτσι; Πού είναι ο κουνιάδος να της το φέρει

Αν είναι όμορφος σαν τον γαμπρό τσάμπα να το δεχτούμε μα αν είναι άσκημος…. Ε, τότε …

Τότε…… θα το χρυσοπληρώσει!

Δεν έχει αδερφό ο γαμπρός! Ορφανός και μόνος είναι…

Και σίγουρα φτωχός…… περαματάρης σίγουρα….

μήπως κάποιος απ’ τους απελπισμένους ξένους που καραβιές φτάνουν από τη θάλασσα;

Αλλιώς πως θα ορέγονταν το μεστωμένο το κορμί και ίσαμε το γάμο μάλιστα

Λαθεύετε λοιπόν ανόητες. Λαθεύετε! Ο γαμπρός είναι ορφανός και μόνος αλλά άκουσα με σιγουριά να λένε πως η γενιά του είναι καλή μα ξέρετε πως είναι….. τα νιάτα θέλουν με τα δικά τους τα φτερά να πετούν κι ο νιος μας είναι περήφανος. Κι η νύφη μας φρεγάδα. Πάψ’τε λοιπόν τα άστοχα!

Το βράδυ του γάμου άργησε να τελειώσει. Τραγούδια, χοροί κι ευχές έφτασαν να χοροπηδούν στο μυαλό της. Τον κοίταζε με την άκρη του ματιού να χαμογελά ευχαριστημένος, ήσυχος σχεδόν χορτάτος. Είχε φτάσει στην πηγή και θα πινε. Είχε τη σιγουριά πως τίποτα τίποτα δεν θα το εμπόδιζε. Ποιος είσαι της ήρθε να ρωτήσει μα όλοι φεύγαν, έπρεπε να χαιρετήσουν.

Μείναν οι δυο τους. Την πήρε αγκαλιά και την οδήγησε στο δωμάτιο. Η ερώτηση της ήρθε ξανά. Ποιος είσαι ποιος σ’ έφερε……. πες μου γιατί ήρθες ως εμένα ήθελε να πει…… να του πει

Ταξίδεψα ως εσένα για την αγάπη. Μόνο για την αγάπη σου της είπε και τη φίλησε. Εκείνη πήγε να κλείσει το φως. Άφησέ το της είπε. Άφησέ το. Θέλω να σε βλέπω. Να σε βλέπω……

Κουράστηκες; Η ερώτηση για την πιο άμαθη έμεινε αναπάντητη. Όσο πήγαινε η ώρα, όσο η βραδιά προχωρούσε αντί σαν πιο άπειρη της τριάδας να λιγοψυχά εκείνη δυνάμωνε κι άλλο τόσο ζωήρευαν τα πόδια κι άλλο τόσο μαζεύονταν οι λέξεις μέχρι που περπάταγε σιωπηλή πια, εντελώς αθόρυβη, ανύπαρκτη

Κάποια στιγμή η μεγαλύτερη σκόνταψε σε μια πέτρα και θα πεφτε αν βοηθητικό το χέρι της δεν την συγκρατούσε. Τη βοήθησε να καθίσει κι εκείνη σχεδόν με τρεμάμενα πόδια απ’ το σοκ την αγκάλιασε δίχως να μιλήσει να πει ευχαριστώ η ιερότητα της σιωπής τις είχε κυκλώσει δεν ήθελε να τη μολύνει με κούφιες λέξεις.

Έμειναν για λίγο στη γαλήνη των φυσικών ήχων της νύχτας τόσο μακριά απ’ όλα ξεχάστηκαν κι οι τρεις καθισμένες σε πέτρες σκληρές

Βαθύς ύπνος. Βαθύς. Δεν σ’ αγκαλιάζει σε ρουφά γιατί είναι ο θάνατος που έρχεται δοκιμαστικά να δει αν αντέχεις. Ή ακόμα μια φυλακή που σε κλείνει

Μια σκιά στέκει στα πόδια μου και με φοβίζει Θέλω να φύγω. Να φύγω..

Πώς είναι;ι πες μου πως τον νοιώθεις;

Μια σκιά λιγνής φιγούρας σκιά….. παιδί που γίνεται άντρας και μυρίζει γάλα και μυρίζει σπέρμα αγίνωτο…….στα πόδια μου στέκει….. αμίλητος. Απλώνει το χέρι….απλώνει το χέρι τραβά το σεντόνι και κοιτά με κοιτά….. δεν μιλά. Δεν ακούω λέξη μόνο τον κόμπο στο λαιμό του νοιώθω που ξεροκαταπίνει…..

Έρχεται το βράδυ κάθε βράδυ. Στέκεται εμπρός μου και ξεροκαταπίνει. Μπροστά στο τραβηγμένο σεντόνι έρχεται το χέρι κι ακουμπά το στήθος μου…. ακουμπά το στήθος μου και τρέμει

Γιατί δε φωνάζεις; Γιατί δεν του σπρώχνεις το χέρι;

Γιατί τον ξέρω! Τον ξέρω!

Άρχισε να κλαίει. Οι άλλες την πήραν αγκαλιά προστατευτικά, παρηγορητικά, σιωπηλά, σαν να ξεραν τη μοναξιά του καημού του κρυφού, του αδήλωτου

Ποιος είναι ο πατέρας σου;

Μύριζε μοναξιά η νύχτα, βρίσκουν δρόμο αφύλακτο ερωτήσεις της μέρας κι έρχονται γιγαντωμένες

Ο πατέρας … ο πατέρας …. Είναι φευγάτος ο πατέρας …. Τον αναζητώ κάθε βράδυ του στήνω καρτέρι να πιαστεί στα όνειρά μου κι όλο μου φεύγει

Είπε πως σκότωσε τη μάνα σου. Τη μάνα σου! Στη φυλακή τον έκλεισαν!

Όχι! Φευγάτος είναι μόνο! Φευγάτος…..

Τσακώθηκαν και ύστερα ….αυτός το είπε πως….τη σκότωσε

Κρεμασμένη τη βρήκαν! Την είχε τρελάνει λένε η ζήλεια της. Ήταν τρελή τρελή!

Κι ο πατέρας σου δεν είπε κουβέντα άλλη όσο κι αν τον ρωτούσαν.

Έκαμε λίγο καιρό μέσα τώρα ποιος ξέρει που γυρνά. Τι τον γυρεύεις; Άχρηστος είναι. Η μάνα σου ήταν μια γυναίκα παράδειγμα …. Ήρθε και της πήρε το νου

Μην τον ψάχνεις. Θα σ’ αφανίσει και σένα. Έχει τον κακό σπόρο μέσα του κι όπου βρίσκεται τον αφήνει και γεννά τη συμφορά. Της τα λεγαν της μανούλας σου δεν άκουε … κανέναν δεν άκουε…..

Μοναξιές πεταμένες, αφημένες, γιγαντωμένες

Τις κρατούσαν προσεχτικά σαν τα δικά τους φυλαχτά.

Οι καημοί είναι τα εικονίσματα που προσκυνούν οι θνητοί που δεν παραδίδουν δεν παραδίδονται

Άι…..μακρύς πού ‘ναι ο δρόμος…. Μακρύς που ‘ναι άμα περιμένεις στο τέρμα του να λυθούν όλοι οι κόμποι σου…..

Τον έστειλα να μπαρκάρει. Σκέφτηκα θα φύγει θα ταξιδέψει θα βγει σε λιμάνια θα βρει ανθρώπους άλλους και γυναίκες άλλες … θα γιατρευτεί. Όχι….ο γιος μου δεν ήταν άρρωστος δεν ήθελε γιατρειά…. Μικρός ήτανε μόνο μικρός που μια μέρα ένοιωσε το κορμί του να ξυπνά και μόνο εγώ εκεί ήμουνα να το δω να χαϊδέψω το δέντρο του που φούσκωνε χυμούς που άντρευε….

Όταν του είπα πως καλό ήτανε να φύγει να πάει κι αλλού να ξεφύγει απ’ το σπίτι, καθόλου δε μίλησε αν ήθελε αν δεν ήθελε ….. τίποτα. Δεν άνοιξε το στόμα να πει μισή κουβέντα και σχεδόν μέχρι να φύγει τα λόγια μας λιγοστά ήτανε. Την ώρα που ήτανε να αποχαιρετιστούμε πήγα να τον αγκαλιάσω και με κοίταξε με το παράπονο στα χείλη…. Δεν ήξερα τι να κάμω…..Αρχίνησα να του λέω να προσέχει και να μου γράφει να ακούει τους πιο μεγάλους και να ναι σεβαστικός

Με διώχνεις μάνα μου λέει….. με διώχνεις

Τι να λεγα; Στομώθηκαν τα λόγια μου

Η νύχτα είχε φέρει κρύο. Μάης μα έτσουζε ο αέρας που ερχότανε απ’ τα βουνά που ακόμα κρατούσαν χιόνια

Αργεί να ζεστάνει ο καιρός μουρμούρισε αργεί….

Και θυμήθηκε τα χέρια που την τύλιγαν, μέσα τους την έκλειναν κι εκείνη φώλιαζε, κούρνιαζε μέχρι να τιναχτούν πάνω της αμφιβολίες θολά νερά κι άρχιζε να βουλιάζει πάλι.

Γιατί μ’ αγαπάς; Θα μπορούσα να μai μάνα σου ….τον ρώτησε μια μέρα κι εκείνος αντί να απαντήσει άρχισε να γελά. Γέλασε κι εκείνη. Τον κοίταξε στην αρχή απορημένη κι ύστερα με το θυμό να φουντώνει μέσα της ένοιωσε τα μάτια να τσούζουν μα δεν ήθελε να κλάψει…. την κορόιδευε; Του γύρισε την πλάτη πήγε να φύγει, να τρέξει μακριά μακριά απ’ τον ανόητο αταίριαστο γάμο της κι απ’ αυτόν που την περιγελούσε

Την άρπαξαν τα χέρια του. Την κράτησαν σφιχτά κι όπως ήταν γυρισμένη ακούμπησε το πρόσωπό του στην πλάτη της. Μη βάζεις λόγια ανάμεσά μας…. μην τα βάζεις κι ήτανε βαθιά η φωνή του κι είχαν κόπο οι λέξεις σαν να χε ανεβεί ανηφόρα κάτω απ’ τον ήλιο. Ό,τι και να σου πω πως θα το εμπιστευτείς αν δεν εμπιστεύεσαι την ψυχή σου αν δεν εμπιστεύεσαι το σώμα σου…. Άκουσέ το και μη βασανίζεσαι….. μη βασανίζεσαι. Οι ερωτήσεις σου δεν έχουν απάντηση και το ξέρεις. Οι απαντήσεις που ζητάς είναι στην ψυχή μου μέσα στην ψυχή μου που ακόμα δεν μπορώ να τη δω

Την έστρεψε μπροστά του την κάρφωσε με τα μάτια βαθιά

Τώρα είμαι εδώ όμορφη μου…. τώρα είμαι εδώ και σου ανήκω. Σου ανήκω ως την άκρη των δαχτύλων των ποδιών μου που βηματίζουν ίσαμε εσένα…. Με φτάνουν ίσαμε εσένα να χωθώ μέσα σου….. μέσα σου της μουρμούρισε…..

Άσε με άσε εμένα σου δείξω …. αφέσου μου, της ζήτησε και τη φίλησε

Εκεί που λες έχει φως, εκεί σκοτεινιάζει….

Είναι γιατί ένας φόβος έχει φυτρώσει μέσα σου. Έχει κάμει ρίζες και κλαδιά. Ισκιώνει …..σε ισκιώνει

Λίγο τον θυμάμαι τον πατέρα. Λίγο. Έτσι σαν όνειρο. Ψηλός; Νομίζω ήταν ψηλός, καλοκαμωμένος και μόνο το πόδι του … σαν να το έσερνε λίγο … να ταν έτσι; Να χε κάποιο ελάττωμα; Ή μήπως είχε χτυπήσει….. δεν ξέρω…. Τον θυμάμαι να ρχεται να με παίρνει αγκαλιά, να με σηκώνει ψηλά στο φως, να γίνομαι μια σταλιά σημαδάκι, να φεύγω απ’ τα χέρια του να ψηλώνω…. Δεν ξέρω μπορεί να ταν …. η χαρά να ταν που με έσπρωχνε προς τα πάνω…. Αυτός με φώναζε γύρνα πίσω μικρούλα…. γύρνα στο γέρο σου, έλα ματάκια μου…έλα κι οδήγα με ….. οδήγα το γέρο σου κι η φωνή είχε πόνο και τότε κατέβαινα σιγά σιγά, προσγειωνόμουν στο χώμα κι ήθελα να γελάσω γιατί ο πατέρας ήταν ο πιο δυνατός απ’ όλους μα ένας δυστυχισμένος με περίμενε που κρατούσε ραβδί, φως των ματιών μου έλεγε οδήγα με οδήγησέ με πέρα από τη θλίψη. Του έπιανα το χέρι και παίρναμε τους δρόμους και δεν ξέρω πότε γινόταν αυτά κι αν ήταν καθόλου αληθινά, γιατί ίσα που τον θυμάμαι

Κόρη μου όμορφη …έτσι μ’ έλεγε κόρη μου όμορφη … γελούσα εγώ ε, μα δε βλέπεις καλά πατέρα μου….του λεγα, δε βλέπεις καλά. Με τυφλώνουν τα άσχημα ψυχή μου. Τα άσχημα…..

Να σου πω ένα μύθο ν΄αλαφρώσεις πατέρα μου;

Αχ, μύθοι και παραμύθια δεν υπάρχουν ……. Μόνο μαχαίρια κοφτερά σε βελουδένια θήκη…..

Να μη στο πω;

Μα τ’ ακούω….. νομίζεις δεν τ’ ακούω;… πότε ειπώθηκαν αυτά;

…………………………………………………………………………………………..

Ένα παραμύθι δε μου πες βρε μάνα…. Τα παραμύθια είναι για το χειμώνα

Τα παραμύθια μάνα μου είναι για τους περαστικούς…. Έτσι δε μου χεις πει; Να κουβαλάνε εύκολα τα φορτία τους

Βοήθησέ με μάνα μου να κουβαλήσω το δικό μου!

……………………………………………………………………………………….

……………………………………………………………………………………..

Με τρομάζουν οι παλιές προφητείες

Πώς σου ρθε τώρα …. Γιατί βασανίζεσαι …..γιατί δεν αφήνεσαι σε τούτη τη χαρά….

Μου φαίνεται πως….πως δεν είναι το δίκαιο…. Πως έχω κλέψει και θα ρθει η μέρα να πληρώσω

Και δεν ξέρω ….φοβάμαι τι θα μου ζητηθεί…. Να δώσω….

Μου φαίνεται πως αγαπάς τους φόβους σου πιο πολύ από μένα…. Έλα στην αγκαλιά μου και ξέχασέ τους πια…..

………………………………………………………………………………………

Ήτανε μια φορά ένας πατέρας που χε δυο θυγατέρες. Δίχως μάνα τις εμεγάλωνε- αφού πεθαμένη από χρόνια η γυναίκα του κι άλλη δεν ηθέλησε- και τις έκαμε κοτζαμάν κοπέλες της παντρειάς.

Καλές και άξιες μα ένα παράξενο πράμα βρε παιδί μου …. Ας μην ήτανε δίδυμες, ήτανε εφταϊδιες…

Άνθρωπος δεν τις ξεχώριζε από την πολλή ομοιότη.

Μάτια, μαλλιά, μπόι, όλα …όλα….. Tα σουσούμια της μιας τα χε απαράλλαχτα και η άλλη… Ως και στη μιλιά ίδιες ….

Κανείς δεν τις εξεχώριζε και μόνη διαφορά που από κανένα δε φαινότανε η ηλικία. Η μια ήτονε μεγαλύτερη από την άλλη….

Κι ως είπαμε εγενίκανε της παντρειάς…..

Φτάνει λοιπόν ένας νέος που χε όλες τις χάρες… καλόγνωμος, λεβέντης, όμορφος και βασταζούμενος….

Χαρά στο σπιτικό μια τέτοια τύχη και μεγαλύτερη χαρά για το γερο-πατέρα που ήθελε πριν κλείσει τα μάτια του να τις δει αποκαταστημένες σύμφωνα με τις συνήθειες του καιρού και του τόπου

Να! Θα παντρευτεί η μεγάλη να παίρνει σειρά κι η μικρή κι άμα οι καλοί γαμπροί θ’ ακούνε για το τυχερό του σπιτιού, γρήγορα γρήγορα κι η άλλη θα φτιάξει το σπιτικό της…

Τέτοια λόγιαζε ο πατέρας μα ο γαμπρός που χε τις χάρες όλες και τα βασιλόπουλα κι οι πρίγκιπες έναν παρά δεν πιάνανε μπροστά του, μ’ ευγένεια είναι αλήθεια μα με τρόπο που δεν έπαιρνε αντίρρηση, είπε πως ήθελε τη μικρή την κόρη για γυναίκα του κι όχι τη μεγάλη

Του γέρου του ρθε σκοτοδίνη

«Γιατί;» Ρώτησε ο έρμος «Αυτές είναι εφταϊδιες … πως θα χαλαστεί η σειρά και η τάξη των πραγμάτων…..»

«Ή τη μικρή ή καμία» ξανάπε ο νιος

«Μα τι θα πει η αδερφή της; Πώς γίνεται να την περιφρονήσουμε έτσι….»

Άδικα …άδικα εμίλαγε …τα λόγια του μόνο έχανε τη γνώμη δεν του την άλλαζε….

Καλή του τύχη του μαυροπατέρα, η μεγάλη θυγατέρα δεν το κακοπήρε

«Δώσε την ευχή σου πατέρα μου. Το παλικάρι είναι καλό. Αφού θέλει την αδερφή μου ας τηνε πάρει»

Κι έτσι κι έγινε ….

Παντρεύτηκε η μικρή αδερφή, που ήταν εφταϊδια με τη μεγαλύτερη το νιο που χε τις χάρες όλες κι έγινε σπουδαίο γλέντι που κράτησε μέρες πολλές κι έμελλε να το θυμούνται καιρό πολύ, να το διηγούνται οι παλιοί στα εγγόνια τους….

Σαν εβράδιασε κι ήρθεν κι εζύγωσε η ώρα της αγάπης για τ’ αντρόγυνο η μεγαλύτερη εζήτησε μια χάρη από τη μικρή

«Άφης με αδερφή να μπω στην κάμερά σας , να ρωτήσω ένα πράμα τον άντρα σου που μου τρώει το νου και σαν πάρω αυτό που θέλω δικός σου θα ναι….»

Κι έστερξε η μικρή αδερφή κι εμπήκε η μεγάλη στην κάμερα κι ήρθε η ώρα της αγκάλης

«Μια χάρη θέλω άντρα μου κι ύστερα θα μαι δική σου δίχως λόγο άλλο»

«Ό,τι θες ψυχή μου…. φως των ματιών μου τι ποθείς;»

Κι ερώτησεν η κόρη

«Γιατί ηθέλησες εμέ γυναίκα σου να πάρεις κι όχι την αδερφή μου; Μη δεν είναι ίδια με μένα σ’ όλα;»

«Καλό είναι να μη μάθεις»

«Αν δεν μου πεις δεν μ’ αγαπάς»

.

Ο νιος δεν ήθελε να την κακοκαρδίσει κι αφού την όρκισε τίποτα σε κανένα να μην πει της λέει:

«Η αδερφή σου θα κάνει παιδί με τον πατέρα σου. αυτό έχει γράψει η μοίρα.»

Της κόρης της ήρθε ο θάνατος στ’ άκουσμα του λόγου. Σηκώθηκε φεύγει γοργά απ’ το δωμάτιο, δυο πράματα πήρε και δίχως ανθρώπου να μιλήσει έφυγε μέσα στη νυχτιά κυνηγημένη

Έφτασε σ’ ένα μοναστήρι κάποτε και ζήτησε να τη δεχτούνε. Και σαν επέρασε καιρός έγινε καλογραία….

Εν τω μεταξύ ο πατέρας της κοπελιάς σαν εξημέρωσεν η μέρα κι είδε πως η θυγατέρα του πουθενά δε βρισκότανε εκατάλαβε πως έφυγε κι άρχισε να τη γυρεύγει….

Όλους τους τόπους γύρισε χωρίς να μάθει τίποτα και άνθρωπο δε βρήκε να την έχει δει …

Κι ήρθε ένα βράδυ με κακοκαιρία πολλή κι εκείνος γέρος ταλαίπωρος και πικραμένος μουσκεύτηκε ως το κόκαλο και μέσα στην απελπισία του είδε το μοναστήρι

«Ανοίξτε χριστιανοί στο στενοχωρημένο»

«Εδώ άντρας δεν μπαίνει. Καλόγριες έχει το μοναστήρι και δεν ανοίγει σ’ άντρα!»

«Για την αγάπη του Χριστού! Ένας γέρος χτυπά την πόρτα… ανοίξτε μου….»

Κι εστέρξανε κι ανοίξανε μα μέσα δεν τον εβάλανε μόνο του πανε να πάει να κοιμηθεί στο στάβλο.

Το πρωί έστειλε η ηγουμένη τη θυγατέρα του που τανε καλόγρια γινωμένη, να πάει να δει ….μα ο γέρος είχε το πνεύμα παραδομένο. Η καημένη ως τον είδε εθρήνησε για το κακό που του κανε γιατί εκατάλαβέ το πώς για χάρη της εμπήκε σ’ αυτή την ταλαιπωρία μα ησύχασε κιόλας το μέσα της γιατί δεν είχε ξεχάσει τα λόγια του άντρα της αδερφής

Εκεί που τον εθάψανε φύτρωσε μια καρπουζιά κι έκαμε άνθος που έδεσε κι έκαμε ένα καρπούζι. Και σαν εγίνηκε το κόψανε κι εφάγανε οι καλογριές κι έφαε κι η θυγατέρα του, το μικρότερο κομμάτι

Σε μήνες εννιά εγέννησεν υγιό. Τον εβαφτίσανε στο μοναστήρι κι η ηγουμένη του βαλε χρυσό σταυρό για χάρισμα.

Ύστερα σ’ ένα καλάθι το αποθέσανε και πήγαν και το ρίξανε στη θάλασσα…..

Η μάνα του όμως δεν το βάσταγε στην ψυχή της πήρε των ομματιών της κι έφυγε από το μοναστήρι….

Πέρασε πολιτείες και χωριά και κάποτε έφτασε σ’ ένα δάσος κι εκεί έστησε μια καλύβα κι έμενε…..

Κι επέρασε ο καιρός που όλα τ’ απαλαίνει κι ήρθε τραγούδι στα χείλη της κορασιάς –γιατί νέα ήτανε ακόμη-

Κι επήρε κι εμαθεύτηκε πως όμορφη κυρά ζούσε μέσα στο δάσος

νιούτσικος κυνηγός εδιάβαινε κι ως την είδε έπεσε λαβωμένος απ’ τη σαϊτιά του έρωτα…

Φεύγει και πάει στο σπίτι του και πέφτει του θανάτου

«Τι έχεις γιε μου και δεν τρως, δεν πίνεις δεν κοιμάσαι;»

« Κυρά πανώρια αγάπησα μα εκείνη με λέει νιούτσικο ….»

«Μα την αλήθεια σκοτεινά θα τανε και δεν θα σε καλόειδε. Σηκώσου παλικάρι μου τράβα και μίλησέ της και πες την αγαπάς γυναίκα θα την πάρεις»

Κι επήγε και της μίλησε. Και πάλι ματαπήγε ώσπου η κυρά η όμορφη είπε το ναι στον έρωτα του νέου.

Κι ήρθεν ο γάμος κι έγινε κι ήρθε κι εφυγε η μέρα κι ώρα κοντοσύμωσε να σμίξουν στην αγάπη

Την ώρα που ο νιος εγδύθηκε εκείνη έκανε οπίσω….

«Τι ναι το που χεις στο λαιμό;»

Τον εβρήκανε λέει οι γονέοι που τον εμεγαλώσανε σ’ ένα καλάθι μέσα που η κυμματούσα η θάλασσα το χενε φερμένο. Κι είχε και στο στήθος του εκείνο το χρυσό σταυρό μονάχα …

…………………………………………………………

Γιατί σταμάτησες; Τέλειωσε; Αφού δεν τέλειωσε….

Δεν ξέρω πως κλείνει. Δεν θέλω να ξέρω. Πες εσύ το τέλος…. Πες ένα τέλος όπως θα το θελες…. Σωπαίνεις…. Βλέπεις; Πιο εύκολο να ρθει έτσι που να μην μπορείς να αντιδράσεις…. Αχ, πόσο δύσκολο να ορίσεις τη μοίρα σου…… με το δικό σου το χέρι να κινήσεις τα πούλια του παιχνιδιού…..

Κουράστηκα. Νομίζω κουράστηκα. Περίμενα πολύ. Τυλίχτηκα σε κουβέντες παλιές να με ζεστάνουν…. μα άδικα…..

…………………………………………………………………………….

Ξημέρωνε……

σχεδόν παραξενεύτηκαν που η νύχτα τέλειωνε, ο δρόμος απόσωνε, φτάνανε στο τέρμα τους

Ο αέρας κρύος τους χτύπησε, καθάρισε τα μάτια τους, τον καθρέφτη του νου,

είδαν στο βάθος το καμπαναριό. Σφίχτηκαν. Η δύσκολη ώρα του αποχαιρετισμού. Κι η ακόμα δυσκολότερη. Εκείνη του τύπου των ήλων.

Στάθηκαν στη μέση του δρόμου δίχως να τολμούν το παραπέρα βήμα

Ο κόσμος τις προσπερνούσε, τις σκουντούσε άθελά του, ξεχνώντας να πει συγγνώμη, βιαστικός να πάει, να δει, να προλάβει, να γευτεί το κατόρθωμά του, να χαρεί.

Η εκκλησία παλιά από τη φύση της επιβλητική, έχανε την αυστηρότητά της όπως με κυψέλη έμοιαζε σε καιρό οργασμού, γέμιζε, άδειαζε ξανά και ξανά, έτσι που μπαίνανε βγαίνανε διαρκώς και ολοένα συγκρατώντας σχεδόν με το ζόρι χαρούμενες θριαμβευτικές φωνές, το ανθρωπομάνι είχε φτάσει στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ πια κι όλοι ή σχεδόν όλοι πίστευαν πως ο άγγελος ήτανε εκεί και θα τάραζε τα νερά και γι’ αυτούς.

Καλά ήμαστε μαζί…. μουρμούρισε η μία μα θα μπορούσε να είχε ειπωθεί και από τις τρεις γιατί και οι άλλες δυο αμέσως συγκατάνευσαν κουνώντας το κεφάλι.

Τώρα …. Το σωστό είναι να χωριστούμε και πάλι η μία τα είπε για λογαριασμό όλων.

Κοιτάχτηκαν για λίγο αμίλητες, αμήχανες κι ύστερα έστρεψαν την πλάτη η μία στην άλλη, δίχως άλλα λόγια, δίχως αποχαιρετισμό, καλά καλά ούτε τα ονόματά τους δεν αντάλλαξαν, έτσι κι αλλιώς δεν είχαν αναφερθεί καθόλου σε ονόματα αν και κάποια στιγμή η μεγαλοπαντρεμένη έτσι στο άσχετο άρχισε να γελά γιατί θυμήθηκε τη μάνα της να φωνάζει Ιοκάστη! Πού είσαι μωρή Ιοκάστη! Εδώ μάνα παραμίλησε. Μπορεί και να νόμισε πως την άκουγε αληθινά να την καλεί γιατί πήγε να πει ορίστε μάνα! Άλλο που την τελευταία στιγμή κράτησε στα δόντια τις λέξεις….

Αλλά και οι άλλες αν και κοιτάχτηκαν αναμεσό τους κουβέντα δεν είπαν και το πράγμα έμεινε έτσι…..

…………………………………………………………………………………………

Ο άντρας στεκόταν στην είσοδο σχεδόν όπως οι ζητιάνοι που περίμεναν έλεος από τους πιστούς. Ήταν καθισμένος κάτω με το κεφάλι σκυφτό κι αν δεν ήταν τόσο μεγαλόσωμος δεν θα τον έπαιρνες είδηση. Μα ξεχώριζε κι όχι μόνο για το σουλούπι του –ακόμα όχι γέρος μα αφημένος εγκαταλελειμμένος, ένα έρμο που τουρτούριζε Μάη μήνα σαν να χε ρίγη δυνατά τυλιγμένος σε μια παλιοζακέτα-ποιος φορούσε στην ηλικία του ζακέτα σήμερα-αν ήταν κουβέρτα μπορεί και να χε κουκουλωθεί, με τα σημάδια της αγρύπνιας και της κακοπέρασης από κοντά.

Μπορεί και γι’ αυτό και να ταν τόσο ήσυχος σε αντίθεση με τους γύρω που όλο ανησυχία κάναν ερωτήσεις αν και απάντηση καμιά δεν παίρναν, μα τις συνέχιζαν παρέα με νευρικές κινήσεις, μέχρι που κάποια στιγμή άρχισε ο καυγάς από ασήμαντη αφορμή, έτσι δίχως λόγο αλλά όλη τους η ένταση ζητούσε έξοδο διέξοδο και η λύση βρέθηκε ως από αιώνων συμβαίνει, στο πολεμικό παιχνίδι

Τότε μόνο τότε σηκώθηκε ορθός, ένα ψηλό κορμί με μακριά χέρια, φαρδιές παλάμες, σηκώθηκε ορθός μόνο και οι άλλοι μαζεύτηκαν και από κει και ύστερα δεν δυνάμωσαν άλλο την ένταση της διαφωνίας τους. Τους φόβισε. Τι; Η θωριά του ή κάτι που τους έλειπε και το βλεπαν σ’ εκείνον τον ξένο. Το βλεπαν κι ας μην ήξεραν να το ονομάσουν

Μα ίσως είναι ό,τι χρίει κάποιον αρχηγό, ηγέτη, βασιλιά. Κάτι που γεννιέται κανείς μαζί του το φέρει από κληρονομιά στο αίμα του, τον κάνει ξεχωριστό κι ας μην το επιζητεί.

Έτσι κι αυτός. Κι αν δεν ήταν τόσο αποκαμωμένος μπορεί και να ανακηρυσσόταν- άτυπα έστω- επικεφαλής των ζητιάνων

Οι δυνάμεις του ήταν λιγοστές κι αυτό το απότομο σήκωμα τον απόκαμε

Έπρεπε να είσαι αλλού είπε ο γέρος δίπλα του με προσοχή και σεβασμό κι ας είχε φάει την ψυχή όλων με τη γκρίνια και τη μιζέρια του.

Αλλού! Επανέλαβε εμφαντικά. Τι περιμένεις εδώ; Τι περιμένεις;

Τη λύση μουρμούρισε εκείνος σε πρώτο και τελευταίο λόγο κι άρχισε πάλι να τρέμει να τρέμει πιο δυνατά αυτή τη φορά, το τρέμουλο στα όρια του σπασμού έφτασε, τα χρειάστηκε ο γέρος. Κράτα του φώναξε κράτα βγαίνει ο ήλιος (ούτε ήξερε τι να πει) βγαίνει ο ήλιος θα δεις θα δεις….. είχε ξαπλωθεί ο άλλος στα τσιμέντα απέξω απ’ την εκκλησία, πήρε να τους κυκλώνει ο κόσμος, κράτα του σφύριξε στ’ αυτί να το νοιώσει καλύτερα, θα μας διώξουν όλους σπλαχνίσου μας –ούτε θεός να ταν – τρόμαξε κι ο ίδιος, άνθρωπο ανήμπορο είχε μπροστά του, κάνε κουράγιο του ζήτησε και σαν να το άκουσε πάλεψε και ανασηκώθηκε, στύλωσε λίγο το κορμί αφήστε με τους είπε καλά είμαι…. Καλά είμαι ξανάπε….τον παράτησαν κι οι άλλοι στην ησυχία του.

Μόνο ο γέρος τον είχε στην έγνοια του και το ένα του μάτι το άφησε πάνω του…..

Σαν να ταν στρωσίδι η κούραση και ρούχο χειμωνιάτικο βαρύ η νύχτα και ο δρόμος και η αδημονία και ήρθε η μέρα χέρι στιβαρό τα σήκωσε και έφερε ελπίδα να τους τυλίξει και χαμόγελα προσδοκίας.

Η λειτουργία είχε ξεκινήσει ψαλμωδίες των έξω στους ύμνους των μέσα, θυμίαμα στον άγιο, γονυκλισίες σιωπηλές και φωναχτές αιτήσεις, ευχαριστίες, δοξαστικά ένα συνονθύλευμα απελπισμένων και ελπιζόντων, το λιβάνι άρχισε να γίνεται κυρίαρχο ως και η τσίκνα φαινόταν ν’ αγιάζει κι αυτή ακόμα και μια ιδέα περιέργειας- τι μπορεί αυτός ο άγιος- φόρτιζαν την ατμόσφαιρα που όσο πήγαινε η ώρα, όσο ο ήλιος ανέβαινε, όσο η ώρα η κορυφαία πλησίαζε, το δέος έφτιαχνε το δικό του μυστηριακό κύκλο που τους έκλεινε όλους μέσα, πιστούς και άπιστους, προσκυνητές και διερχόμενους.

Ξεκίνησε η περιφορά δυνάμωσαν οι παρακλήσεις, ικεσίες, ευχαριστίες, δάκρυα, φωνές να στηθούν από κάτω, να περάσει η εικόνα από πάνω, να ρθει η ίαση των ανομημάτων που καθένας κουβαλεί, κάποιος να τους πάρει το σταυρό –τόσοι πολλοί σταυροί σ’ εκείνον τον περίβολο, από κοντά κι οι αληθινοί ζητιάνοι και κάθε λογής ανάπηροι, έμεινε μόνος του ο άντρας.

Έβαλε δύναμη, όση του είχε απομείνει, ανασήκωσε το κεφάλι σαν κάτι να ψαχνε να δει-τι να δει σε τόσο χαμό- δεν βάσταξε ξανά το άφησε να πέσει. Η ανάσα του γρηγόρεψε έσφιξε τα χείλη έβαλε τα παλαμόχερα κάτω να βοηθήσουν, σφύριξε ο ήχος ανάμεσα στα δόντια του, τα μάτια προσπάθησαν ν’ ανοίξουν όσο γινόταν ν’ αντέξουν, ορθάνοιχτα, να εισχωρήσουν, να διαπεράσουν το πλήθος, να χωρέσουν.

Τι; Τι ψάχνει κανείς στο χείλος που τον πάει στο αλλού; Τα κομμάτια του που άφησε όντας πεζοπορούσε την ύπαρξή του για να βρει;

Μέσα στο φως λουσμένες αχτινωτά από διαφορετικά σημεία σημάδια στον ορίζοντα που δεν μπορούσε να είναι ορατός μα μόνο έτσι μπορούσε να γίνει αντιληπτό, φάνηκαν τρεις φιγούρες

Σκορπίζεις … όλη σου τη ζωή σκορπίζεσαι κερματίζεσαι …। Τρέχουν τα κομμάτια σου να προλάβουν…। Να προλάβουν δόξα κι έρωτα κι επιβίωση…॥ την επιβίωση πάνω στις πολλές σου κοψιές στις πολλές χαρακιές…। Τα αφήνεις

Έτσι όπως τρέχεις …..ερήμην σου τρέχεις, ερήμην σου τρέχουν αυτοί οι εαυτοί οι πριν οι μετά παρατιούνται, αφήνονται, δωρίζονται κατά περίπτωση . Όπου μπορεί κανείς….όπου μπορείς

Όπου δύνασαι όπου βρεις όπου σε βρουν. Πολλοί κι αλλιώτικοι σε κουβαλούν και σε ξέρουν –νομίζουν- μα ποιος σε είδε που είσαι

Παραπάνω απ’ όσο μπορείς

Κι αλλιώς καθένας τους σ’ αντέχει

Και σ’ έχει άλλος βασιλιά κι άλλος ζητιάνο. Άλλος σε βλέπει όμορφο κι άλλος μες στην ασχήμια βουτηγμένο

Αχ, πολύ μωρέ μάτια….. κόπηκες…. και το παρόν σου που δεν έζησε μιαν αλήθεια στρόγγυλη, αιμορραγεί .....

Ανακούφιση και αγωνία συνάμα τον κατέλαβαν. Φούσκωσε το στήθος μια και δυο φορές, σούριξε ο ήχος του περισσότερο εδώ είμαι ήθελε να πει, εδώ είμαι με βρήκες με βρήκατε μα οι φθόγγοι δεν στρογγύλευαν κάτι άναρθρο του ξέφυγε, το κεφάλι έγειρε πίσω, το κορμί τινάχτηκε έρμαιο αλλουνού.

Την ώρα που άδειαζαν τα μάτια ένοιωσε τη θέρμη τους. Και τους αρμούς του που έδεναν

Μακάρια η ώρα

Που κυκλώνει

Το ένα σου

Τα γνωστά και τα άγνωστα

Σου σμίγουν

Και συ το αντέχεις………………………………………………………………

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

ΑΜΟΝΤΑΡΙΣΤΑ ΠΛΑΝΑ 3

Κάτι παλιότερο για μιαν ασθματική ανάγνωση σήμερα που βρέχει

.........................................................................................

Σαν θα με πάρεις αγκαλιά
Ξανά
θα χουν περάσει χίλια χρόνια
Προσμονής κι αδημονίας


Είσαι χαμένο, ορέ παιδί! Είσαι χαμένο… Τι κάθεσαι αυτού; Με πονάν τα κόκαλα μου, σου λέω. Θα πεθάνω και θα με φαν τα σκυλιά και τι θα λες κοντά;

Α, ορέ μάνα…
Ρωτάς για να ρθω…. πώς να ρθω…. έχεις μείνει στα δικά σου το μυαλό σου έμεινε εκεί…. ούτε βήμα μπρος…. έμεινες εδώ
Ο κόσμος τρέχει, εσύ που να τρέξεις; Στη Τζούμιζα έτρεχες και στα Καμίνια… δεν κατάλαβες, άλλαξαν τα πράματα…. που να τρέξεις τώρα….

Giorgos?
Η Μip. Γνωριμία στην Πάρο. Τον καιρό που γυρνούσε πουλώντας σεντόνια στους ντόπιους και τα γραμμάτια τρέχαν εκείνο το φορτηγάκι λες και το χαν βάλει σημάδι Παλαιστίνιοι κι Ισραηλίτες ο Νίκο Βάσος…. φέρε λεφτά και φέρε

Δεν έχει δουλειά μωρέ Νίκο…. η αγορά κεσάτια…. αφού τα ξέρεις
Κουφάλα ζωή…

Beautiful eyes!
Το ξερε μα πάντα τ’ άρεσε να τ’ ακούει…. είχε όμορφα μάτια, κορμί δεμένο, μελαχρινός

English?
No, Holland
Χα! Να και η μικρή Ολλανδέζα που μικρή δεν ήταν τριανταπεντάρα την έκοβε ξέθωρα μάτια κοντά μαλλιά ούτε κώλο ούτε κοιλιά. Σ’ αναβροχιά τον βρήκε…πρόθυμα χαμογέλαγε

Και μην πούμε για ποτάμια
Που διαβήκαμε
Σε στερεμένους τόπους
Νερό αν ήπιαμε

Την έβαλε στο φορτηγάκι, αναπάντεχα θερμή ήταν, λίγο έλειψε να τον προδώσει η φύση του μα τα κατάφερε, έκανε το χρέος του

Giorgos?
See again?
Mip,
πάμε να πουλήσουμε σεντόνια… no work no money… money you know?
Yes yes, έλεγε η Mip και του γινε σκιά και μαζί χτυπάγανε τις πόρτες λεφτά δε βγαίνανε γαμώ τα money γαμώ τον πήρε από το χέρι

Ε, ορέ Γάκια! πού πας παιδί…

Στην Ολλανδία του Βαν Γκογκ που σιγά μην τον ήξερε ήρθε κι ο ανιψιός ο Θανάσης που έκανε τον κουλτουριάρη μια ζωή στο χημικό άλλο που τελευταία το γύρισε στο ηθοποιηλίκι και παίζει σ’ ένα σήριαλ της συμφοράς και τονε βλέπει η μάνα του και καμαρώνει μα ακόμα τότε το παιζε βαριά κουλτούρα να πας θείο- θείο τον έλεγε- στο Μουσείο του Βαν Γκογκ

Άει κατούρα τα πόδια σου ρε!

Αλβανοί έρχονταν, εκείνος έφευγε. Να γίνει υπήκοος αλλού να χωθεί αλλού

Α, ορέ Γάκια… πού πας;

Να βρω έναν Έλληνα… δουλειά ορέ δουλειά!
Σερβίρεις; Ναι. Πόσα; Τόσα. Καθαρά πράματα.

Βρέχει βρέχει βρέχει.
Μουσκεύει το κόκαλό του. Περιμένει η Μip κουράστηκε η Mip θάμπωσε ο ωραίος Έλληνας, πέταξε ο έρωτας
Σπίτι, βρες άλλο σπίτι. Άλλη δουλειά δουλειά δουλειά….
Τι ξέρεις; Τι μπορείς να κάνεις; Όλα τα ξέρω όλα τα μπορώ

Το νήμα να ενώσεις θέλεις
Ξεχνώντας πως φθαρμένο είναι
Και κομμένο
Σε σημεία πολλά

Χα! κουτόφραγκοι! Να σας χέσω τον πατέρα
Λεφτά! Τσάμπα λεφτά! Μαύρα λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά….

Η Όλγα.
Λευκορώσα η Όλγα δυο παιδιά η Όλγα στην πατρίδα, ίδια ιστορία παλιοκατάσταση να σου βγάλω χαρτιά να πω είσαι Ελληνίδα να πω είσαι μαζί μου φοβάμαι Όλγα
Απέλαση η Όλγα

Σαρανταπεντάρισες Γάκιαααα…..

Το χέρι σου καμάρι μου; Χέσε με μάνα! σκατά τα κανα πάλι……………… κόπηκε ο τένοντας μα μη φοβάσαι μάνα δεν έχω τίποτα το δάχτυλο μόνο δεν ανοί θα μ’ εγχειρίσουνε αύριο μάνα

Άι, γαμώ τα συστήματά τους γαμώ! ένα τσιγάρο μωρέ!

Α, ορέ πατέρα έλα να το στρίψουμε εδώ α για! Μια τσιγαρούλα να κάνουμε….Α, ορέ πατέρα καλός ήσουν κι εσύ την έκανες νωρίς και…

Θα σου ρθει πλοιο
Σινιάλο δε θα δεις ούτε θ’ ακούσεις
Μονάχος τον Αχέροντα διαβαίνεις
Ως κι ο βαρκάρης απεργεί
Και που να βρεις μονέδα
Να πληρώσεις


Γαμώ τα συστήματά σας γαμώ….. τσιγάρο ορέ!

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Εξομολογητικό

Γράφω.

Έτσι λέω. Γράφω.

Κάποτε σκέφτομαι τι πάει να πει το ρήμα.

Πόσα φορτωμένα του έχω για να τ’ αφήσω εδώ ή αλλού। Οπουδήποτε αλλού………………………

Και απάντηση δε βρίσκω

Ξέρω μόνο πως

Μισές φορές χαίρομαι όταν συμβαίνει. Πηγή που αναβλύζει, που με ξεδιψά είναι…

Και φορές….

τυραννιέμαι …..Δεν είμαι μαθημένη να κρατώ τα γκέμια και ο έλεγχος μου φεύγει. Ο φόβος…. γιγαντώνει ….

…..και ακροπατώ στη γνώση της άγνοιας μου

Φοβούμαι τα ύψη

Προτιμώ να χαμηλοπετώ. Nα χω την ασφάλεια της γης κοντά μου, τη μυρωδιά του χώματος να νιώθω και να ησυχάζω…

Πως γίνεται καμιά φορά και τιμωρούμαι …το ύψος πάει ανάποδα…… με ξεγελά και με τραβά. Δεν τη γλιτώνω αυτή τη ζάλη

Γράφω.

Και είναι φορές που ντρέπομαι। Γιατί ντύνομαι τα χάρτινα μου ρούχα να μη με γνωρίσουν σαν να ναι η μεγάλη μου αμαρτία που φεύγω απ’ αυτόν τον κόσμο

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Σαν γυναίκα προς γυναίκα.......

Για σήμερα ένα παλιότερο κείμενο, μάλλον ολοκληρωμένο τούτη τη φορά


Γω π’λες νυφούλα μ’ ήμαν η πρώτη στς μάνας μ’ το σπίτι. Γεννήθ’κα πρώτ’απ’ όλες τσ’ αδερφάδες μου. Πέντε τσιούπρες στη σειρά. Αράδα. Ο μαυροπατέρας, σαν είδε την πρώτη, τη δεύτερ’ την τρίτη, το πήρε απόφαση πως όλο θηλυκά θα τ’ γεννοβόλαγε η μάνα μ’ και σαν γκαστρώθηκε στουν αδερφό μ’ του συχωρεμέν’ κι του γέννησε, δεν του πίστευε κι όλο τη συχνορώταγε
«Α, ορή, μην είν’ μπαστίκι το σερ’κό;»
Τέτοια ν’ ακούς…


Και μην το χάρηκαν πο’ταν γιος ; Ήρθε ετότες ο μεγάλος αδερφός τ’ πατέρα, δεν ξιέρω αν τουν έχεις ακ’στά ου μπαρμπα- Νάκος μι τ’ όνομα… Αυτός να σου ειπώ είχι καταντιά καλή. Γελάδια στου βάλτου, κι πρόβατα πολλά… ελιές… -κειο τον καιρό που δεν είχαμαν κιόλας-… μπαξέδια…. χώρια τα χωράφια…Ήρθε π’ λες λέει τ’ πατέρα «Αδερφέ, ξιέρς ιγώ πιδιά δεν έχω … Εσύ πολλά έχεις …Δος το σερ’κό …και για τα μένα καλό και για τ’ εσένα … Τα τσουπριά θα στα προικίσω»
Ο πατέρας έπεσε του θανάτου « Ορ’ αδερφέ φτούνο το σερ’κό; … Nα σ’ δώσω …μι την καρδιά μ’ μια τσιούπρα … κι δυο άμα θες …αλλά αυτό μην το ζητάς»
Κι έπεσε στα πόδια του κι έκλαιε σαν και να ταν αυτός ο φταίχτης που κειος ήταν άκλερος. Μα ήτονε ο μεγάλος αδερφός και το όχι δεν μπόρηγε να το ειπεί.
Κι τουν πήρε ο μπαρμπα-Νάκος … Μα κι αυτός …
Είχι η θεια μ’ μια λεκάνη μι τόσο για νιρό. Πάει το πιδί να τ’ράξ’ πέφτ’ μέσα πνίεται. Η θεια χαμπάρ’ δεν πήρε. Τα πιδιά μιγαλών’ μαναχά τς νόμ’ζε. Άμαθη ήτανε… πάει ο αδερφούλης μου πάει. …κι η μάνα μ’ δε ματαμίλησε στουν πατέρα κι άλλο πιδί δεν έκαναν πλιο. Ούτε τσιούπρα
Ο πατέρας το ρ’ξε στο πιεί … ούτε ματανοιάστ’κε για τ’εμάς. Ημείς φτωχοί ήμασταν…μας είχαν αποτελειώσ’ κι οι πολέμοι. Aπ’ τσ’ Γερμανούς στς αντάρτες Ένας ένας που πέραε έβανε κι μια φωτιά και κοντά έμειναν αποκαϊδια. Πούν’ οι γιούκοι; Είχαμαν πέντε γιούκους ένα για κάθε μίνια όλο φλοκοτές …νερομπανίες….; Όλα στάχτη …Άντε παντρέψ’ …κοντά να σ’ λέν’ φέρε τούτο κι φέρε τ’ άλλο…..


Εγώ ας ήμαν η μεγαλύτερη, στερνή παντρεύτ’κα…. Ήταν οι αδερφάδες μου θεωρητικές να σ’ πω κι τσι ζητάγανε και κείνη η μικρή μο μπλεξε κι μι έρωντες..
Εμ τι θαρρείς; Στον καιρό σας αγαπιούνται μόνο; Κι λέτε θέλω κειον …. Αμ’ το λιέγαν κι τότενες …Το πε κι η μαυραδερφή μου η Λάρ’σα…
«Μάνα» λέει, ο Πάνος του Πέπα μ’ αγαπά κι είπε θα με πάρει…
«Ούι χαλασιά μου…. Μαύρη πο μουν εγώ… Τι είπες ορή; Ποιος να σ’ πάρει που να σ’ πάρει ο διάτανος τον πατέρα; Ποιος μωρή θα σ’ πάρει;»
Κι έλεε κι έλεε η μάνα και δίκιο είχε μα τύφλωση ….τύφλωση είχι πάθει αδερφούλα μ’ κι διν άκουε…
Κειος π’ αγάπαε πλούσιος ήντουν …και σ’ λέει η μαυρομάνα………. ημείς ψωμί δεν έχ’με θα στέρξει ου πατέρας τ’ ου γερο-Πέπας;
Αμ, αν άκουες ισύ π’ αγένητη ήσαν, άκουε κι η αδερφούλα μ’ και σαν τα μαθε ο πατέρας τ’ σεισμός γέννηκε … και γλιτώνουν τα καλυβόσπιτα ορή τσιούπρα μ’ απ’ το σεισμό;

Και ποια ήντουν τα καζάντια της; Πνίηκε στο Μπούβλιακα η χαμένη ….τόσο που τσ’ έκοβε το κεφάλι….

Κίνησε γκαστρωμένη πέσαν όλοι πάνω στου γερο Πέπα και την έμπασε νύφη σπίτι τ’

Ας ήντουν σκ’λί καλύτερα θα πέραε

Την κατηγόραε κειος ολονένα και τούτο κακό κι τ’ άλλο λωβό…. ούλα στραβά τα κανε κι στερνά είπε έκλεψε λιεφτά τ’ γέρου και τόσο χαμένη ήταν εκείνη η κοπέλα κουβέντα σε καένα δεν είπι, παρά κίνησε πεζιά απ’ το παλιό το χουριό ξιέρεις πόσο μακριά είνι κι ήρθι κι έπισι στου ποτάμ’

Ιμίς ιδέα δεν ήχαμαν

Περνά μίνια μέρα δγιο αμούντ’ . Κινώ παένω στο παπέικο. Πουν η αδερφούλα μου ορέ; λέω στο γαμπρό. Αμ και κείνος καλό χαϊβάνι ούτ’ είχι πάρ’ χαμπάρι πως έλιπι. Ο πατέρας τ’ είπι στ’ς δικούς τσ’ θα ναν’ και κειος δε ματαρώτησε πλιο. Αγάπες σ’ λέν’

Και κοντά πήγαμαν στην αστυνομία κι ψάξαν ολούθε ψάξαν τίποτις δεν ήβραν κεια τα παιδούρια του Νίκο Βάσσο τη βρήκανε και που ήντουν γκαστρωμένη;

Κι έλεε τότενες ο γέρος μπαστίκι είχι στην κ’λιά γι’ αυτούνο έκαμε το χαμό της. Και μήνια ήξηρα τι είχε γινεί; Σαν τα μαθα και κειος χώμα ήτονε πλιο.

Θα πεις τον ετιμώρ’σε ο Θεός τον άδικο….. χάθηκε η τσιούπρα του σ’ έναν τόπο…στο Φάληρο έτσι κι αυτή πνίηκε. Και πως και τι καένας δεν έμαθε και με το μαράζ’ έφυγε πατέρας τς

Η αδερφούλα μ’ πίσω δε γύρ’ σε

Κοντά παντρεύτ’κα κι ιγώ. Ο πιθιρός σ’ καλός μα παράξινος πολύ είχε τρεις αρρεβωνιάρες πριν απ’ τ’ εμένα. Μα η μανούλα μ’ ήθιλι να μη παντρέψ’ κι ας πάαινα σι κουνιάδια ανύπαντρα μέσα που θα τα καρτέρεγαν όλα απ’ τ’ εμένα …. Και που είχι, τσουπρούλα μ’, αδερφάδες….. μήνια κι άπλουναν το χέρ’ να κάμουν το τόσο για; περίμεναν του γαμπρό και μόνο διαταή έβγαζαν κειο να κάμω τ’ άλλο να φκιάκω…. Καταντιές μάτια … τι να σ’ λέου…..

Τι ήμαν ιγώ; Μήνια κι ήξερα τα πολλά; Αλλά τι να έκανα; Πρώτη μέρα νιόνυφ’ μ’λέει η μεγάλη η κ’νιάδα εσύ σαι τώρα για τ’εμάς μάνα…. Κι τι ήμαν; Έβλεπα τσ’ κοπέλες σπίτι κι ήλεγα με του νου μ’ που να βρεθεί άντρας για τ’ εκείνες….. Θα μαραζώσουν κι θα στρίψουν και κοντά τι να τσ’ κάνω;

Έστερξι ου Θιός ήρθε προξ’νιά για τη μεγαλύτερη…. τη θείτσα Πανάγιω ξέρ’ς. ο γαμπρός καλός εφαίνουνταν και τ’ άρεγε να σ’ πω αλλά έλα που ήθελε προίκα. Λεν τα σερ’κά: δεν τη δίδουμι που να βρούμι τσ’ λίρις, άλλος θα βρεθεί. Πάου στο κατώι. Βλέπου την Πανάγιω έκλαιε. Τονε θες κυρά; τηνε ρωτώ(κυρά εκραίναμε τσ’ αδερφάδες τ’ αντρός)

Τονε θέλω νυφούλα μ’, μ’ λέει και με το στόμα γιομάτο, αλλά τ’ αδέρφια μ’ μ’ λέει θέλουν να με δώκουν τσιάμπα.

Τσώπα κυρά τσ’λέω μη κλαις πλιο κι όλα θα γένουν

Πααίνω βρίσκου τον άντρα μ’ κι πεθερό σ’. Να τη δώκουμε τ’ λέω την Πανάγιω….

Κειος στην αρχή να σ’ πω …. δεν άκουε κ’βέντα…. Κι που θαν τα βρούμε τα λεφτά ….κι άμα δώκουμε για τη μίνια τι θα γένουν οι άλλες κι πολλά ….

Εγώ ήμαν αποφασισμένη. Να τσ’δώκετε τσι λίρες…. τ’ λέου…. Ας παντρευτεί η Πανάγιω και θα ιδούμε τι θα γένει με τσ’ άλλες….. τονε φοβέριξα κιόλας Θα μείνουν ανύπαντρες οι κοπέλες και τι θα λέτε κοντά; Φύγανε οι γονέοι κι οι τσιούπρες δεν είχανε καένα;

Κι έλεα κι έλεα και είπε το ναι. Κι έσφαξα ένα παπί που είχαμαν και την αρρεβωνιάσαμε.

Κι κοντά τσ’ έδωσα κι το αγοραστό βρακί που μο χε φέρει η νούνα μ’ κι αφόρηγο του ‘χα για να πάει στο γαμπρό ……….

Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

Εγώ.........

Μπαίνω στα σπίτια σας....

Βρίσκω του ύπνου σας

Σημάδια


Πώς να κλέψω ….


Η ησυχία σας μου λύει

Τα μέλη


Περιφέρω της θυσίας

Τα σφάγια

Στολισμένα με την κόκκινη

Κορδέλα

Στεφανωμένα με άνθια

Περιφέρω τις προσφορές

Μου

Με την ελπίδα οι θεοί να

Εισακούσουν


Και ενώ πεθαίνω

Με

Του φόνου τα ίχνη

Στα χέρια


Δε με βλέπετε…..

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Θα προτιμούσα να στα πω δια ζώσης που λένε…..
Ναι, θα το προτιμούσα
Για σκέψου λέει….
Εσύ κι εγώ για μια φορά πρόσωπο με πρόσωπο ….

Μπορώ να «δω» ως και τη σκηνή
ως και το φουστάνι που θα φορώ ….. Έχει μαύρα κι άσπρα τετράγωνα…. Μου πηγαίνει. Σου αρέσω άραγε;
…………………………………………………………………………………………
Δεν σε κοιτώ, βλέπεις μόνο το προφίλ μου … Δεν το κάνω επίτηδες μα μόνο έτσι μπορώ να αποφύγω το σκόπελο των δακρύων.

Εσύ κι εγώ.
Ώρα αργά, απογευματινή. Σχεδόν χωμένοι στο μισοσκόταδο ….
Τόσο ωραία στιγμή …. Μπορεί και να θολώσουν τα μάτια μου….. Οι άνθρωποι δεν κλαίνε μόνο από λύπη ή από χαρά.

Καμιά φορά είναι η ομορφιά που σου κόβει την ανάσα…. νομίζεις πως θα χαθείς μέσα της κι όσο κι αν το εύχεσαι, την τρέμεις…. σχεδόν δεν την αντέχεις και τότε γίνεται τ’ αρμυρό νερό δρόμος, να περάσεις απέναντι…..
…………………………………………………………………………………………
Εσύ, ίσα που ανασαίνεις ….Φοβάσαι……Τα λόγια μου; Όχι, όχι τα δικά μου. Μόνο τα δικά σου που θα τα θυμηθείς. Όλα. …………………………………………………………………………………………..
………………………………………………………………………………….
Εσύ, καθισμένος στον καναπέ με τα χέρια αμήχανα κι εγώ όρθια. Το δωμάτιο είναι στενάχωρο. Ούτε που με νοιάζει …. ποτέ δεν έδωσα σημασία…..
Τώρα που το σκέφτομαι …. Ίσως θα πρεπε να είχα προσέξει τα ψεύτικα λουλούδια (μόνιμα εκεί βρίσκονταν)…. Αν το χα κάμει θα μπορούσα να στραφώ προς το μέρος σου- κατά πρόσωπο αυτή τη φορά-να σου πω «σαν τα λουλούδια όλα ….» ναι… θα μπορούσα ….(αν δεν φοβόμουν μη σπάσει η φωνή μου)
Δεν τα πρόσεξα όμως…. …..
…………………………………………………………………………………………
Σταυρώνω τα χέρια στο στήθος
Τι έψαχνες μαζί μου; Θα θελα να ρωτήσω. Μήπως σύντροφο για παιχνίδια ενηλίκων, συνταξιδιώτισσα στην αναζήτηση της αθωότητας ή ….;
Μπα…. δεν αρχίζω έτσι

«Μπήκες σε μεγάλο κόπο ….» Και μόλις το λέω, εσύ νομίζεις πως θα θυμηθώ όλα. Εκείνα τα απίστευτα «μου γλυκαίνεις την ψυχή …. μου λείπεις ….. αν χαθείς, τι θα γίνω αν χαθείς….»
Τίποτα απ’ αυτά. Τίποτα δεν λέω …. Όχι γιατί δεν τ’ άκουσα ή γιατί τα προσπέρασα …μα…. λόγια του φόβου ήταν …… μόνο του φόβου……. μήπως δεν έλεγες τα σωστά
Γι’ αυτό έφυγες; Για να μη ζήσεις την προσγείωση άραγε; Την άχνωση μιας εικόνας που σχεδόν νόμισες πως είναι υπαρκτή;…
(ούτε αυτό ρωτώ)
Θυμάμαι έλεγες ξανά και ξανά «δε με ξέρεις….δε με βλέπεις…. Είμαι σκοτεινός και δεν με βλέπεις …..με φτιάχνεις. Αυτό που θέλεις να είμαι, φτιάχνεις….»


Ζητούσες την αλήθεια σου . Την έμαθες αραγε;
Πόσο βαθιά μακριά φτάνουν οι επιθυμίες…. το έμαθες; Κι εγώ; Τι ήμουν εγώ; Το μέσον να το μάθεις;
Μπορεί και να το χρωστάς αυτό.
………………………………………………………………………………………….
Με νοιάστηκες; Μπα…Το νοιάξιμο είναι της καθημερινότητας το κέρδος κι εμείς σταθήκαμε τόσο μακριά απ’ αυτό…..
(τώρα μπορώ να σε κοιτάξω αλλά εσύ έχεις χαμηλώσει τα μάτια….ρισκάρω και το ξέρω)
Και δεν με πειράζει …. Ίσως κάποτε….
Γιατί….σ’ αγάπησα. Ξέρεις πόσο; Μερικές φορές δεν άντεχα απ’ τον πόνο, του πόθου. (τώρα με κοιτάς με απορία, γιατί στα λέω σκέφτεσαι μα δεν αποτολμάς να το εκφράσεις …..)
Τελικά είμαι πιο αδύναμη απ’ όσο νόμιζα …. Δεν άντεξα … σάρκα γυναίκας κι έρωτας μαζί …. Αβάσταχτο ……Ένα άγριο πουλί με σπάρασσε….
Και φοβόμουν τόσο τη δική σου δύναμη…. Στην άβυσσο μου έκανες κατάδυση
………………………………………………………………………………….
Με άφησες πίσω σου .
Όλα τα θέλουμε αμέσως και τώρα.

Η ζωή δίδει δώρα με ρυθμό αργό. Πρέπει να βηματίσεις ως την άκρια, ως το χείλος των ορίων σου και πέρα από σένα για να φανείς άξιος…..

«Γλυκέ μου»-όχι αυτό δεν το λέω- «αποδιώχνεις μέρες που περάσανε γιατί σταθήκανε μακριά από προσδοκίες. Διαγράφεις ολοένα. Ολοένα πιο εύκολα. Και η πίστη χαμένη
πως θα βρεις οτιδήποτε»
………………………………………………………………………………………….
Ναι, θα θελα να σε δω….. έτσι για μια παρηγορητική συνάντηση.
Να σου θυμίσω πως αν ο στόχος είναι την αστραπή να φτάσεις πριν χαθεί και να τη δεις με ανοιχτά τα μάτια ολάνοιχτα και το ζητούμενο να την αγγίξεις,
σκέψου …..έμαθες τι σε καίει …


«Φτάνει αυτό; Φτάνει;» Ρωτάς και με κοιτάς με αγωνία κι εγώ σκέφτομαι πως επιστρέφεις

Φοβάμαι …..

Σε πλησιάζω σχεδόν αστραπιαία …..πριν με φτάσεις, σε πλησιάζω. Ακουμπώ στα χείλη σου τα δικά μου. Δεν το περίμενες και ξαφνιάζεσαι. Τινάζεσαι. Αργά πια….
Είμαι στην πόρτα
Κι ούτε καν το φουστάνι μου έχεις αγγίξει……………

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΕΦΥΓΑΝ

Ένα απ’ τα παλιά μου κομμάτια για σήμερα που είχε την τύχη να μεταφραστεί στα Γαλλικά από τον δικτυακό φίλο akb8862 τον οποίο και ευχαριστώ ακόμα μια φορά
και ελπίζω κάποια στιγμή σ’ ένα κοντινό μέλλον, να επαναδραστηριοποιήσει τις παροπλισμένες του σελίδες(http://th-kitrinipoli.blogspot.com, http://akb8862.blogspot.com)


ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΕΦΥΓΑΝ

Oι μέρες έφυγαν μαζί σου
Τραγούδι του καυτού καλοκαιριού
Ψιχάλα σε χώμα διψασμένο
Οι μέρες που αγάπησαν
Το μικρό το ταπεινό πουλιά που ταξιδέψαν για το νοτιά
Έμεινα με τη θύμηση που δεν έχω
από σένα
Και την πλάθω σε μορφές και σχήματα.
Παραλλαγές της αγάπης.
Ό,τι φεύγει το ζητάμε.
Η αχλή του χρόνου τυλίγει
πρόσωπα γεγονότα και ιδέες
Την αλήθεια θυμάμαι
Αυτήν που της καρδιάς μου
ταΐζει την πείνα.


LES JOURS SONT PARTIS


Les jours sont partis avec toi
Chant de l` été torride
Goutte de bruine sur terre assoiffée
Les jours ayant aimé
Ce qui est petit et modeste oiseaux envolés vers le sud
Je suis restée avec un souvenir que je n`ai plus
De toi
Et je le module en formes
Et schémas. Versions de l` amour.
On aspire à tout ce qui s` en va.
La brume du temps enveloppe
Visages événements et idées
Je me souviens de la vérité Celle qui nourrit
La faim de mon cœur.

Μετάφραση / traduction en fr : akb8862.


Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Ετεροχρονισμένο;

Ξαφνικά ήρθε σήμερα ένα προωθημένο e-mail. Φαντάστηκα θα χε ενδιαφέρον γιατί ο αποστολέας του -ένας φίλος καθηγητής φροντίζει και όσα μου στέλνει είναι αρκετά πετυχημένα.
Όταν τέλειωσα το διάβασμά του, χαμογελούσα. Είχα κιόλας τη νέα μου ανάρτηση έτοιμη.
Ένα προωθημένο e-mail ακριβώς όπως το έλαβα
Ένας ετεροχρονισμένος και πως γίνεται καθόλου ανεπίκαιρος λόγος εν μέσω δυο εκλογικών αναμετρήσεων




Αυτός είναι ο πανηγυρικός της 28ης Οκτ του θεολόγου του Γυμνασίου Σαγεΐκων.
Αναγνώστηκε από τον άμβωνα στην εκκλησία και έμειναν όλοι άφωνοι



«Από πείσμα και τρέλα θα ζω σε τούτη τη χώρα!»

Του Γιώργου Μάλφα, θεολόγου (malfasg@gmail.com)

Εβδομήντα χρόνια μετά.

Γιορτάζεις την Εθνική Αντίσταση του Λαού μας, τραγουδάς «γυναίκες Ηπειρώτισσες», υψώνεις αμήχανα σημαίες, χορεύεις από κεκτημένη συνήθεια στις πλατείες. Φέτος όμως, δυσκολεύεσαι να πεις το «ΟΧΙ». Δεν είσαι σίγουρος, αμφιβάλλεις. Φοβάσαι τους συνειρμούς, τις πιθανές παρεξηγήσεις. Τρέμεις τις συνέπειες.

Χρόνια τώρα, επαναλάμβανες τελετουργικά μονότονα το «ΟΧΙ» του παππού σου. Καμάρωνες τη θυσία του, θριαμβολογούσες αδαπάνητα για τα κατορθώματα και τους ηρωισμούς της γενιάς του. Στις δεκαετίες όμως που ακολούθησαν κατασπατάλησες νωχελικά την ελευθερία που σου χάρισε! Έφτιαξες τη ζωή σου. Το δικό σου, επιτέλους, σπίτι, και το δικό σου εξοχικό. Έκανες ταξίδια μακρινά και πολυδάπανα, σε προορισμούς εξωτικούς. Αγόρασες πρώτο και μετά δεύτερο αυτοκίνητο. Χρεώθηκες ασυλλόγιστα δάνεια, δόσεις και κάρτες που αφειδώς σου πρόσφεραν οι τράπεζες. Μπούχτισες τα παιδιά σου φροντιστήρια και ιδιαίτερα, να σπουδάσουν προσοδοφόρα επαγγέλματα, να γίνουν υψηλόβαθμα «στελέχη διοίκησης επιχειρήσεων». Εκμεταλλεύτηκες, με όλους τους δυνατούς τρόπους, τους μετανάστες που είχαν την ανάγκη σου, για να μαζέψουν τις ελιές σου, να χτίσουν και να καθαρίσουν το σπίτι σου, να. φυλάξουν τα παιδιά σου. Έπαιξες στο Χρηματιστήριο το κληρονομημένο βιος των γονιών σου και αγόρασες «αέρα» που σου πούλησαν οι αετονύχηδες της ελεύθερης αγοράς. Συναλλάχθηκες μ' αυτό το άθλιο κράτος κάτω απ' το τραπέζι κάμποσες φορές, δεν θυμάσαι και συ πόσες. για τη στρατιωτική θητεία του γιου σου, το διακανονισμό της εφορίας, το αυθαίρετο δίπλα στη θάλασσα, το διορισμό στην επίζηλη δημοσιοϋπαλληλία, τη λίστα αναμονής σε κάποιο νοσοκομείο. Διασκέδασες την πλήξη σου βόσκοντας αμέριμνα στα λιβάδια της τηλεόρασης, κάνοντας φωτοσύνθεση με την προπαγάνδα και το γούστο των αχρείων της κάθε εξουσίας. Ατίμασες την ψήφο σου ξανά και ξανά για μια «εξυπηρέτηση», εκδούλευση των φαύλων της κομματοκρατίας, των επαγγελματιών και των κληρονόμων της πολιτικής.

Φέτος όμως, τα πράγματα δεν είναι όπως παλιά. Η γιορτή δεν είναι πια γιορτή. Μεγάλα λόγια δεν βγαίνουν απ' το στόμα. Φειδωλή και ντροπαλή η εθνική σου αξιοπρέπεια προσποιείται, καμώνεται πως γιορτάζει κάτω απ' το αυστηρό βλέμμα της επιτήρησης. Στενάχωρα όλα. Μέσα μας, γύρω μας, παντού. «Το αδιέξοδο της χώρας στις ψυχές των κατοίκων της». Πατρίδα υποτελής και υπόχρεη. Πατρίδα «πεδίο βολής φθηνό». Πατρίδα έρμαιο της απληστίας των τοκογλύφων, των ισχυρών του χρήματος, των δανειστών που γυρεύουν πίσω τα λεφτά τους. Σε υποτιμούν σήμερα άμοιρη πατρίδα μου για να σε αγοράσουν τζάμπα αύριο.

Πεθαίνω σαν χώρα! Ακούς την κραυγή; Βλέπεις και συ το κακό που μας βρήκε; «Όποιος δεν έχει δει ανθρώπους να πεθαίνουν σφυροκοπημένοι από αόρατο χέρι στους δρόμους, δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει και τι είναι ο θάνατος μιας χώρας.».

Πατρίδα, κατοχή και αντίσταση: κι αν οι λέξεις άδειασαν με τα χρόνια, δεν φταίνε οι λέξεις, οι ζωές μας άδειασαν! Πριν λιποψυχήσουν οι λέξεις, λιποψυχεί το φρόνημα των ανθρώπων, η θέληση των λαών να παραμείνουν αδούλωτοι. Όχι παιχνίδια με τις λέξεις! Ποιος δικαιούται να μιλάει στη γιορτή σήμερα για πατρίδα, για κατοχή και αντίσταση; Οι πατριδοκάπηλοι που κάθε φορά, την κρίσιμη στιγμή, συνθηκολογούσαν με τον κατακτητή; Ή μήπως, οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ που εγκατέλειπαν την πατρίδα και το λαό την ώρα της μάχης, για να επιστρέψουν κατόπιν ως εθνοσωτήρες και ελευθερωτές;

«Ποιος είναι, λοιπόν, πατριώτης;»
Ο Άρης Βελουχιώτης, το τραγικό αυτό σύμβολο της Αντίστασης του Λαού μας, έχει κάτι να σου πει: «Ποιος είναι ο πατριώτης; Αυτοί ή εμείς; Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει νάβρει κέρδη σ' όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι' αυτό δε νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους. Ενώ εμείς, το μόνο που διαθέτουμε, είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά, αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει, όπου βρει κέρδη, δεν μπορούν να κινηθούν και παραμένουνε μέσα στη χώρα που κατοικούμε. Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουνε τα κεφάλαιά τους από τη χώρα ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;»

Εδώ θα παραμείνουμε, δε θα φύγει κανείς, κυνηγημένε απ' όλους Καπετάνιε! Εδώ, να φυλάμε τα πεζούλια που μας άφησες! Θα μοιραστούμε αν χρειαστεί ακόμη και τη φτώχια μας, την ανάγκη, την οργή μας, μα δεν θα εγκαταλείψουμε. Γι' αυτό.

«Τα καράβια μου καίω / δεν θα πάω πουθενά. Κι ας μη μου 'χεις χαρίσει ποτέ / ένα χάδι ως τώρα / πάντα εδώ θα γυρνώ από πείσμα και τρέλα θα ζω / σε τούτη τη χώρα / ώσπου να βρω νερό γιατί ανήκω εδώ.
Σταυρωμένη πατρίδα / μες στα μάτια σου είδα / της ανάστασης φως».
(Τα καράβια μου καίω, Ν. Πορτοκάλογλου)

Πάτρα, Οκτώβριος 2010

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Η απογοήτευση, της είχε φτάσει στα χείλη σχεδόν κι ένιωθε την πικράδα της. Μηχανικά κινήθηκε, άνοιξε την τσάντα, πήρε το κλειδί, το έβαλε στην πόρτα μα ήταν σαν να άνοιξε μόνη της και μπήκε μέσα ένα αυτοματοποιημένο, κουρδισμένο σώμα, να κάνει κινήσεις προδιαγεγραμμένες.
Μπήκε μέσα και στάθηκε. Kατά παρέκκλιση της εντολής. Το αναμενόμενο δεν υπήρχε. Η μυρωδιά της κλεισούρας έλειπε. Εκείνη η θανατερή υγρή οσμή που σου μπαίνει απ’ τα ρουθούνια κι όλους σου τους πόρους κι εσύ την αποστρέφεσαι γιατί ναι ο θάνατος ο ίδιος που εισβάλει μέσα σου, έλειπε. Έλειπε κι αυτό τη ζωήρεψε. Κάποιος είχε νοιαστεί το σπίτι. Ίσως και την ίδια……

Έκλεισε την πόρτα.
Πόσα χρόνια έμενε άδειο; Δέκα; Ναι. Κοντά δέκα χρόνια ερήμωνε. Κι όμως όλα είχαν μείνει όπως τότε. Σημάδια των τελευταίων ημερών πως είχε υπάρξει εδώ. Και το ψυγείο να κρατά ακόμα επάνω του παραγγελίες και χαρτάκια ενθυμήσεων για τούτο και για κείνο, μικρά, καθημερινά, ασήμαντα, ξεχασμένα. Ακόμα και μια δίαιτα που χε αρχίσει έναν Ιούλιο και τη σταμάτησε τον Αύγουστο, εκείνο τον Αύγουστο που την πλάνεψε και τα παράτησε πάλι όπως και άλλα ένα σωρό άλλα……
…………………………………………………………………………………………
Στο παράθυρο οι κουρτίνες από τα χέρια της μάνας της πλεγμένες, είχανε χάσει τη λευκότητα τους, η σκόνη τόσων χρόνων τις έβαφε μπεζ……… ……………………………………………………………………………………….
Έπλεκεν όμορφα η μάνα της με λεπτή κλωστή μέχρι που το πάρκινσον της αχρήστεψε τα χέρια………
Όταν το πρωτόπαθε πήγε στο γιατρό και ζητούσε η καημένη να μάθει το γιατί, λες κι ήταν η τιμωρία για σφάλμα που είχε πέσει….. Εκείνος τη ρώτησε για το οικογενειακό ιστορικό και θυμήθηκε τη θεια την Περσεφόνη τη χοντρή, που έτρεμε ολόκληρη
Ε! από κείνην το κληρονόμησες…. Της είπε με σιγουριά ο γιατρός
Αμάν μωρέ γιατρέ! Αυτή η κληρονομιά έπρεπε να μου τύχει!....ξέσπασε για πρώτη και τελευταία φορά γιατί ήταν ένας γενναίος άνθρωπος που υπέμενε με καρτερία. Κι αυτό με στωικότητα το πέρασε κι έπινε το νοοτρόπ αγόγγυστα κι ας είχε τη χειρότερη γνώμη για τα φάρμακα
Τα φάρμακα, φαρμάκια είναι θυγατέρα μου

Αχ, μωρέ μάνα που αγάπαγες τα λουλούδια….
…………………………………………………………………………………………
Ήταν ένας πόθος στο χολ …. Τι να γινε…. Ξεράθηκεν ως φαίνεται ή κάποιο χέρι θα τον μετακόμισε σε σπίτι ζωντανό…. Τούτο δω….
Σήκωσε τα μάτια στους τοίχους. Γεμάτοι γδαρσίματα, σπασίματα στις γωνίες και σημάδια από καρέκλες που σέρνονταν άτσαλα
Μην τραβάς παιδί μου έτσι την καρέκλα! Κοίτα τι έκανες! Κοίτα εδώ!

Που ναι τα παιδιά; Που πήγαν τα μαλώματα κι οι αγάπες;
Ποιος κοίταζε; Κανείς από τους φταίχτες. Τότε ποιον ρώταγε; Και ποιος να την ακούσει…..
…………………………………………………………………………………..
Οι τοίχοι… ακόμα μέναν παράταιρα στολισμένοι με φωτογραφίες σε μεγέθυνση ανάμεσα σε καδράκια θυμητάρια από ταξίδια
Οι τρεις γιοι στρατιώτες, ο πατέρας με τη μάνα να γελούν, ο πατέρας να διαβάζει εφημερίδα. Κι εγγόνια. Από γιους και κόρες. Και μια δική της. Μ’ ένα τριαντάφυλλο κόκκινο στο χέρι να γελά…..
Φωτογραφίες από γεννήσεις, βαφτίσια και γάμους ανάμεσα από το κάδρο που αγοράσανε στην Αιδηψό και το άλλο απ’ την Ικαρία.
Η εικόνα από την Ολλανδία που έστειλε ο φίλος του μεγάλου γιου στον απέναντι τοίχο μαζί με τη ζωγραφιά ενός αναγεννησιακού ζωγράφου που η υγρασία είχε τρυπώσει κι είχε σβήσει τ’ όνομά του….
Κι ένα ρολόι σταματημένο στις 9:10. Πρωί ή βράδυ άραγε τέλειωσε η ζωή του;
Ένα τραπεζάκι ξύλινο στρογγυλό από κείνα τα παλιά με συρτάρια από κάτω γεμάτα γράμματα και φωτογραφίες και πάνω μια φρουτιέρα. Δίχως φρούτα.
Μια κρεμάστρα καπελοθήκη με μόνο μια μυγοσκοτώστρα επάνω
Κι ο καναπές, κάτω απ’ το παράθυρο τον καιρό που δεν έκλεινε τα παντζούρια. Ξάπλωνε η μάνα τα μεσημέρια, κι έβλεπε στη μικρή βεράντα κι από κει στο δρόμο.
Πριν στην ίδια θέση βρισκόταν ένα ντιβάνι, το κρεβάτι του αδερφού της που γυρνούσε αργά κι ήθελε να ξαπλώνει αμέσως δίχως θόρυβο
Ένα πολυδωμάτιο ήταν τελικά σκέφτηκε…. Ως και για πρόχειρη τραπεζαρία χρησίμευε τα τελευταία χρόνια
…………………………………………………………………………………
Η σκόνη βασίλευε παντού. Έπρεπε να καθαρίσει αν ήθελε να μείνει……….να καθαρίσει
Σαν να ξύπνησε από λήθαργο, προχώρησε στην κουζίνα. Στο νεροχύτη είδε δυο ζευγάρια γάντια. Πήρε το ένα και το φόρεσε. Έπιασε τον κουβά, έβαλε απορρυπαντικό –να μυρίσει ο τόπος που θα λεγε κι η φίλη της- μαζί με χλωρίνη, άνοιξε τη βρύση και τον γέμισε.
Πήρε τη σκούπα , τον κουβά με τη σφουγγαρίστρα και γύρισε στο χολ.
Τα άφησε κάτω.
Η στιγμή, η μικρή, της ζωντάνιας χάθηκε
Ένοιωθε αποκαμωμένη και δεν έφταιγε το ταξίδι. Αυτή της έφταιγε και μια ζωή ξοδεμένη…. Πεταμένη άχρηστα….
Ένιωσε τα πόδια της να τρέμουν. Κάθισε στον καναπέ που ξάπλωνε η μάνα της τα μεσημέρια κι έγειρε μαζεύοντας τα πόδια ακριβώς όπως κι εκείνη

Ίσκιωσε σπίτι μου και σκέπασέ με

Κι εκεί με τον κουβά και τη σφουγγαρίστρα μπροστά της, αφέθηκε. Έκλεισε τα μάτια και παραδόθηκε
Στα βλέφαρα ήρθε και τη φίλησεν ο ύπνος, παρηγορητικός

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

.....................................................

Όταν φεύγει ο ήλιος
Όταν πέφτουν οι ίσκιοι
Η πόλη κλείνει τις πόρτες
κλείνει τα παράθυρα

Πετιούνται έξω
Οι γενναίες κουβέντες

Το φίδι ξυπνά
Το φίδι που μεγαλώνει στους δρόμους
ανάμεσα

Σέρνεται πεινασμένο
Αρπάζει τα πεταμένα λόγια

Τρέφεται στον ύπνο σου
Στον ξύπνιο σου κοιμάται

Απόψε περνά μ’αγκούσα
Στο στήθος
Πλαντά και στενεύεται
Ήρθε η ώρα του
κυκλώνει τα σπίτια
τους δρόμους κυκλώνει

Μοιάζει μακρύ ατελείωτο
Το φίδι που το λένε
Φόβο Δικό σου

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Γαβριήλ-Ευγένιος Ματράτσι

Η ιστορία που θα σας πω είναι παλιά, τόσο παλιά που κι εγώ
δυσκολεύομαι να την πιστέψω γι’ αληθινή κι ας τους γνώρισα και τους δυο. Ναι. Και τους δυο….ειδικά εκείνη.
Σαν να τη βλέπω μπροστά μου. Μια ισχνή φιγούρα να γυρνά με βάδισμα αλαφρό, ίδιο στοιχειό….
Όλοι την κοίταζαν. Αυτή το ξερε μα τι να κανε;
Έτσι που είχε γίνει ….Και τότε έλεγα με το νου μου ….να το καταλαβαίνει ή αποφεύγει να το σκεφτεί; Βλέπετε την κουβέντιαζαν όλοι έτσι που είχε καταντήσει… αυτό έλεγαν «έτσι που είχε καταντήσει….»
Πλήρωνε το τίμημά της νομίζω, να κάθεται τώρα μια γυναίκα που βάδιζε την ωριμότητά της, με μια συμπεριφορά αλλοπρόσαλλη, έναν τρόπο αλλόκοτο, τόσο παράξενα αλλαγμένη αυτή που στάθηκε, πάντα υπόδειγμα τυπικότητας, μάνας, συζύγου, αδερφής, κόρης, φίλης ……………….

Ό,τι κι αν έκανε, σ’ όλα της, όλους τους ρόλους ήταν άψογη, τόσο τέλεια, εντελώς πέρα απ’ τα ανθρώπινα. Ούτε ένα τόσο να μη σφάλλει ίσα για το βάσκανο κοίταγμα, να μην τη ματιάσουν. Αλλά στ’ αλήθεια κανείς δεν το θελε γιατί εκείνο που αποζητούσαν όλοι ήταν η παρουσία της…. μια κουβέντα, ένα χάδι, ένα χαμόγελο…. Είχε το χάρισμα να ζεσταίνει ως και τις κρύες μέρες
Αν ζούσαμε τις πρώτες μέρες του χριστιανισμού τον καιρό που γεννιόντουσαν οι άγιοι και κανείς δεν αμφισβητούσε την ιερότητα του προσώπου τους θα την είχαν εν ζωή τουλάχιστον οσία ανακηρύξει
Η απόλυτη κυρία της μικρής πόλης
Περνούσαν οι αμαρτίες απέξω και δεν την άγγιζαν….. Σαν τυλιγμένη με φως υπερκόσμιο που της έκρυβε αδυναμίες, άφηνε τους άλλους να ολισθαίνουν γιατί αυτή ήταν αδύναμη να πράξει κάτι πέρα από την αρετή.
Όλοι μπορούσαν να αμαρτάνουν να μετέχουν σε πράξεις ή λόγια πλήρη ηδονών και πταισμάτων να οδεύονται την πτώση τους ασφαλείς. Υπήρχε η καθαρότητα ο επίγειος άγγελος, ο δρόμος που για λογαριασμό όλων ήταν το αγαθό, η προσωποποίηση του καλού.
Η αρετή ήταν εκεί κι εξασφάλιζε τον Παράδεισο
Οι γυναίκες δεν την ζήλευαν. Οι άνδρες δεν την ποθούσαν.
Τα υγρά όνειρά τους δεν την περιείχαν. Ακόμα κι ο άντρας της ήταν γνωστό πως την πείνα του κορμιού του τη χόρταινε με άλλες γυναίκες
Αυτό δεν ξένιζε κανένα. Μάλλον θα τους φαινόταν παράξενο, αφύσικο πες καλύτερα να νοιώθουν πως το σώμα της ήταν σαν όλα τα ανθρώπινα. Με πείνα και δίψα. Με λαχτάρα για αντρική αγκαλιά. Τόσο ζωντανή, τόσο δροσερή και τόσο αποκομμένη απ’ τα εγκόσμια
Ήταν όμορφη και νέα.
Καλύτερα θα πρεπε να πω φαινόταν ….. ναι, φαινόταν. Αν καθόταν κανείς να λογαριάσει, θα μενε έκπληκτος αντιλαμβανόμενος πως η ηλικία της συγκομιδής της είχε τελειώσει προ πολλού, άλλωστε ο κατά νόμο σύντροφός της φαινόταν παράταιρα γερασμένος- σε κανένα δεν έκανε έκπληξη αυτό ούτε τίποτε
Αν όλοι ψάχνουμε να βρούμε το άλλοθι των πράξεων μας, η πόλη είχε βρει το δικό της. Λοιπόν μπορούσε να κοιμάται ήσυχη.

Τα κατοπινά χρόνια όταν ξανάρχισαν να κάνουν λογαριασμούς να βάζουν στο ζύγι τα πάρε και τα δώσε –μικρά μεγάλα αδιάφορο- όταν άρχισαν να ψάχνουν για αίτια και αφορμές μα κι εδώ σκοτάδι, κάποιοι πιο τολμηροί γιατί πάντα ελλοχεύει ο φόβος του στιγματισμού ή της κοροϊδίας αλλά αφού τα πράγματα ζητούσαν μιαν εξήγηση πως έφτασαν εδώ- αναζήτησαν σημάδια και μηνύματα
Μηνύματα που ήρθαν από μακριά σταλμένα και κανείς κανείς δεν είδε κι αν είδε τα προσπέρασε ανασηκώνοντας ίσως τους ώμους
Αργότερα θα τα θυμηθούν. Θα πουν για τη θάλασσα που φούσκωνε περίεργα δίχως να ναι καιρός παλίρροιας ή για φύλλα που ανατρίχιαζαν σε απουσία ανέμου.
Ναι…ναι συνέβαινε κι αυτό ….λες και κρατούσε ο αγέρας την ανάσα του. Ο τόπος όλος είχε μπει σε μια προσμονή
Και μόνο όταν άρχισε το κύμα της σιωπής ν’ απλώνεται άρχισε η πόλη να νοιώθει αόριστα ανήσυχη
Η φύση είναι η θηλυκή όψη του σύμπαντος και είχε μπει σε ωορρηκτική φάση
Και περίμενε.
…………………………………………………………………………………………
Όταν έφτασε ο Γαβριήλ – Ευγένιος Ματράτσι, εντυπωσίασε πρώτα με το όνομά του.
Πολύ ασυνήθιστο για μια πόλη που ανακύκλωνε χρόνια μπορεί και αιώνες τα ίδια επώνυμα, ίδια ονόματα βαφτιστικά
Του το είπαν –ακόμα κι εγώ το θυμάμαι- μ’ ευγένεια βέβαια, αν γινόταν να το προσαρμόσει σ’ αυτά που βρήκε , ν’ αλλάξει την κατάληξη έστω, να φανεί οικείο.
Αρνήθηκε. Δήλωσε μάλιστα με τρόπο ιδιαίτερα έντονο πως η ιδιότητά του δεν του επέτρεπε να καταργήσει ό,τι ξεχωριστό και ιδιαίτερο είχε. Και δεν του το ξαναείπαν.
Κι ας ήταν γεμάτος από ξεχωριστά και ιδιαίτερα….
Ψηλός, επιβλητικός, με μακριά μαύρα –ασυνήθιστα μαύρα- μαλλιά και μάτια εντελώς ασταθή στο χρώμα τους
Άλλαζαν όχι με το φως αλλά με τον άνεμο. Ανάλογα με τη διεύθυνσή του…
Στο νοτιά ψιχάλιζαν και στο βοριά γινόταν παγερά και κρύα. Στην όστρια θερμά, στα όρια της απειλής και μόνο με το λεβάντε ημέρευαν

Ήταν ζωγράφος όπως έγραφε η ταυτότητα του και τη δήλωση στην εφορεία. Στην πραγματικότητα ιστορούσε με τους πίνακές του.
Λέγανε πως τα δάχτυλά του ήταν μαγικά. Τα χρώματα ζωντάνευαν παράξενα κι όλοι κοιτάζοντας τους καμβάδες ακόμα στα τελάρα, μπορούσαν να διηγηθούν μια ιστορία
Το περίεργο ήταν πως καθένας διάβαζε και διηγιότανε τη δική του. Την εντελώς αλλιώτικη από των άλλων κι αυτό επέτεινε το θαυμασμό και την απορία που ένοιωθαν φτάνοντας μάλιστα ως τα άκρα του φόβου
Τι κουβαλούσε ο Γαβριήλ Ευγένιος στην ψυχή του; ………………………………………………………………………………………..
Οι δυο τους δεν είχε τύχει ν’ ανταμωθούν
Ως φαίνεται όλα θέλουν τον χρόνο τους κι έτσι ήρθε και γι’ αυτό η ώρα

Πρώτη εκείνη τον είδε.
Μετά από μέρες νηνεμίας άρχισαν οι πρώτες ριπές

Ζωγράφιζε. Είχε στήσει το καβαλέτο του αδιάφορος αν εμπόδιζε ή αν γινόταν θέαμα παρότι η ώρα πρωινή εξαιρετικά ήταν, ίσα που άχνωνε ο ουρανός κι οι άνθρωποι δεν είχαν ανοίξει πόρτες, να ξεχυθούν μελίσσι
Αλλά εκείνη είχε βγει. Δεν είχε ύπνο αν και πάντα γαληνεμένη ήταν στο κρεβάτι της (οι οικείοι της αυτό θα λέγανε αν ρωτιόντουσαν)
Τον είδε και ο νους της φουρτούνιασε. Νοτιάς σηκώθηκε. Τα μάτια του ψιχάλισαν και για μια στιγμή τα έριξε πάνω της
Ζαλίστηκε.
Σηκώθηκαν κύματα βουνό μέσα της που γύρευαν να την πνίξουν. Ζήτησε σωτηρία. Τα χέρια του να τη σώσουν
Του μίλησε; Να τον ρώτησε για το ποιος και τι; Κι εκείνος;

Να το ξέρετε. όλα τα ερωτήματα ειπώθηκαν εκεί που οι ήχοι έχουν πρόσωπο και σώμα μυστικό και αόρατο
Γι’ αυτό και τίποτα δεν ακούστηκε
Στράφηκε αδιάφορα προς το μέρος της.
Είδε μια γυναίκα να τον κοιτάζει. Ακόμα νοτιάς στα μάτια του…. Ο βοριάς θα ξεσπούσε αργότερα μα όχι ακόμα. Τα μάτια του δεν ήταν κρύα
Τον πλησίασε. Και το σώμα έτρεμε.
«δεν ξέρω τι μου συμβαίνει….» του είπε
Εκείνος γέλασε σιγανά έλυσε τη ζώνη του παντελονιού του, της σήκωσε το φουστάνι και μπήκε μέσα της.
Εκεί στη μέση της πλατείας, η παρθένα της πόλης, η ανέγγιχτη, έχανε όχι την παρθενιά της αλλά την αθωότητα που είχε ντυθεί
Όταν ο Γαβριήλ- Ευγένιος τέλειωσε, απομακρύνθηκε από το σώμα της, κουμπώθηκε δίχως να βιάζεται και συνέχισε τη δουλειά του
Τον άγγιξε στον ώμο. Γύρισε και είδε τα μάτια του
Βοριάς, είχε αρχίσει να φυσάει….
…………………………………………………………………………………………..
Βοριάς φυσά ανεμοστροβιλίζει κι ανεμοστροβιλίζεται κι ύστερα φεύγει αδιαφορώντας για το τι άφηνε πίσω του.
Ο ζωγράφος που ιστορούσε με τους πίνακές του, ένα πρωί εγκατέλειψε την πόλη με την ίδια αδιαφορία που ήρθε …..

Τα πράγματα στην πόλη σιώπησαν ως να ρθε διαταγή αιφνίδια που καλούσε τους πάντες να αναμετρηθούν με τις μέρες και τις νύχτες τους και το χρόνο που μαίνεται
Η γονιμοποίηση, ανάγκη επιβίωσης επιτακτική ήρθε

Φούσκωσαν τα στήθια των γυναικών, σκλήρυναν εκτός εποχής, και το πρόσωπό τους χρωματίστηκε από τη λάμψη που δίδει ο έρωτας ή η μητρότητα
Τα υγρά όνειρα έπαψαν… οι κάτοικοι ζούσαν φρενήρεις σμίξεις με την αίσθηση του τέλους να αιωρείται.
Σχεδόν αβάσταχτο συναίσθημα σαν κούρσα των 100μέτρων, κούρσα της μιας ανάσας
Οι δουλειές και κάθε είδους εργασία που αφορούσαν λοιπές δραστηριότητες έπεσαν σε παύση. Ως και η φύση αδιάκοπα άνθιζε κι άνθιζε μέχρι που σταμάτησαν όλα απότομα, όπως απότομα είχαν αρχίσει με την εξάντληση να τους έχει τσακίσει το μυαλό και τα μέλη
Και σιγά σιγά με ρυθμό αργό διστακτικό ξεκίνησαν τα πριν μόνο πιο αδύναμα, πιο άτονα, ως από υποχρέωση ή από ανάγκη καθώς ένιωθαν ζεμένοι στο μαγκάνι Στέρεψαν όλοι και μόνη εκείνη γονιμοποιημένη βρέθηκε βρέθηκε από έναν οίστρο οδηγό
Έπλεκαν τα χέρια της ιστούς περίτεχνους να χωρέσουν οι πόθοι και τα πάθη, να κρύψουν και να φανερώσουν εικόνες από επιθυμίες
Έτρεφεν ο έρωτας και γεννούσε ονείρατα εικόνες και γέλια ζωντανά.
Είχεν παραδοθεί.
Το σώμα της, το πνεύμα της, η ψυχή της.
Ζούσε μόνο για να φτιάχνει όλα τα ασαφή και τα δυσνόητα, όλα όσα καθρέφτιζαν ανάγκες τωρινές και μελλούμενες και δεν μπορούσαν να αναγνωστούν
Μέχρι που αδηφάγα άρχισαν να την τρώνε κι άρχισε να χάνεται….

Και τότε πια την είδαν
Η πόλη σαν να ξύπνησε από λήθαργο βαθύ. Από ύπνο κωματώδη αιώνων μετά και δυσκολευόταν με τα μουδιασμένα μέλη να βαδίσει, να κινηθεί, να ερωτευθεί. Σχεδόν δεν αναγνώριζε. Δεν την αναγνώριζε πια. Έτσι που είχε καταντήσει. Μια σκιά, του εαυτού της σκιά. Αυτό φαινόταν. Γιατί η ίδια -αν κανείς τη ρωτούσε- θα λεγε πως καμιά περίοδος της ζωής της δεν ήταν περισσότερο ζωντανή όσο αυτή που βίωνε τώρα που είχε γίνει μια φλόγα στο χέρι
Α, ναι μια φλόγα…..αν την έκαιγε; Την έκαιγε. Και λοιπόν!
………………………………………………………………………………………
Τα νέα της ταξίδεψαν γρήγορα. Πέρασαν χώρες μικρές και μεγάλες, πόλεις παλιές και καινούριες και τον έφτασαν. Και του τα πρόφτασαν κοροϊδευτικά στ’ αυτί γιατί εκείνος είχε ατροφήσει. Οι άνεμοι τον είχαν ξεχάσει ή τους είχε χάσει στους δρόμους που τριγυρνούσε η απόλυτη βεβαιότητα της ύπαρξης του.
Πλέον οι ζωγραφιές του είχαν χάσει τη μαγεία τους. Έγιναν πίνακες σαν των κοινών ζωγράφων που κανείς δεν τους μαθαίνει ή σαν τους μάθει τους ξεχνά σχεδόν μόλις απομακρυνθεί απ’ αυτούς ή πιο γρήγορα.
Ο Γαβριήλ -Ευγένιος Ματράτσι είχεν εκπέσει. Απότομα, απρόσμενα επώδυνα. Ο ίδιος περισσότερο απ’ τον καθένα είχεν εκπλαγεί στην αρχή και στη συνέχεια θυμώσει. Ένοιωθε θυμό. Ένα θυμό που όσο περνούσε ο καιρός τόσο φούντωνε.
Διάβαζε τα μηνύματα που την αφορούσαν καλύτερα απ’ τον καθένα.
Εκείνη είχε αποκτήσει το άγγιγμα. Το άγγιγμα που αυτός είχε χάσει. Του το είχε κλέψει; Σίγουρα. Οι γυναίκες είναι μάγισσες γεννημένες. Ακόμα κι αυτή που φορούσε της άγνοιας και της αθωότητας το ένδυμα. Μόνο γ’ αυτό τον πλησίασε. Ύπουλα. Σκοτεινά. Να μην καταλάβει. Να μην πάρει προφυλάξεις….
Λύσσαγε. Και μόνο που τη σκεφτότανε λύσσαγε. Ποιος διάολος την είχε φέρει στο δρόμο του;
………………………………………………………………………………………
Έπρεπε να γυρίσει πίσω τη μοίρα. Να πάρει πίσω το χαμένο του χρόνο
…………………………………………………………………………………………
Όταν την ξανάδε το σοκ ήταν τρομαχτικό. Εκείνη πια η γυναίκα που είχε πάρει στη μέση της πλατείας είχε εξαφανιστεί. Ελαϋλωθεί είχεν με μόνο ζωντανό σημείο δυο πυρετώδικα μάτια που γυάλιζαν από την τυραγνία που μόνο όσοι ξέρουν καταλαβαίνουν. Και σχεδόν τη σπλαχνίστηκε και τη ζήλεψε και τη θέλησε.
Να πάρει την ψυχή της θέλησε και τα χέρια της δικά του να γινούν και τα μάτια που γυάλιζαν τρελά και τους χτύπους της καρδιάς της
Στην άκρη απ’ τη θάλασσα σώσε με, της είπαν τα τυφλά του μάτια
………………………………………………………………………………………..
Τον βρήκαν στο πλάι της, ήσυχο, σιωπηλό, να κοιτάζει τη θάλασσα.
Στα ρούχα του, το αίμα της

Τον συνέλαβαν απαγγέλοντάς του κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση.
Η πόλη θέλησε να τον τιμωρήσει να τον λοιδορήσει και ατιμασμένο να τον σύρει στη μνήμη των γενεών
Ο Γαβριήλ -Ευγένιος Ματράτσι αγνόησε τους πάντες. Αρνήθηκε υπεράσπιση, αρνήθηκε να απολογηθεί, αρνήθηκε να μιλήσει.
Τον έκλεισαν σε φυλακή μακριά μα τα νέα του έφταναν κι εξαγρίωναν την πόλη.
Ατίθασος, απείθαρχος, διαρκώς στην απομόνωση λες κι αυτό επιζητούσε, λες κι αυτό ήταν ο σκοπός του να μη συγχρωτίζεται με τους άλλους, με κανένα να μη σχετίζεται, πάντα σιωπηλός.
………………………………………………………………………………………….
Κι ύστερα πέρασε καιρός άρχισε να ξεχνιέται η θύμησή του. Κάποτε κάποιος τον θυμόταν έλεγε μάθατε κάτι για τον Γαβριήλ -Ευγένιο Ματράτσι; Να συνήθισε στη φυλακή; Και τέτοια άλλα μα καθώς δεν υπήρχε απάντηση γρήγορα το ενδιαφέρον έσβηνε
Ώσπου μια μέρα μάθανε πως χάθηκε
Χάθηκε; Τι πήγαινε να πει αυτό; Πέθανε; Ή μήπως το σκασε;
Άρχισαν κουβέντες έντονες κι όλα τα παλιά γίναν απ’ την αρχή καινούρια ανακατεύοντας το χθες με το τώρα γεμάτοι έξαψη και σχεδόν ευχαριστημένοι που μπορούσαν να τον αγγίζουν ξανά
Τελικά έφτασε ένας ξεγλωσσιασμένος απ’ την αγωνία του να πει…. Να πει όσα σχεδόν από πρώτο χέρι γνώριζε
Και να τα νέα που έφερε
Στην απομόνωση τον είχαν. Τον τελευταίο καιρό όλο σ’ εκείνο το κελί την ΄βγαζε και μια μέρα ο φύλακας διαπίστωσε πως το φαγητό έμενε στη θέση που το είχε αφήσει, ανέγγιχτο
Τρομαγμένος άνοιξε την πόρτα.
Αυτό που είδαν τα μάτια του …. Α, αυτό που είδαν!
Ένα φιδωτό μονοπάτι ξετυλιγόταν στους τοίχους. Κόκκινο. Ίδιο φωτιά. Λάθος! Όχι φωτιά. Αίμα. Άλικο αίμα!
Κι ο Γαβριήλ -Ευγένιος Ματράτσι, απών