Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

άνοιξη

…..κι έρχεται η μεγαλοκυρά να μας τσιγκλίσει
Mπουρλότο να βάλει σ’ όσα μας πνίγουν, μας βαραίνουν, μας κόβουν το δρόμο, θολώνουν και αλλοιώνουν τα όνειρα. Σαν τον Κανάρη ένα πράμα.

Ξαφνικά λες παίρνουμε πρέφα πως "γι’ αλλού κινήσαμε γι’ άλλού κι αλλού η ζωή μας πάει"
"Το τιμόνι ρεεε! Πέφτουμε σε ύφαλα!"

Ν’ αλλάξουμε, να προλάβουμε, να μη μας πάρουνε φαλάγγι, να περισώσουμε …


Τώρα τι απ’ όλα που έχουμε απλώσει τραχανάδες σε πολλές ταράτσες…είναι μια απορία... Πού να προλάβει κι η ερμοάνοιξη; Τι να πρωταλλάξει; Mε ποιον να τα πρωτοβάλλει ;


Bλέπεις ο εχθρός χρόνος παραμονεύει. Οι όποιες αναταραχές Δε θα κρατήσουν πολύ.

Μόνο μέχρι η ραστώνη του θέρους μας κόψει τα χεροπόδαρα και ξανά μάτα στη χαλαρότητα.
Μέχρι τον άλλο χρόνο. Την άλλη άνοιξη. Που θα ξανατρυπήσουμε το κουκούλι μας.

pic. Γιάννης Τσαρούχης

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ





          Η Περσεφόνη αρρώστησε μια μέρα εντελώς ξαφνικά και λίγο παράλογα, αφού τίποτα μα τίποτα και κανένα σημάδι δεν είχε προηγηθεί. Το νέο απλώθηκε ταχύτατα κι ολονών τα κάτω άκρα, κοινώς τα ποδάρια, σαν κάτι να πάθανε και  κόπηκαν από ρίζας που λένε.                                                 
Κι άκου να δεις….. όχι πως η εν λόγω δεν ήταν συμπαθής. Μπα … όχι. Συμπαθέστατη ήτανε κι έκανε και μια χουρμαδόπιτα….. κόλαση! Χώρια που ήτανε και πληθωρική σ’ όλα τα επίπεδα. Και με τα γέλια της τα βροντερά και το χορό της τον τσαχπίνικο και τα μπαλκόνια της, για τα οποία καλοτυχιζόταν κρυφά ή και φανερά ακόμη ο Αγαμέμνων, ο άντρας της, που τον φωνάζανε Μένιο, και τα οποία κληροδότησε μοναδική προίκα στις τρεις θυγατέρες. Τη Θάλεια, την Αριστέα και τη Μέλια.
Άλλος ο λόγος κι η αιτία. Πιο …προσωπική και…πιο …εγωκεντρική.
O θάνατος ή καλύτερα ο φόβος του. Η κρυάδα του.
Κι έτσι κάπως άρχισε το κομπολόι της θανατοφοβίας. Χάντρα, χάντρα το εμπλούτιζαν, το στόλιζαν, το πλούμιζαν, με διάφορες και ποικίλες απόψεις.
Ας πούμε:
Οι κοντά στην Περσεφόνη  ηλικιακά: « Αμάν! άρχισε ο χάρος να καλεί την κλάση μας….. »
Όσοι είχανε παιδί στο σχολείο: « Αχ, τον καημένο το Σπύρο. Για…. κάνε το, δικό σου…. Αχ, πουλάκι μου, σκέψου να σουν στη θέση του Σπυράκου…. ».
Οι σύζυγοι ,οι σερνικοί: « Βρε το φουκαρά το Μένιο. Άντε τώρα να τα βγάλει πέρα με το λαχείο που του ‘τυχε».( εννοώντας βέβαια τις πρόσθετες ευθύνες  που έπεφταν στους ώμους του )
Για τις συμβίες, δεν το συζητώ, πλήρης ταύτιση.:  « Μου φαίνεται πως έχω έναν πόνο εδωδά. Να ’ναι σοβαρό; Να πάω λες στο γιατρό; μην την πάθω σαν την καημένη…»
( Kαταλάβατε φαντάζομαι. Στο μυαλό τους η φουκαριάρα η Περσεφόνη είχε κλείσει σοβαρό ραντεβού με τον άγιο Πέτρο )
Αφήστε δε τη γειτονιά που είχε κι άλλο κόψιμο: « Καλά, ήταν ανάγκη ν’ αρρωστήσει τέτοια εποχή; Μες στις Απόκριες ;
Τέτοια κι άλλα χειρότερα.
 Κάποια φορά  μάλιστα που ο Σπυράκος, θα πήγαινε μαζί με το σχολείο του να παρακολουθήσει μια θεατρική παράσταση και χρειάστηκε να φύγει, το παιδί,  για άσχετο λόγο, οι λοιποί θεώρησαν πως ετελεύτησε η μάνα του κι άρχισεν ο θρήνος.
Κλαίγανε τα παιδιά, κλαίγανε οι δάσκαλοι κι οι ηθοποιοί βλέποντας όλα τούτα άρχισαν να θρηνολογούν κι εκείνοι και οι παράσταση κόντεψε να μη γίνει. Ευτυχώς το διδακτικό προσωπικό πριν πνιγεί στη λίμνη των δακρύων του συνήφερε (ήρθε κι ο Σπύρος εν τω μεταξύ…  )κι όλα πήραν το δρόμο τους
                                                                                                                                     Μου φαίνεται πως ζωντανό άλλον δεν κλάψαμε κανένα, όσο την Περσεφόνη.
                                                                                                                                          Και τα πράγματα φτάσανε στην άκρια τους. Κι όπως συνηθίζεται να μην μένουνε όλα για την ύστερη ώρα, άρχισαν οι ετοιμασίες.   Μα ……                                                            ενώ καθαρίζανε το σπίτι,  για να τη δεχτεί κατά τα ειωθότα της επαρχίας, ξεσκονίζαμε το μαύρο μας ταγέρ, οι θηλυκές, το καλό κουστούμι με τη μαύρη γραβάτα, οι σερνικοί, κι ετοιμάζαμε λουλούδια και κεριά, έσκασε η βόμβα. Μεγατόνων μάλιστα.
« Η Περσεφόνη, είναι καλά! Βγήκε απ’ το νοσοκομείο κι έρχεται στο σπίτι! ».

Το λογικό βέβαια, θα ’ταν η ανακούφιση και η χαρά. Και για να λέμε τη μαύρη αλήθεια έτσι ήταν κι έτσι φάνηκε.
Φωνές, τραγούδια, « Αλληλούια! Η Περσεφόνη ανέστη! ».

Μόνο βαθιά, πολύ-πολύ βαθιά μια ψιλή ψιλή  φωνούλα δυσαρέσκειας μουρμούρισε 
   « Ήταν ανάγκη; Μα τώρα; Τώρα που το’ χαμε χωνέψει;»




Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

(ανα)γνωση



Mετανιώνεις.
 Πάει να πει σε φοβάσαι. Πάει να πει φύσηξεν ο άνεμος, ξεχύλισε η νερένια σου φύση ήρθε και σάρωσε τα καμωμένα κάστρα.
 Μετανιώνεις.
 Τα λόγια. Που ξέφυγαν.  Τα βήματα τα προς.

Σου το λεγα. 
Μπορείς; 
 χάρισε μου…..χάρισέ μου  ένα λεπτό κι ονομάτισε το μέρα και χρόνο και μην πεις ούτε λέξη

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Σαράντα παλικάρια



Σαράντα παλικάρια
(καιρού ξεχασμένου)
για πόλεμο κινήσαν
μ’ ένα σπαθί ανδρεία κι ένα τουφέκι πίστη

Μεσοστρατίς τους  βρήκαν τα άδικα

Μαντάτα για τους χρόνους
Που πέρασαν
(προειδοποιήσεις)
Ήρθαν

Οι εχθροί αλλιώτεψαν
Οικείες προσωπίδες φορούν
Κι ο πόλεμος  μέσα

Σαράντα παλικάρια κινήσαν άνοιξη
Χειμώνας τους βρήκε

Να πάνε πίσω ντρέπονται
Να πάνε μπρος φοβούνται

Στο φως να φέρουν
Τη μυστική μάχη
Ρωτούν
Μπορετό αν είναι

Σαράντα παλικάρια
Δίβουλα στέκονται

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

EN ESPERANT /ελπίζοντας

(με ευχαριστίες για το δώρο)

Il a fait jour
le sable que
je tenais toute la nuit
a coulé

Je l `ai laissé disparaître

la lumière me trouble de même que sa force

Tout ce que j` ai pâlit
Tout ce que je tiens ne se rattache pas à la journée

je marche sur un rayon
parmi les photons

Je m`efforce de ne pas me laisser entraîner
de pleurer
à temps

c` est alors peut- être  que cette canicule se fera fraîche




(je fais partager ma force dans trois bourses

et j` offre tout à l` utopie)



Μετάφραση / Traduction in Fr : Νικηφόρος Τερζόγλου ( Nicéphore Terzoglou) 





ελπίζοντας







Ξημέρωσε



η άμμος που

κρατούσα όλη νύχτα
κύλησε


Την άφησα να χαθεί


με ταράζει το φως με ταράζει η δύναμή του


Ό,τι έχω χλωμιάζει

Ό,τι κρατώ δεν είναι της μέρας

  περπατώ σε μιαν αχτίδα
ανάμεσα στα φωτόνια


προσπαθώ να μην παρασυρθώ

να κλάψω
στην ώρα μου


ίσως τότε τούτη η κάψα δροσίσει







(μοιράζω τη δύναμή μου σε τρία σακούλια

κι όλα στην ουτοπία τα χαρίζω)





(από τη συλλογή ΘΕΡΟΣ το ΧΕΙΜΑΖΟΜΕΝΟΝ εκδόσεις Σαιξπηρικόν)












Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

Γνώση



Εν τέλει όλα τα γήινα
Τελειώνουν
-ακόμα και συ το ξέρεις-
Βλέπεις…  ό,τι
Αιώνιο και άφθαρτο
Θεωρείται
Από
Γεννησιμιού του
Πεπερασμένο είναι

-σ΄αυτόν τον κόσμο βέβαια-

Γιατί καθώς
Σε  κρυφή
Γωνιά καταχωνιασμένα
Έχεις
Πλάνα ημιτελή
Ονείρων 
Μέρας άνοιξης 
-απαρνημένης-

Η καταδίκη σου είναι αυτή  
Πάντα 
Να περιμένεις



Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ




Ήμουνα στημένος στη γωνιά μου και περίμενα

Ήρθε νωρίς τ’ απόγευμα κουβαλώντας μια κούτα με μπουκάλια. Κρασιά μάλλον …. Σίγουρα αλκοολούχα ίσως κι ένα χυμό ανάμεσα, αν έβλεπα καλά-η συσκευασία αυτό μαρτυρούσε- μαζί με  μια χάρτινη σακούλα, απ’ αυτές που σου δίνει ο μανάβης για φρούτα ή λαχανικά. Ήταν φουσκωμένη. Δεν έβλεπα  το περιεχόμενό της. Στοιχημάτισα στα φρούτα, ταίριαζαν με τα ποτά……………..
 Βιαστικά έμπαινε, βιαστικά έβγαινε, φέρνοντας βιβλία και c.ds. Τ’ άφηνε σκόρπια στο πάτωμα, ριγμένα ανάμεσα από τυχαία βαλμένα μαξιλάρια. Σ’ ένα μπολ άφησε μια χούφτα αρωματικά και στο τραπεζάκι λίγα ρεσό που όμως τα μάζεψε μετά από λίγο ………………………………………………………………………………………… Προσπαθούσε να κάνει το χώρο οικείο και ζεστό. Για κάποιον προφανώς ήθελε να φανεί συμπαθής. Γνώριμος ίσως; Πολλή φροντίδα …. Έμεινα με την απορία του ποιος θα ρθει……… ……………………………………………………………………………………
Η μέρα κυλούσε κι ακόμα τίποτα. Είχα αρχίσει να κουράζομαι. Δυσκολευόμουν πια και να δω.
Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν την έφερε. Απογοητεύτηκα. Πολύ κακό για το τίποτα. Μια μικρόσωμη γυναίκα μ’ ένα κλειστό φουστάνι όλο κουμπιά ως επάνω σχεδόν, που δεν στεκόταν πουθενά κι όλο γελούσε, άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο αμήχανα.
Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου
 Της έδειξε το χώρο. Εκείνη περιεργάστηκε τα βιβλία και μάλλον του ζήτησε να βάλει μουσική, γιατί αυτός πήρε ένα c.d. και κατευθύνθηκε στην άλλη άκρη του δωματίου.
Έκλεισε τα μάτια σημάδι πως κάτι άκουγε και το απολάμβανε. Της έφερε ένα ποτήρι με… χυμός πρέπει να ταν κι ένα πιάτο καθαρισμένα φρούτα Πήρε το ποτήρι με χέρια αδέξια. Το υγρό,  χύθηκε πάνω της και κείνη γέλασε νευρικά
Την αγκάλιασε. Το σώμα της σαν να συσπάστηκε αλλά τα χέρια έμειναν άνευρα  Αυτός προσπαθούσε να την κρατήσει κι εκείνη  όλο του έφευγε. Ένα  χορευτικό παιχνίδι…. Όλο του έφευγε κι όλο ερχόταν. Ένα σώμα που έκρυβε και πρόβαλε,  πάλι και πάλι μιαν επιθυμία, ερήμην της ίδιας.
 Μου κίνησε το ενδιαφέρον. Το φουστάνι με τα κουμπιά την πίεζε σχεδόν Η απελπισμένη της προσπάθεια να τιθασεύσει κάτι που δεν έλεγχε ήταν … απόλυτα ερεθιστική Ανοιγόκλεισα τα μάτια. Τα χέρια του την έπιαναν, του γλίστραγε, ξανά και ξανά,  ώσπου την φυλάκισαν σφιχτά να μην μπορεί να βρει διέξοδο
 Κάτι του είπε και τα χέρια του  λύθηκαν Κάθισαν απέναντι. Εκείνος με την έκφραση της δυστυχίας στο πρόσωπο Θα χανε τη μάχη; Μπα! Δεν τον είχα για τέτοιον…. Λόγια δεν μπορούσα ν’ ακούσω μα είδα την κίνηση του. Εντελώς θεατρική, σαν να χανόταν ο κόσμος όλος αν δεν έκανε κάποιος μια κίνηση σωτηρίας (σχεδόν θα μπορούσα να γελάσω αν γινόταν) Φαίνεται πως έπιασε γιατί σηκώθηκε, τον πλησίασε, του πρόταξε το πρόσωπό της. Θα  μπορούσα να ορκιστώ πως έτρεμε
Ασάλευτος, ανοιγόκλεισα τα μάτια Τα πρόσωπά τους ήρθαν κοντά. Το στόμα του με μια κίνηση βίαιη ενώθηκε με το δικό της κι ύστερα το φουστάνι κύλησε στο πάτωμα
Ανοιγόκλεισα τα μάτια, ξανά και ξανά με πυρετώδικη μανία, ακολουθώντας το ρυθμό των σωμάτων με μια αγωνία, να προλάβω. Να προλάβω  μη μου φύγει ο τελικός σπασμός…..
Ζέστη με πλημμύρησε. Δεν ήταν για καλό…. Μ’ έζωσε φόβος….. Ένοιωσα... να.... φλέγομαι…. ….να...φλέ...


Τι ήταν αυτό; Τινάχτηκε έντρομη η γυναίκα

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

απογοητευση



ύπνος ανεμόδαρτος στα βλέφαρά μου
ακουμπά
κι ούτε μια λύπη πηγή
  δεν έχω για
ξόρκι