Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Θλίψη

Τόσον καιρό σε τέλμα ....



μια καθαρή ματιά λαχτάρησες....
κρυστάλλινη!


μα τα νερά ....μια σκοτεινιά....


Πού είναι τα νούφαρα που στόλιζαν τα μαλλιά;
Αχ, μακριά ...μακριά όλα


Α, ναι.... ο θάνατος.... μόνο αυτός εκεί.....πάντα εκεί
Οδηγός

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

Ίσαμε....


Η έννοια σου ήταν από πάντα ο δρόμος
Δρόμος παράξενος σε οδηγούσε




Κι άλλοτε από λιβάδια ανάμεσα σε πέρναγε


κι άλλοτε σε βάλτο


Ίσαμε να φτάσεις.




Στο ποτάμι που σε κουβαλεί

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Το μόνο μου Πάσχα....



Πάσχα προ των πυλών και ως κάθε χρόνο να μας απασχολεί κυρίως το που θα το περάσουμε……. Αν και αυτή η γιορτή χωρίς χωριό γιορτή δε νοείται. Έτσι κι έχουμε λοιπόν τίποτα κουμπάρους σπεύδουμε σε….. αναζήτηση της χαμένης παράδοσης και μιας ωραιοποιημένης παιδικής ηλικίας στην ελληνική ύπαιθρο, με τ’ αρνιά, αλλέως πως τους οβελίες, τα κοκορέτσια και τις γαρδούμπες. Άντε ν’ ακουστούν τα απείρου κάλους «δώσε κουμπάρε στο παιδί να φάει! Γάλακτος το αρνάκι! Βυζασταρούδι! Μόνο για του λόγου σας …» και άλλα τέτοια ειδυλλιακά και ευφρόσυνα και στο τέλος, όπως και στο τέλος κάθε γιορτής μια μελαγχολία να μας πιάνει Χώρια οι τύψεις!
«Καλά χρυσέ μου πως τρως έτσι! Κόντεψες να φας και τα κόκαλα! Να σ’ ανέβει τώρα η χοληστερίνη…» ( βλέπετε μια χοληστερίνη παντού ελλοχεύει ως τιμωρός των ολισθημάτων μας.)
Τώρα λοιπόν που πλην των άλλων μια διάθεση παλιμπαιδισμού μας καταλαμβάνει και μια νοσταλγία των χαμένων ημερών, στη μνήμη μου έρχεται το μόνο μου Πάσχα.
Τώρα που οι μέρες έχουν χάσει τη μυρωδιά τους, μπορώ να το αξιολογήσω, ναι, το μόνο μου Πάσχα. Στην αλλοδαπή. Μετανάστης. Αν και όχι οικονομικός. Την εποχή της πρώτης νιότης.
Δεκαετία του ’80 στην άλλοτε Δ. Γερμανία. Μια μικρή πολιτειούλα με 300 περίπου Έλληνες, μαγαζάτορες, επιστήμονες, εργάτες, πρώτης και δεύτερης γενιάς. Με σχολείο μητρικής γλώσσας και κάθε τρεις Κυριακές εκκλησία. Με καφενεία ελληνικά και κοινότητα να γιορτάζουν μαζικά ή διασπασμένοι όσα κουβάλησαν απ’ την πατρίδα.
Η Μεγάλη Εβδομάδα ξεκινούσε πάντα με γκρίνια. Ο λόγος; Η χρηματοδότηση του Επιτάφιου. Το εκκλησιαστικό συμβούλιο, που εκείνο το φεγγάρι ήταν αντιπολιτευόμενο της γραμμής του πατρός Κοσμά, ενός γεροδεμένου πάπαρου απ’ τη Μακεδονία, (που αργότερα αποπέμφθηκε για οικονομικές ατασθαλίες), το συμβούλιο λοιπόν δεν ήθελε να πληρώνει τον επιτάφιο και ακολούθως να φεύγει για άλλη κοινότητα (ο επιτάφιος εννοείται ). Ύστερα ήταν οι ώρες των ακολουθιών. Μια Σταύρωση βέβαια και μια Ανάσταση στο ξεπέταγμα. Μη νομίσετε τίποτα …..Μα ποια κοινότητα θα σταύρωνε τον Κύριο πρώτη και ποια θα τον ανάσταινε, αυτό να ξέρατε από πόσα κύματα πέρναγε……...
Ας είναι …Εκείνη την άνοιξη που λέτε ήμουν πρώτη χρονιά στα ξένα χώματα, μα μια χαρά την πέρναγα. Και το ψωμί της ξενιτιάς πολύ νόστιμο ήταν και πολύσπορο και ό,τι θες. Οι Γερμανοί, καθολικοί και Ευαγγελιστές είχαν γιορτάσει το Πάσχα τους τέσσερις βδομάδες πριν. Έτσι είχαμε ξεμείνει εμείς, μια φούχτα κόσμος να κάνουμε Ανάσταση, μέρα μεσημέρι.
Μάης. Το θυμάμαι σαν χθες. Πρώτο Σάββατο του μήνα και τα μαγαζιά να’ ναι όλη μέρα ανοιχτά. Τρεις το μεσημέρι μιας ηλιόλουστης μέρας. Να καταυγάζει το φως κι εμείς, πιστοί και άπιστοι, όλες οι κομματικές αποχρώσεις, με τα καλά μας φορεμένα και λαμπάδες ανά χείρας κατά τα ειωθότα, να πηγαίνουμε στην εκκλησία.
Ένα γκρι μωβ φουστάνι φορούσα με μια κορδέλα στη μέση που περίεργο πως προχθές την ξαναβρήκα καθώς ταχτοποιούσα ντουλάπες και συρτάρια. Κι έτσι όπως την έπιασα στα χέρια μου βρέθηκα στα ταξίδια του νου καλή ώρα που άλλα ξεκινώ να πω κι άλλα λέω….
Τι έλεγα λοιπόν;
Α! Για την εκκλησία, που τη φιλοξενούσε στο χώρο της η ευαγγελική, εκεί στο κέντρο της πόλης….
Είπε ο παπάς το «Δεύτε λάβετε φως..» ανάψαμε λαμπάδες και βγήκαμε έξω για τα περαιτέρω , όπως γινόταν και στην πατρίδα πριν ο καταιγισμός των βαρελότων αναγκάσει ιερείς και εκκλησίασμα να μείνουν στην ασφάλεια του μέσα χώρου.
Έξω η ζωή σε οργασμό. Άνθρωποι με τα ψώνια τους, αυτοκίνητα όπως και παντού σε αγχωμένη κίνηση, πουλιά αδιάφορα για τα συμβαίνοντα στο δικό τους χαβά.…ένα συνονθύλευμα ήχων. Φωνές …..τερετίσματα, κορναρίσματα όχι, αλλά μήπως λίγο ήχο κάνουν τα μηχανοκίνητα οχήματα;. ……………………
Και μεις να μαστε κεί. Πιστοί και Άπιστοι. Εκτός του κόσμου τούτου. Αριστεροί και Δεξιοί. Σε δική μας διάσταση, σε μια γέφυρα επικοινωνίας με ό,τι…..
Και κάποτε το άγγελμα ήρθε. Και αναφώνησε ο ιερέας που αργότερα κατηγορήθηκε για ατασθαλίες « Χριστός Ανέστη! » Και ο λαός ανταπάντησε από καρδιάς « Αληθώς Ανέστη » με φωνή μεγάλη και δάκρυα στα μάτια. Και για λίγο η πολιτειούλα της Baden Burtemberg στάθηκε κι έμειναν οι γύρω με τις σακούλες στα χέρια να μας κοιτούν….. Να κοιτούν…
Μα μεις εκεί……

Καλή Ανά(σ)ταση σε όλους σας όπως κι αν το εννοεί καθένας

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Οίμοι...


Και ημέρες τρεις λαλούσαν

οι προφητείες

και ουδείς άκουγε

παρά εγώ η ίδια που πορνευόμουν

τις μέρες της ευγονίας και της μεγάλης

λύπης

Με κοίταξες

και κατάλαβα πως άρχιζε η βδομάδα

του Πάθους


Ας αρρώσταινα από έρωτα

έτσι η ζωή μου να παιρνε νόημα

Mα φευ!

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011


Το χορτάρι τρυφερό και πράσινο


Η ώρα

Όπως όλα τα προδιαγεγραμμένα

Έρχεται


Η θυσία συντελείται

αθόρυβα


Εντυπωσιάζει η αταραξία


Μόνο ένα σταμάτημα…

Ένα ξαφνικό σταμάτημα


Το κεφάλι ανασηκώνεται

Το σώμα τρέμει

Αναμένει το μοιραίο χέρι


Να χε ονειρευτεί το θάνατο

Άραγε;

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Μόνο........


Αυτές οι λέξεις

Είναι μόνο

Η πόρτα του δικού σου

Κόσμου


Την ανοίγεις

Και μπαίνεις

Στο καθαρό


Μέσα σου

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Διάλογοι 1


Γράψε μου μια ιστορία….

Ιστορία; Μα …αφού το ξέρεις….. Όλες για σένα τις γράφω

Για να τις διαβάσω. Μα κάνε με ηρωίδα,…. έστω σε μια…

Είσαι παντού και το ξέρεις. Είσαι αυτή που οδηγεί τις ιστορίες, αφού σε σένα καταλήγουν

Όμως θέλω να παίξω μέσα μια φορά, μόνο μια φορά…

Τι ιδέα…. Μαζί σου ζω πώς να σε αφήσω σ’ ένα χαρτί;

Και λοιπόν …. Ό,τι ζεις δεν μπορείς να το αποτυπώσεις;

Όχι δεν μπορώ, δε γίνεται.. Οι ήρωες μου είναι δεν είναι δικοί μου. Μπορεί να ρχονται από ζωές περασμένες μειγνύονται, αναμεταξύ τους. Είναι όχι οι θεοί μου, αλλά οι δαίμονές μου..

Μα είσαι ο αφέντης τους. Εσύ τους φτιάχνεις. Εσύ τους ορίζεις.

Στην αρχή μόνο. Μετά με τραβάνε, έχουν τη δική τους ρότα. Αυτοί με πάνε ή θέλουν να με πάνε κι ολοένα μαζί τους παλεύω. Μα πρέπει να τους ξεφορτωθώ, να γλιτώσω απ’ αυτούς, γι’ αυτό τους αποτυπώνω. Όσο πιο παλιοί είναι τόσο πιο μεταλλαγμένοι τόσο πιο γίγαντες σαρκοβόροι

Κι όμως …… ζούνε σε χρόνο και τόπο ….

Μην αυταπατάσαι…. Είναι το κουκούλι του μύθου που είναι κλεισμένοι, ο λόγος που τους χρωματίζει, όπως ποτέ στην πραγματικότητα. Είναι η ευκαιρία τους να υπάρξουν και η δική μου να λυτρωθώ, να απελευθερωθώ

Μπλέκεσαι με τόσα πρόσωπα… Τόσες γυναίκες…. τόσες μορφές που χάνω το λογαριασμό…. Χάνεσαι μαζί τους…. Καμιά φορά νομίζω δε θα σε ξαναβρώ. Σε τραβούν- έτσι το νοιώθω- σαν να ναι χέρια έτοιμα να σ’ αρπάξουν.

Λάθος. Όσο τις βάζω στο χαρτί τόσο ελευθερώνομαι. Τους δίνω χώρο χρόνο. Ανάσα δική τους. Όσο τις αποτυπώνω, τόσο τους δίνω ζωή να υπάρξουν χωρίς εμένα. Τις αποτυπώνω όχι για να ενωθώ μαζί τους, μα για να χωρίσω απ’ την έννοια τους, τη σκέψη τους.

Την έννοια και τη σκέψη τους; Μα τι μου λες; Πως σε τυραννούν άλλες γυναίκες …;. Πως το μυαλό σου δίδεται σ’ αυτές …. ; πως …..

Δεν το θέλω. Δε θέλω να φεύγω από σένα μα είναι η ανάγκη ….

Του άλλου;

Όχι. Είναι η ανάγκη να με μαθαίνω. Να μαθαίνω τις ανοχές μου. Τις αντοχές μου. Είναι η ανάγκη να σε ξαναγνωρίζω. Να σε ξανακαινουργιώνω. Να μη μου χάνεσαι. Να μη μου γερνάς. Και πάλι όχι εσύ. Αυτό που νοιώθω για σένα

Με αναζητάς –αυτό δε λες;-με αναζητάς μέσα από τρίτα πρόσωπα; Μέσα από πρόσωπα που φτιάχνεις; Μέσα από άλλα –έστω και χάρτινα- άλλα λόγια άλλα κορμιά; Αυτό δεν είναι παράλογο; Αφού είμαι εδώ…. Πάντα δεν είμαι εδώ;

Χανόμαστε. Μας παίρνει ο χρόνος και χανόμαστε. Φεύγουμε από όσα πιστεύουμε, απ’ όσα ζούμε, απ’ όσα αγαπούμε. Λίγο λίγο φεύγουμε. Σε αναζητώ. Τη μοναδικότητά σου. Ξέρεις πόσο εύκολα σκορπίζουμε; Τι θα μείνει από σένα που θα μου είναι γνώριμο;

Ναι. Μπορεί να τα φτιάχνω. Μα μόνο για να αναμετριούμαι μαζί τους. Να ξέρω πως είμαι εγώ που με τη θέλησή μου επιλέγω να μαι εδώ. Κι εσύ είσαι επίσης εδώ.

Σε τυραννούν όμως….Γιατί σε τυραννούν τόσο;

Ίσως γιατί η ευχαρίστηση που πήρα απ’ αυτούς (όταν υπήρχαν) δεν ανταποδόθηκε όμοια. Σαν να χω ανοιχτό λογαριασμό…. Μια ζωή μάλλον κακοπληρωτής ήμουν…

Ύστερα όλοι εμείς που γράφουμε ακόμα κι εγώ ένας μικρογραφιάς –έστω φιλόδοξος και επηρμένος- είμαστε οι καλύτεροι δέκτες αισθημάτων αλλά όχι δότες. Όχι, για πολύ τουλάχιστον. Η συλλογή συγκινησιακών εμπειριών είναι απαραίτητη φαινομενικά ή ουσιαστικά , σαν τον αέρα. Μα γρήγορα εγκαταλείπουμε ό,τι ερεθιστικά ενδιαφέρον φαινόταν ό,τι και να ναι αυτό

Γιατί οδεύουμε σε μια διαρκή και αέναη αναζήτηση. Ζούμε στη λίμνη και διαρκώς επιζητείται αυτό που θα ταράξει τα νερά

Κι εγώ; Εγώ, που συγκαταλέγομαι;

Είσαι η γη μου. Δε σου φτάνει αυτό; Σ’ εσένα ακουμπώ. Από σένα παίρνω δύναμη. Από σένα ξεκινώ, σε σένα καταλήγω.

Ηρωίδα, όμως;

Είσαι η ηρωίδα. Το καλύτερο μου κομμάτι. Κι έτσι περνάς στα γραφτά μου, το πνεύμα σου, η ψυχή σου κι αυτό που νοιώθω για σένα εκεί είναι. Την ώρα που θα αποτυπωθείς ίσως χάσεις την πραγματική σου υπόσταση κι εγώ σε χρειάζομαι, ζωντανή.

Όσο και τις συγκινήσεις σου….

Η συγκίνηση δίδει το χρώμα.

Ποιο είναι το σημαντικό νομίζεις;

Η πορεία προς την αναζήτηση είναι αναγκαία, για όλους. Καταλαβαίνουμε τον εαυτό μας. Εγώ καταλαβαίνω τον εαυτό μου, κάθε φορά. Με βοηθά να ξέρω ποιος είμαι, που είμαι. Να επανατοποθετούμαι. Εσύ το διεκπεραιώνεις αλλιώς. Ίσως διαφορετικά. Μα και συ αναζητάς, αλλιώς δε θα σουν εδώ μαζί μου. Είμαι η συγκίνησή σου. Το δικό μου ευμετάβολο, το ασταθές, το εκρηκτικό όσο κι αν φορές σε κουράζουν, είναι αυτά που σε κρατούν κοντά μου.

Κι αν κουραστώ;

Θα θελα να σου πω θα κάνω ό,τι μπορώ για να μη συμβεί αυτό μα είσαι η μόνη μου αλήθεια και δεν μπορώ αλλιώς να μιλήσω. Είσαι το ρίσκο μου και λέω θα μ’ αντέξεις. Λέω θα μ’ αγαπάς πάντα κι ας με γνωρίζεις. Κι ας βλέπεις βαθιά μέσα τα σκοτάδια μου. Είσαι η πίστη μου. Ξέρεις πως δεν σου αξίζω μα μένεις γιατί σ’ αγαπώ

Φτάνει αυτό;

Εσύ το ξέρεις. Αν μ’ αγαπάς σου φτάνει…

Για πόσο;

Για πάντα όσο κι αν κρατά αυτό. Το πάντα έχει τα όρια του. Κρατώ το δικαίωμα να πιστεύω πως θα τα διευρύνω θα τα πάω πέρα απ’ τα άκρα τους κι ας είναι ουτοπικό.

Είσαι το πάντα μου, η σταθερά μου στο ασταθές και στο σαθρό που βαδίζω. Το βραχώδες μου. Εκεί απ’ όπου αρπάζομαι πριν μ’ αρπάξει το χάος. Η υγιής ανάσα σε μια ατμόσφαιρα πνιγμένη στα χημικά.

Σηκώνεις το βάρος μου. Άντεξέ με.

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Απρίλης


Μυρωδάτος ο πίνακας

Ήχοι καμπάνων και

Κουδούνια λαλούμενα

Λεπίδες βουνά

Ρίγανη και ρείκια


Έρωντας για τον έρωτα


Αγαπήσω σε

Σε χαλί πολύχρωμο

παπαρούνες κόκκινες

βιολέτες της άμμου


Και πάλι μόνη θα μείνω


Θ’ ακουμπήσω στη γη μου

Ως να σμίξω μαζί της

Να χαθώ μέσα της

Να γίνω φασκόμηλο

Κυπαρίσσι και πέτρα

Nερό και αέρας

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

.................................................................



δροσερά νερά και ομίχλη

και

στη μέση της θάλασσας

στη μέση απ’ το σύμπαν

εκεί που με βλέπω



Λύπη που βουλιάζεις

σε μέρες που χάνονται

τα ωραία των ωραίων

άκρη του νου πάρε με

και ταξίδεψέ με

ως εκεί