Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

ο ζητιάνος στεκόταν γωνία Μαιζώνος και Ερμού με σκυφτή  την κεφαλή να μη φαίνεται πρόσωπο   μόνο  τα μαλλιά  που του ντυναν τις αυλακιές στα μάγουλα.

στεκόταν δίχως να βγάζει λέξη απ' το στόμα, με χέρι απλωμένο, χωρίς ένα κουτάκι, ένα κάτι για τη βοήθεια που γύρευε, μόνο ένα χέρι λιγνό, αδέξιο, με τα δάχτυλα να κλείνουν προς τα μέσα τόσο που λίγο και θα σφράγιζαν  την παλάμη.

ζητιάνος και ζητιάνευε ντάλα μεσημέρι στην ένωση των δυο δρόμων μα ούτε ο Γάλλος στρατάρχης φάνηκε  ούτε ο θεός των τζογαδόρων έστερξε

 κι έγερνε το κορμί δίχως μιλιά καμιά κι ήμουν εκεί  και κοίταζα το απλωμένο χέρι

ζητιάνος και λυπότανε το μεσημέρι (μου)

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

απολογιστικό

Φέτος ήτανε το πολύ το ζόρι. Κρύο σου λέω αβάσταχτο κι άνεμοι παγωμένοι κράτησαν τη λύπη βασίλισσα πολύν καιρό. Άσε οι βροχές που μόνο μας σκουριάσανε κι ούτε ένα τι δεν ξέπλυναν
Σ' αυτό το ανάμεσα
χάθηκε και το δοχείο με το λάδι του ελέους. Ποιος ξέρει τώρα πως και τι
Κι έτσι με τούτα και με κείνα εξορίστηκε η χαρά

 κανέναν δε συχωρέσαμε....και άφεση κανένας δε μας έδωσε

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Πού;

Τάχα δεν ήμουν καλή; Τάχα δεν ήμουν πρόθυμη, δεν ήμουν υπάκουη; Τάχα δεν  έσερνα αγόγγυστα το κάρο μου και μόνη ολομόναχη ακόμα;
Γιατί;
Πού  η αμοιβή και πού η ανάσα;

-έτσι αρχινώ το θρήνο μου κάθε φορά που άπρακτη γυρίζω και με τα χέρια άδεια
κάθε φορά που έχω  κουρταλήσει με βία εκεί όπου μου χρωστούν
 ναι
 βγήκα πολλές φορές στη διακονιά (αφού διακονιά την έγραφαν)- σκούζοντας
"μοιράσατε την πίτα του δίκιου πού είναι το κομμάτι μου;"

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Δύσκολο



κάποτε βυθίζουμε τη θλίψη σε χωριστά
σταμνιά
τα φυλάμε σαν θησαυρό προγονικό

άλλοτε
δέρμα παλιό και στέρεο το μίσος γδέρνουμε
ανάμεσά μας και  το στρώνουμε

και καμιά φορά μας συγχωρούμε
και ξαναγνωρίζουμε την ψυχή μας



(νυχτωδίες μυστικές του άλλου –μας-κόσμου)



 από τη συλλογή ΘΕΡΟΣ το ΧΕΙΜΑΖΟΜΕΝΟΝ εκδόσεις Σαιξπηρικόν




Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015



Καλή Ανάσταση σε όλους!

αδύναμη ή άταρη
πάντα η φλόγα μόνο η φλόγα

Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

δεν γίνονται πια θαύματα
το λάλον ύδωρ απέσβετο
κι όσα σίγουρα νομίσματα
κρατούσα στην παλάμη
σκόνη

χάνομαι
κι είναι τα μάτια σου που λείπουν

foto by Κώστας Κουκουζέλης

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2015

Ο θάνατος θα ρθει



Ο θάνατος θα ρθει*
Με μάτια θλιμμένα
Και θα ναι όμοιος σου
Θα μου πει καλημέρα
Ή καλησπέρα κατά περίπτωση

Θα  κάθομαι στο παράθυρο
Αν και θα ξέρω πως θα ρθει
Θα κάθομαι στο παράθυρο
Δε θα σε θυμάμαι
Καν δε θα σαι σε κάποια γωνιά
Του νου

Θα σκέφτομαι μάλλον
Όπως πολύ το συνηθίζω τελευταία
Θα σκέφτομαι
Στίχους
Ή
το τέλος μισοτελειωμένων  ιστοριών
Ξέρεις δεν τις έχω αγγίξει από τότε
Σχεδόν τις φοβάμαι
Και μένουν ημιτελείς
Μα κάπως εγώ τις νοιώθω ολοκληρωμένες
Γιατί έχω χαθεί από μένα και δε με ψάχνω
Όμως για το τυπικό του πράγματος το αναφέρω
Σαν οφειλή σε παλιόν καιρό

Θα  έρθει κάποτε
Ίσως   με διαγράψει ήσυχα
Μπορεί πάλι όχι
Μα  είμαι σίγουρη
Πως ενώ δε θα σε θυμάμαι
Θα  πω τ’ όνομά σου
Γιατί ο θάνατος θα χει τη μορφή σου

 σημ.  "Ο θάνατος θα ρθει"
από ποίημα του Τσέζαρε Παβέζε