Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Γαβριήλ-Ευγένιος Ματράτσι

Η ιστορία που θα σας πω είναι παλιά, τόσο παλιά που κι εγώ
δυσκολεύομαι να την πιστέψω γι’ αληθινή κι ας τους γνώρισα και τους δυο. Ναι. Και τους δυο….ειδικά εκείνη.
Σαν να τη βλέπω μπροστά μου. Μια ισχνή φιγούρα να γυρνά με βάδισμα αλαφρό, ίδιο στοιχειό….
Όλοι την κοίταζαν. Αυτή το ξερε μα τι να κανε;
Έτσι που είχε γίνει ….Και τότε έλεγα με το νου μου ….να το καταλαβαίνει ή αποφεύγει να το σκεφτεί; Βλέπετε την κουβέντιαζαν όλοι έτσι που είχε καταντήσει… αυτό έλεγαν «έτσι που είχε καταντήσει….»
Πλήρωνε το τίμημά της νομίζω, να κάθεται τώρα μια γυναίκα που βάδιζε την ωριμότητά της, με μια συμπεριφορά αλλοπρόσαλλη, έναν τρόπο αλλόκοτο, τόσο παράξενα αλλαγμένη αυτή που στάθηκε, πάντα υπόδειγμα τυπικότητας, μάνας, συζύγου, αδερφής, κόρης, φίλης ……………….

Ό,τι κι αν έκανε, σ’ όλα της, όλους τους ρόλους ήταν άψογη, τόσο τέλεια, εντελώς πέρα απ’ τα ανθρώπινα. Ούτε ένα τόσο να μη σφάλλει ίσα για το βάσκανο κοίταγμα, να μην τη ματιάσουν. Αλλά στ’ αλήθεια κανείς δεν το θελε γιατί εκείνο που αποζητούσαν όλοι ήταν η παρουσία της…. μια κουβέντα, ένα χάδι, ένα χαμόγελο…. Είχε το χάρισμα να ζεσταίνει ως και τις κρύες μέρες
Αν ζούσαμε τις πρώτες μέρες του χριστιανισμού τον καιρό που γεννιόντουσαν οι άγιοι και κανείς δεν αμφισβητούσε την ιερότητα του προσώπου τους θα την είχαν εν ζωή τουλάχιστον οσία ανακηρύξει
Η απόλυτη κυρία της μικρής πόλης
Περνούσαν οι αμαρτίες απέξω και δεν την άγγιζαν….. Σαν τυλιγμένη με φως υπερκόσμιο που της έκρυβε αδυναμίες, άφηνε τους άλλους να ολισθαίνουν γιατί αυτή ήταν αδύναμη να πράξει κάτι πέρα από την αρετή.
Όλοι μπορούσαν να αμαρτάνουν να μετέχουν σε πράξεις ή λόγια πλήρη ηδονών και πταισμάτων να οδεύονται την πτώση τους ασφαλείς. Υπήρχε η καθαρότητα ο επίγειος άγγελος, ο δρόμος που για λογαριασμό όλων ήταν το αγαθό, η προσωποποίηση του καλού.
Η αρετή ήταν εκεί κι εξασφάλιζε τον Παράδεισο
Οι γυναίκες δεν την ζήλευαν. Οι άνδρες δεν την ποθούσαν.
Τα υγρά όνειρά τους δεν την περιείχαν. Ακόμα κι ο άντρας της ήταν γνωστό πως την πείνα του κορμιού του τη χόρταινε με άλλες γυναίκες
Αυτό δεν ξένιζε κανένα. Μάλλον θα τους φαινόταν παράξενο, αφύσικο πες καλύτερα να νοιώθουν πως το σώμα της ήταν σαν όλα τα ανθρώπινα. Με πείνα και δίψα. Με λαχτάρα για αντρική αγκαλιά. Τόσο ζωντανή, τόσο δροσερή και τόσο αποκομμένη απ’ τα εγκόσμια
Ήταν όμορφη και νέα.
Καλύτερα θα πρεπε να πω φαινόταν ….. ναι, φαινόταν. Αν καθόταν κανείς να λογαριάσει, θα μενε έκπληκτος αντιλαμβανόμενος πως η ηλικία της συγκομιδής της είχε τελειώσει προ πολλού, άλλωστε ο κατά νόμο σύντροφός της φαινόταν παράταιρα γερασμένος- σε κανένα δεν έκανε έκπληξη αυτό ούτε τίποτε
Αν όλοι ψάχνουμε να βρούμε το άλλοθι των πράξεων μας, η πόλη είχε βρει το δικό της. Λοιπόν μπορούσε να κοιμάται ήσυχη.

Τα κατοπινά χρόνια όταν ξανάρχισαν να κάνουν λογαριασμούς να βάζουν στο ζύγι τα πάρε και τα δώσε –μικρά μεγάλα αδιάφορο- όταν άρχισαν να ψάχνουν για αίτια και αφορμές μα κι εδώ σκοτάδι, κάποιοι πιο τολμηροί γιατί πάντα ελλοχεύει ο φόβος του στιγματισμού ή της κοροϊδίας αλλά αφού τα πράγματα ζητούσαν μιαν εξήγηση πως έφτασαν εδώ- αναζήτησαν σημάδια και μηνύματα
Μηνύματα που ήρθαν από μακριά σταλμένα και κανείς κανείς δεν είδε κι αν είδε τα προσπέρασε ανασηκώνοντας ίσως τους ώμους
Αργότερα θα τα θυμηθούν. Θα πουν για τη θάλασσα που φούσκωνε περίεργα δίχως να ναι καιρός παλίρροιας ή για φύλλα που ανατρίχιαζαν σε απουσία ανέμου.
Ναι…ναι συνέβαινε κι αυτό ….λες και κρατούσε ο αγέρας την ανάσα του. Ο τόπος όλος είχε μπει σε μια προσμονή
Και μόνο όταν άρχισε το κύμα της σιωπής ν’ απλώνεται άρχισε η πόλη να νοιώθει αόριστα ανήσυχη
Η φύση είναι η θηλυκή όψη του σύμπαντος και είχε μπει σε ωορρηκτική φάση
Και περίμενε.
…………………………………………………………………………………………
Όταν έφτασε ο Γαβριήλ – Ευγένιος Ματράτσι, εντυπωσίασε πρώτα με το όνομά του.
Πολύ ασυνήθιστο για μια πόλη που ανακύκλωνε χρόνια μπορεί και αιώνες τα ίδια επώνυμα, ίδια ονόματα βαφτιστικά
Του το είπαν –ακόμα κι εγώ το θυμάμαι- μ’ ευγένεια βέβαια, αν γινόταν να το προσαρμόσει σ’ αυτά που βρήκε , ν’ αλλάξει την κατάληξη έστω, να φανεί οικείο.
Αρνήθηκε. Δήλωσε μάλιστα με τρόπο ιδιαίτερα έντονο πως η ιδιότητά του δεν του επέτρεπε να καταργήσει ό,τι ξεχωριστό και ιδιαίτερο είχε. Και δεν του το ξαναείπαν.
Κι ας ήταν γεμάτος από ξεχωριστά και ιδιαίτερα….
Ψηλός, επιβλητικός, με μακριά μαύρα –ασυνήθιστα μαύρα- μαλλιά και μάτια εντελώς ασταθή στο χρώμα τους
Άλλαζαν όχι με το φως αλλά με τον άνεμο. Ανάλογα με τη διεύθυνσή του…
Στο νοτιά ψιχάλιζαν και στο βοριά γινόταν παγερά και κρύα. Στην όστρια θερμά, στα όρια της απειλής και μόνο με το λεβάντε ημέρευαν

Ήταν ζωγράφος όπως έγραφε η ταυτότητα του και τη δήλωση στην εφορεία. Στην πραγματικότητα ιστορούσε με τους πίνακές του.
Λέγανε πως τα δάχτυλά του ήταν μαγικά. Τα χρώματα ζωντάνευαν παράξενα κι όλοι κοιτάζοντας τους καμβάδες ακόμα στα τελάρα, μπορούσαν να διηγηθούν μια ιστορία
Το περίεργο ήταν πως καθένας διάβαζε και διηγιότανε τη δική του. Την εντελώς αλλιώτικη από των άλλων κι αυτό επέτεινε το θαυμασμό και την απορία που ένοιωθαν φτάνοντας μάλιστα ως τα άκρα του φόβου
Τι κουβαλούσε ο Γαβριήλ Ευγένιος στην ψυχή του; ………………………………………………………………………………………..
Οι δυο τους δεν είχε τύχει ν’ ανταμωθούν
Ως φαίνεται όλα θέλουν τον χρόνο τους κι έτσι ήρθε και γι’ αυτό η ώρα

Πρώτη εκείνη τον είδε.
Μετά από μέρες νηνεμίας άρχισαν οι πρώτες ριπές

Ζωγράφιζε. Είχε στήσει το καβαλέτο του αδιάφορος αν εμπόδιζε ή αν γινόταν θέαμα παρότι η ώρα πρωινή εξαιρετικά ήταν, ίσα που άχνωνε ο ουρανός κι οι άνθρωποι δεν είχαν ανοίξει πόρτες, να ξεχυθούν μελίσσι
Αλλά εκείνη είχε βγει. Δεν είχε ύπνο αν και πάντα γαληνεμένη ήταν στο κρεβάτι της (οι οικείοι της αυτό θα λέγανε αν ρωτιόντουσαν)
Τον είδε και ο νους της φουρτούνιασε. Νοτιάς σηκώθηκε. Τα μάτια του ψιχάλισαν και για μια στιγμή τα έριξε πάνω της
Ζαλίστηκε.
Σηκώθηκαν κύματα βουνό μέσα της που γύρευαν να την πνίξουν. Ζήτησε σωτηρία. Τα χέρια του να τη σώσουν
Του μίλησε; Να τον ρώτησε για το ποιος και τι; Κι εκείνος;

Να το ξέρετε. όλα τα ερωτήματα ειπώθηκαν εκεί που οι ήχοι έχουν πρόσωπο και σώμα μυστικό και αόρατο
Γι’ αυτό και τίποτα δεν ακούστηκε
Στράφηκε αδιάφορα προς το μέρος της.
Είδε μια γυναίκα να τον κοιτάζει. Ακόμα νοτιάς στα μάτια του…. Ο βοριάς θα ξεσπούσε αργότερα μα όχι ακόμα. Τα μάτια του δεν ήταν κρύα
Τον πλησίασε. Και το σώμα έτρεμε.
«δεν ξέρω τι μου συμβαίνει….» του είπε
Εκείνος γέλασε σιγανά έλυσε τη ζώνη του παντελονιού του, της σήκωσε το φουστάνι και μπήκε μέσα της.
Εκεί στη μέση της πλατείας, η παρθένα της πόλης, η ανέγγιχτη, έχανε όχι την παρθενιά της αλλά την αθωότητα που είχε ντυθεί
Όταν ο Γαβριήλ- Ευγένιος τέλειωσε, απομακρύνθηκε από το σώμα της, κουμπώθηκε δίχως να βιάζεται και συνέχισε τη δουλειά του
Τον άγγιξε στον ώμο. Γύρισε και είδε τα μάτια του
Βοριάς, είχε αρχίσει να φυσάει….
…………………………………………………………………………………………..
Βοριάς φυσά ανεμοστροβιλίζει κι ανεμοστροβιλίζεται κι ύστερα φεύγει αδιαφορώντας για το τι άφηνε πίσω του.
Ο ζωγράφος που ιστορούσε με τους πίνακές του, ένα πρωί εγκατέλειψε την πόλη με την ίδια αδιαφορία που ήρθε …..

Τα πράγματα στην πόλη σιώπησαν ως να ρθε διαταγή αιφνίδια που καλούσε τους πάντες να αναμετρηθούν με τις μέρες και τις νύχτες τους και το χρόνο που μαίνεται
Η γονιμοποίηση, ανάγκη επιβίωσης επιτακτική ήρθε

Φούσκωσαν τα στήθια των γυναικών, σκλήρυναν εκτός εποχής, και το πρόσωπό τους χρωματίστηκε από τη λάμψη που δίδει ο έρωτας ή η μητρότητα
Τα υγρά όνειρα έπαψαν… οι κάτοικοι ζούσαν φρενήρεις σμίξεις με την αίσθηση του τέλους να αιωρείται.
Σχεδόν αβάσταχτο συναίσθημα σαν κούρσα των 100μέτρων, κούρσα της μιας ανάσας
Οι δουλειές και κάθε είδους εργασία που αφορούσαν λοιπές δραστηριότητες έπεσαν σε παύση. Ως και η φύση αδιάκοπα άνθιζε κι άνθιζε μέχρι που σταμάτησαν όλα απότομα, όπως απότομα είχαν αρχίσει με την εξάντληση να τους έχει τσακίσει το μυαλό και τα μέλη
Και σιγά σιγά με ρυθμό αργό διστακτικό ξεκίνησαν τα πριν μόνο πιο αδύναμα, πιο άτονα, ως από υποχρέωση ή από ανάγκη καθώς ένιωθαν ζεμένοι στο μαγκάνι Στέρεψαν όλοι και μόνη εκείνη γονιμοποιημένη βρέθηκε βρέθηκε από έναν οίστρο οδηγό
Έπλεκαν τα χέρια της ιστούς περίτεχνους να χωρέσουν οι πόθοι και τα πάθη, να κρύψουν και να φανερώσουν εικόνες από επιθυμίες
Έτρεφεν ο έρωτας και γεννούσε ονείρατα εικόνες και γέλια ζωντανά.
Είχεν παραδοθεί.
Το σώμα της, το πνεύμα της, η ψυχή της.
Ζούσε μόνο για να φτιάχνει όλα τα ασαφή και τα δυσνόητα, όλα όσα καθρέφτιζαν ανάγκες τωρινές και μελλούμενες και δεν μπορούσαν να αναγνωστούν
Μέχρι που αδηφάγα άρχισαν να την τρώνε κι άρχισε να χάνεται….

Και τότε πια την είδαν
Η πόλη σαν να ξύπνησε από λήθαργο βαθύ. Από ύπνο κωματώδη αιώνων μετά και δυσκολευόταν με τα μουδιασμένα μέλη να βαδίσει, να κινηθεί, να ερωτευθεί. Σχεδόν δεν αναγνώριζε. Δεν την αναγνώριζε πια. Έτσι που είχε καταντήσει. Μια σκιά, του εαυτού της σκιά. Αυτό φαινόταν. Γιατί η ίδια -αν κανείς τη ρωτούσε- θα λεγε πως καμιά περίοδος της ζωής της δεν ήταν περισσότερο ζωντανή όσο αυτή που βίωνε τώρα που είχε γίνει μια φλόγα στο χέρι
Α, ναι μια φλόγα…..αν την έκαιγε; Την έκαιγε. Και λοιπόν!
………………………………………………………………………………………
Τα νέα της ταξίδεψαν γρήγορα. Πέρασαν χώρες μικρές και μεγάλες, πόλεις παλιές και καινούριες και τον έφτασαν. Και του τα πρόφτασαν κοροϊδευτικά στ’ αυτί γιατί εκείνος είχε ατροφήσει. Οι άνεμοι τον είχαν ξεχάσει ή τους είχε χάσει στους δρόμους που τριγυρνούσε η απόλυτη βεβαιότητα της ύπαρξης του.
Πλέον οι ζωγραφιές του είχαν χάσει τη μαγεία τους. Έγιναν πίνακες σαν των κοινών ζωγράφων που κανείς δεν τους μαθαίνει ή σαν τους μάθει τους ξεχνά σχεδόν μόλις απομακρυνθεί απ’ αυτούς ή πιο γρήγορα.
Ο Γαβριήλ -Ευγένιος Ματράτσι είχεν εκπέσει. Απότομα, απρόσμενα επώδυνα. Ο ίδιος περισσότερο απ’ τον καθένα είχεν εκπλαγεί στην αρχή και στη συνέχεια θυμώσει. Ένοιωθε θυμό. Ένα θυμό που όσο περνούσε ο καιρός τόσο φούντωνε.
Διάβαζε τα μηνύματα που την αφορούσαν καλύτερα απ’ τον καθένα.
Εκείνη είχε αποκτήσει το άγγιγμα. Το άγγιγμα που αυτός είχε χάσει. Του το είχε κλέψει; Σίγουρα. Οι γυναίκες είναι μάγισσες γεννημένες. Ακόμα κι αυτή που φορούσε της άγνοιας και της αθωότητας το ένδυμα. Μόνο γ’ αυτό τον πλησίασε. Ύπουλα. Σκοτεινά. Να μην καταλάβει. Να μην πάρει προφυλάξεις….
Λύσσαγε. Και μόνο που τη σκεφτότανε λύσσαγε. Ποιος διάολος την είχε φέρει στο δρόμο του;
………………………………………………………………………………………
Έπρεπε να γυρίσει πίσω τη μοίρα. Να πάρει πίσω το χαμένο του χρόνο
…………………………………………………………………………………………
Όταν την ξανάδε το σοκ ήταν τρομαχτικό. Εκείνη πια η γυναίκα που είχε πάρει στη μέση της πλατείας είχε εξαφανιστεί. Ελαϋλωθεί είχεν με μόνο ζωντανό σημείο δυο πυρετώδικα μάτια που γυάλιζαν από την τυραγνία που μόνο όσοι ξέρουν καταλαβαίνουν. Και σχεδόν τη σπλαχνίστηκε και τη ζήλεψε και τη θέλησε.
Να πάρει την ψυχή της θέλησε και τα χέρια της δικά του να γινούν και τα μάτια που γυάλιζαν τρελά και τους χτύπους της καρδιάς της
Στην άκρη απ’ τη θάλασσα σώσε με, της είπαν τα τυφλά του μάτια
………………………………………………………………………………………..
Τον βρήκαν στο πλάι της, ήσυχο, σιωπηλό, να κοιτάζει τη θάλασσα.
Στα ρούχα του, το αίμα της

Τον συνέλαβαν απαγγέλοντάς του κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση.
Η πόλη θέλησε να τον τιμωρήσει να τον λοιδορήσει και ατιμασμένο να τον σύρει στη μνήμη των γενεών
Ο Γαβριήλ -Ευγένιος Ματράτσι αγνόησε τους πάντες. Αρνήθηκε υπεράσπιση, αρνήθηκε να απολογηθεί, αρνήθηκε να μιλήσει.
Τον έκλεισαν σε φυλακή μακριά μα τα νέα του έφταναν κι εξαγρίωναν την πόλη.
Ατίθασος, απείθαρχος, διαρκώς στην απομόνωση λες κι αυτό επιζητούσε, λες κι αυτό ήταν ο σκοπός του να μη συγχρωτίζεται με τους άλλους, με κανένα να μη σχετίζεται, πάντα σιωπηλός.
………………………………………………………………………………………….
Κι ύστερα πέρασε καιρός άρχισε να ξεχνιέται η θύμησή του. Κάποτε κάποιος τον θυμόταν έλεγε μάθατε κάτι για τον Γαβριήλ -Ευγένιο Ματράτσι; Να συνήθισε στη φυλακή; Και τέτοια άλλα μα καθώς δεν υπήρχε απάντηση γρήγορα το ενδιαφέρον έσβηνε
Ώσπου μια μέρα μάθανε πως χάθηκε
Χάθηκε; Τι πήγαινε να πει αυτό; Πέθανε; Ή μήπως το σκασε;
Άρχισαν κουβέντες έντονες κι όλα τα παλιά γίναν απ’ την αρχή καινούρια ανακατεύοντας το χθες με το τώρα γεμάτοι έξαψη και σχεδόν ευχαριστημένοι που μπορούσαν να τον αγγίζουν ξανά
Τελικά έφτασε ένας ξεγλωσσιασμένος απ’ την αγωνία του να πει…. Να πει όσα σχεδόν από πρώτο χέρι γνώριζε
Και να τα νέα που έφερε
Στην απομόνωση τον είχαν. Τον τελευταίο καιρό όλο σ’ εκείνο το κελί την ΄βγαζε και μια μέρα ο φύλακας διαπίστωσε πως το φαγητό έμενε στη θέση που το είχε αφήσει, ανέγγιχτο
Τρομαγμένος άνοιξε την πόρτα.
Αυτό που είδαν τα μάτια του …. Α, αυτό που είδαν!
Ένα φιδωτό μονοπάτι ξετυλιγόταν στους τοίχους. Κόκκινο. Ίδιο φωτιά. Λάθος! Όχι φωτιά. Αίμα. Άλικο αίμα!
Κι ο Γαβριήλ -Ευγένιος Ματράτσι, απών

12 σχόλια:

areti είπε...

ένας πίνακας.
αιμάτινος, νομοτελειακά.

θα μπορούσε να είναι το τέλος.
αυτό.

τώρα που το σκέφτομαι..αναρωτιέμαι..ποιο άλλο;

μάλλον απ' τα πιο δυνατά σου.

σε φιλώ, Μέριλ.

Maria Delta είπε...

Αποψε στην εκπομπη μου θα διαβασω ενα γραφτο σου..Δεν ξερω αν μου το επιτρεπεις...θα σε ρωτησω μετα...Φιλω σε..

meril είπε...

@areti

Πίνακας...
έτσι το ήθελα και
χαίρομαι που το είδες και μου το (αντι)χάρισες..

Σ' ευχαριστώ

meril είπε...

@Maria Delta

Αχ βρε...παλιοκόριτσο τι μου κάνεις...
Θα σε δω δε θα σε δω;
Να δεις πόσα θ' ακούσεις....

αχτίδα είπε...

Το διάβασα με εικόνα μέσα μου ερωτική το σμίξιμο της σάρκας με το πεπρωμένο...γιατί κάποιες φορές το ..κισμέτ όπως έλεγε η γιαγιά μου παλεύει να παρουσιαστεί και να δηλώσει το παρόν. Μου αρέσει ότι γράφεις και περιμένω πάντα το καινούργιο!

meril είπε...

@αχτίδα

"..το σμίξιμο της σάρκας με το πεπρωμένο..."
ευτυχή με κάνεις με το σχόλιο σου

μα τι σου είναι λοιπόν οι εξαιρετικοί αναγνώστες...

Θερμά ευχαριστώ

dany είπε...

τι να πω;;;; για αλλη μια φορά καταπληκτική.. ηταν λες ακουγα την διηγηση. φιλάκια καλη μου φιλενδα

meril είπε...

@dany

Πολλά λες και δεν χρειάζονται τόσα

είσαι εδώ
κι αυτό φτάνει

καλό απόγευμα

Mariela είπε...

Με παρέσυραν τα λόγια σου σε δίνη χρωματων και πάθους, συναισθημάτων και απέραντου βάθους ταξίδι... τα υπόλοιπα στο μπλογκ μου, κάτι σε περιμένει...
σε φιλώ

meril είπε...

@Mariela

"Με παρέσυραν τα λόγια σου σε δίνη χρωματων"

Να σαι καλά καλή μου
Σ' ευχαριστώ
(και για το δώρο)

Δήμητρα (φυσικένια) είπε...

Στην πραγματικότητα ιστορούσε με τους πίνακές του. Κι ο τελευταίος του πίνακας, που αντί για τελάρο είχε τον τοίχο της απομόνωσής του, η δική του ιστορία. Η ιστορία δυο ματιών που άλλαζαν χρώμα με τον καιρό, που άφησαν το βοριά να παγώσει τη ζωή της και τη ζωή του...

Απ' τα πιο όμορφα κείμενα που έχω διαβάσει...
να είσαι καλά.

meril είπε...

@Δήμητρα

Κάτι τέτοια σχόλια με κάνουν να νοιώθω εξαιρετικά τυχερή

Σ' ευχαριστώ γλυκιά μου