Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

τσ' Ερήνης

Είχε η μάνα μου μιαν αδερφή που στα νιάτα της ήτανε πολύ όμορφη. Κι ένας φτωχός καμπούρης την αγάπησε. Τρελά έως θανάτου όπως όλοι οι απελπισμένοι αγαπούν.
Ανέλπιδος ο έρωτας. Η κοπελιά ορφανή από μικρή καθώς μια Μ.Παρασκευή μια σφαίρα απ’ αυτές που κατά κόρο πέφτουνε στα μέρη μου, ακόμα και σήμερα, της πήρε τον πατέρα. Η γιαγιά, μάνα και πατέρας για πέντε παιδιά -η δική μου ασαράντιγη- δεν υπήρχε περίπτωση καμία να δώσει την όμορφη της στον «κανένα».
Περνούσε ο δύστηνος ο «Καμπουράκης» κανταδίζοντας και μαντιδολογώντας κάτω από τα παραθύρια της, παρά τις φοβέρες της γιαγιάς, η οποία είδε κι αποείδε και σκέφτηκε πως ο καλύτερος τρόπος να γλιτώσει απ’ αυτόν ήταν να την παντρέψει και ει δυνατόν σε άλλο χωριό. Και εννοείται πως δεν ήταν εύκολο καθώς ήταν άφραγκη.
Στο έμπα ή μάλλον στο έβγα του φαραγγιού σε βάθος χωμένο κάτω σ’ ένα χωριό που το γέννησε η ανάγκη επιβίωσης σε άλλους καιρούς από κυνηγημένους, ένας κοντομεσίληκας δέχτηκε και αποδέχτηκε συνάμα την πρόταση να γίνει ο σύζυγος -προστάτης «τσ’Ερήνης», και να δεις που ούτε το όνομα του δε θυμούμαι..
Ας είναι.
«Επήρανε οι Γωνιές φωθιά
και κάψανε τ’ Ανώγεια
κάηκε κι η (γι)αγάπη μου
που κόψανε τα λόγια»

Εκόψανε τα λόγια* κι ο Καμπουράκης μαχαιροσφάχτηκε
«Δέκα χιλιάδες μαχαιριές
να δώσουν στο κορμί μου…»
Κάπως έτσι άρχιζε η μαντινάδα που δημόσια είπε στο γλέντι του αρραβώνα «μες στη μέση τση πλατέας»
«παρά ν’ αφήσω …»
και συνέχιζε με προσβλητικό χαρακτηρισμό για τον κλέφτη , όπως ενόμιζε, της αγάπης του.
Τονε πήρανε σηκωτό «την ιδιαμένη ώρα» και πήγε «κι έκαμε το τέλος του».
Η «Ερήνη» παντρεύτηκε τον ξενοχωριανό, μα «ήτονε καλός άθρωπος κι επέρασενε καλά μαζί του»
Μα σ’ αυτή τη ζωή πόσο διαρκούν τα καλά πράγματα; Ιδίως αν, έστω και ακούσια, θεμελιώθηκαν σε αίμα αθώου. ;
Ήρθε ο πόλεμος, ο των πάντων πατήρ, κι όσο κι αν φαίνεται ακατανόητο έφτασε και στα βουνά μας. Κι ένα βράδυ τον πιάνουνε τον μπαρμπα-Θανάση (είδες; θυμήθηκα και πως τονε λέγανε), που ποτέ δεν ανακατεύτηκε σε τίποτα και μαζί με άλλους
«…. τσι στέσανε στο(ν) πόρο του φαραγγιού θυγατέρα μου, και τσι εχτελέσανε κι ύστερα τσι πετάξανε στο(ν) πάτο του. Κι αρχίνηξε να βρέχει και κατέβασε νερό πολύ ο ποταμός κι επήρε τσ’ αποθαμένους. Και ύστερα από μέρες εδώκανε άδεια οι Γερμανοί να πάνε να τσι πάρουνε. Και πήγα και γω τοτεσας να βοηθήσω τη μαυροκακομοίρα την αμπλά μου** και ίντα να δούμενε; Το νερό τσι χε ξεμερδίσει*** και μάζωνες χέρα του νους**** και πόδα του άλλου…»
Και ξέρεις;
Δεν είναι να περάσω ποτάμι να χει νερό πολύ. Πίστεψέ με όμως καθώς βλέπω τα νερά να κατρακυλούν χωρίς να το θέλω πιάνω τον εαυτό μου να ψάχνει για πόδια και για χέρια

γλωσσάρι
*δώσανε λόγο, αμοιβαία υπόσχεση γάμου
**αδερφή
***διαμελίσει
****του ενός