Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Μέσα του...



Περιπατητής της ερήμου με μάτια τυφλά διψασμένος και καιόμενος …..


O άνδρας κάπνιζε αφηρημένα. Σχεδόν μηχανικά κρατούσε το τσιγάρο μέχρι που η κάφτρα, του φτασε στα δάχτυλα. Σαν ξαφνιασμένος το πέταξε και άναψε άλλο. Το μυαλό του μουδιασμένο όπως  από νάρκωση για δύσκολη επέμβαση παράμενε ανενεργό. Λες κι είχε αυτομολήσει, λες και τίποτα δεν ήταν παρόν.
"Λοιπόν; τι λες; Πώς σου φαίνεται η ιδέα μας; Θα φύγουμε το βράδυ… "
Την κοίταξε παραξενεμένος. Ποια ήταν και τι στο καλό του έλεγε; Έκανε μια προσπάθεια. Το μόνο που του έμενε σαν εντύπωση, μια ατελείωτη, διαρκής κίνηση.
 Ελένη…πήγε να πει κι ύστερα κοντοστάθηκε. Πως του ρθε; κι αν δεν την έλεγαν Ελένη;
 "Στάθη! Στάθη!" μια ηχώ επανέλαβε. Στάθη Στάθη -εκείνος ήταν;
 Την κοίταξε με δυσκολία.

 "μαραίνομαι ο καημένος σαν το βασιλικό οπου τονε ποτίζεις με θαλασσόνερο " μουρμούρισε και ήταν σίγουρος -για πρώτη φορά-πως έλεγε κάτι ολόκληρο και σωστό. Χαμογέλασε ευχαριστημένος. Είχε επιτέλους βρει κάτι με νόημα. Στρογγυλό, συμπαγές, κατανοητό. Μιαν αλήθεια. Επιτέλους

 Έκανε ένα γύρω στους διαδρόμους του μυαλού του να βεβαιωθεί πως ήταν στο σωστό μέρος. Μα μια έρημος ήταν που τον τύλιγε και τον έπνιγε.
 "θαλασσόνερο" είπε σταθερά και κάπως δυνατότερα. "Πώς σου ρθε τώρα; Στάθη σύνελθε! Πρέπει να προλάβουμε και πρέπει…. "
"θαλασσόνερο" επανέλαβε εκείνος.
Η γυναίκα που τ’όνομά της αγνοούσε και τον έλεγε Στάθη ξέσπασε σε γέλια. "αμάν βρε Στάθη!" "μαραίνομαι" είπε εκείνος "καταλαβαίνεις; μαραίνομαι. σαν το βασιλικό" και  άνοιξε την πόρτα
μα

την έρημο  μέσα του την είχε

φωτογράφος Ελένη Ρημαντωνάκη

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Ευαλωτότητα




Είναι που σ’ αρέσει
Ο Φόβος σου
Γι’ αυτό
Και πας γυρεύοντας τον


Έτσι σε βρήκα
Στο σημείο Λάθος
Όπου έρχεσαι κάποτε


Κρατάς μια υποψία μνήμης
Απ’ το Αύριο
(αυτό σε σώζει;)
Μπορείς και λες basta
όταν κοντοζυγώνεις στη θέα
του

Κρύο πράγμα το επερχόμενο

Και βέβαια
Χαμένο

Εκείνο το παιδί
Κλαίει  μέσα σου
Κρατά  μια σβήστρα
Και φοβερίζει

Τους κανόνες







Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Μόνο



Δυο μέρες είναι που σ’ αγαπώ…

( και να μ’ άκουγε η κυρα-Λένη η μάνα μου….)
Όλα μανούλα μου γίνανε νερό και τρέχουνε και χύνονται χάνονται και γω τι θαρρείς… έβαλα μια τρεχάλα! Τα πόδια φτάσανε στην κεφαλή μου μα το πρόλαβα! Εκείνο το σ’ αγαπώ το πρόλαβα στο τσακ σαν έξοδο κινδύνου την ώρα του χαμού.

Δυο μέρες

Μόνο;

Ψέματα! Δύο και κάτι…. Άντε κάν τις δυόμισι μα έτσι κι αλλιώς η μέτρηση η αντίστροφη ξεκίνησε

Μόνο;

…. Πώς μετριέται ο  χρόνος αν όχι με όσα γίνονται ή δε γίνονται; Και με τη φθορά βέβαια μα τι μας νοιάζει αυτό, ακόμα τρέχουμε εμείς….
Που λες …..Όσα ήταν να συμβούν συνέβησαν ….
Γιατί…. Παραπάνω απ’ όσα βλέπεις την ώρα που και σένα η  καρδιά σου είναι ανοιχτή δε θα δεις. Μόνο την ώρα εκείνη. Λοιπόν; Ό,τι ήταν να δω το είδα πια -λαχτάρα φόβο κι ένα κουβάρι λέξεις ανάκατες- κι ό,τι να μου μιλήσει μίλησε. Στο νυχτερινό σου μονοπάτι βάδισα κι ας αμφιβάλεις. Και σε είδα. Όπως φοβόσουν κι όπως το λαχτάραγες  και πάλι όχι. Μόνο που τέλειωσε.
Ο χρόνος τέλειωσε
 κι όλα γυρίζουν πίσω
Αν με είδες; Ναι πού να με πάρει! Με είδες όπως κανένας και ποτέ τη γύμνια μου

Δυόμιση μέρες; Τι λέω….Κιόλας πολλές…. Μέτρησέ τις ώρες και λεπτά και δεύτερα και κλάσματα….

Μόνο;

Πόσο μετριέται το πολύ;
Δυο μήνες δούλεψα κάποτε σε μέρος που μ’ έτρωγε κι είπα αυτοί οι δυόμισι μήνες θα λείπουν απ’ τη ζωή μου. Όπου και να πάω ό,τι και να κάνω όσα και όσο  να ζήσω θα λείπουν. Πεταμένοι είναι κι έχω την έλλειψή τους. Θα αναζητώ το χρόνο που μόνο ανάσα έπαιρνα κι αυτήν από τις πλάτες
Γι’ αυτό μη λες «μόνο;» οι μέρες που θα ρθουν οι ώρες τα λεπτά τα δεύτερα θα χουν το σημάδι σου

Τότε γιατί;

Πριν να βαφτούνε οι πράξεις και τα λόγια με της αδικίας το χρώμα, ο έρωτας που ναι ακόμα ροδαλός και φρέσκος σαν αυγινό τριαντάφυλλο αμύριστο πετάξει, κλείνω την πόρτα για να σφαλίσω χρώματα και μυρωδιές και την ανάσα του

Δυο μέρες….

Ναι, μάλλον μόνο δυο μέρες. Μα τυχεροί είμαστε. Την ουτοπία κυνηγώντας αγγίξαμε μιαν άκρια της. Το νομίσαμε έστω


Δυο μέρες…..


Κι αυτό πολύ

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

σαν σε

σαν σε
ιντερμέδιο σε μια θεατρική σκηνή απουσιών
ενώ οι ηθοποιοί κλονισμένοι από τις ήττες
γελούν στενάχωρα
θρηνούν γελοία

τότε συμβαίνουν τα απύθμενα των θαυμάτων 
 η ωραιότητα των χρωμάτων κατακλύζει
τα φθαρτά και τα πρόσκαιρα
και συ θεατής αμήχανος της λάμψης

στο μεταξύ
άνθρωποι που σε κουβαλούν φεύγουν κι έρχονται

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Λέξεις



Οι λέξεις που μ’ εχθρεύονται
Απόψε μείναν εσώκλειστες

Το έρκος των οδόντων
Δεν επέτρεψε εξόδους
Ηρωικές

Ελλοχεύουν πάντα
Πίσω απ’ τα καφασωτά

Προσμένοντας
Ευκαιρίες που δε δίδονται

Μέρες σαν και τούτη
Με τη ραστώνη
Να καταλαμβάνει μέλη
Και νου χωρίς αντίσταση