Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Απόλυσις

Μετά τη λύση του γρίφου
Μπορώ να τακτοποιήσω υποθέσεις

Μοιραστείτε τα υπάρχοντά μου
ένα βραδινό αστείο
μέρες με βροχή
-ποτιστική-
Και τις λέξεις
μου


φωτογράφος  Μαρία  Βασιλοπούλου

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

"..ήταν του θανάτου"



"Με τον καιρό θα ιδούμε εμείς ποιος αγαπά τον άλλο"
Ποιος το είχε πει; Κανείς. Κανείς απ’ τους δυο. Κι ωστόσο εκείνη κάτι την ωθούσε να το επικαλεστεί. Επειδή παρόλη  την αθωότητα της εννόησε.   Σε μια στιγμή διαύγειας εννόησε το σύντομο των λόγων. Το πεπερασμένο. Της ζωής τους. Και την ευκολία της πτώσης.
Σε μια στιγμή ενορατικής εγρήγορσης το παρηγορητικό κάλυμμα έπεσε. Η πραγματικότητα γυμνή της χαμογέλασε θλιμμένη. Δεν ήθελε να τη δει.  Απέστρεψε το πρόσωπό της και έκρυψε τα μαχαιρωμένα λόγια.
Τώρα, αιώνες μετά, τα θυμόταν.
 Είχε κρατήσει δροσερή την πίστη ως το σύνορο της ουτοπίας. η αγάπη –έλεγε- δε χάνεται. Πυργώνει, πάει ψηλά ή χώνεται βαθιά στη γη μα δε χάνεται.
Πόσο πότισε αχνές στιγμές να αντέξουν και να ζήσουν, μόνο αυτή το ξερε!
Μέρες και νύχτες με δικαιολογίες ολόκληρο στρατό να τις υφαίνει, να τις απλώνει
Ένας εαυτός την περιγελούσε. Δεν τον άφηνε. Δεν του επέτρεπε να της μαράνει την ελπίδα.
Κουνούσε τους ώμους και έφευγε μουρμουρώντας μισοκοροϊδευτικά μισοσοβαρά με τον καιρό θα ιδούμε μεις ποιος αγαπά τον άλλο 

Ο χρόνος ο αναθεματισμένος που όλα τα καταλεί… έπιασε το φυτό του έρωτά της το σύνθλιψε. Προσπάθησε να το αναστήσει-άδικος κόπος-το τριψε στα δάχτυλα ίδιο μυριστικό μα τίποτα. Πεθαμένο πράμα. Η αυτολύπηση πήγε να την αγκαλιάσει την απόδιωξε.
Tο χέρι της στήριζε τους ίσκιους,
 το  χέρι της και τους σάρωσε

foto by Παναγιώτης Παπαθεοδωρόπουλος

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

θαμπά



ακουμπάς το μόνο που κρατάς
τον κόκκο ενός φθινόπωρου
φορτωμένο με άνεμο

αχνά σε βλέπω
διαβαίνεις αχνά
από μέρη αντίφασης
με μάτια τυφλά

δε με ξέρεις
γνωρίζεις την αλήθεια
του ονείρου σου
την  έγραψα  ένα βράδυ
σε σκόνη σιωπής

αφήνεις έναν ύπνο θάνατο
της μνήμης της λήθης

συγκρατώ ένα λόγο γρήγορο
σε  χρόνο ανύπαρκτο

φωτογράφος Ελένη Ρημαντωνάκη



Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014



ολοένα λιγοστεύω τα θέλω μου. κρατώ ελάχιστα. ίσα προς επιβίωση. ίσα προς επιβεβαίωση ζωής. ίσα προς απόδειξη ύπαρξης. πορεύομαι κατά το πλείστον κενή. βαραίνει αυτή η απουσία. βαραίνει η άδεια επιθυμία. περισσότερο κι απ’ το φυραμένο μου σώμα. περισσότερο κι απ’ το μυαλό μου που θαμπώνει.
περισσότερο κι απ’ τις μέρες που ολισθαίνουν. τι μου έμεινε πια να περιμένω πέρα από μια δόση υγρής ανάσας; κι όμως συμβαίνει ακόμα να ξυπνώ τις νύχτες σάρκινη.

επιμένει η άνοιξη να με πληγώνει