Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Λοιπόν;



Καλύπτεις τα φώτα της μοναξιάς
Αποφασιστικά

Λες είμαι με αγαπημένους
Λες ζω χαρούμενη ζωή

Τότε γιατί
Εκείνο το κομμάτι σου
Αιμορραγεί νοσταλγία

Για ότι αχνά θυμάται
Για ότι φοβάται
Για ότι δεν ξέρει
(πως θα ταν)

Το θέρος προ των πυλών
Οι αρμοί σου λύνονται

Ακουμπάς ένα χάδι
Σ’ ό,τι δεν έζησες

Έτσι κι αλλιώς μόνος θα περάσεις
Κι απόψε το δρόμο
Αντίπερα κανείς

Ως κι
Η ανάμνηση σ’ αρνιέται


Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Aς πούμε και κάτι άλλο....



Ας αλλάξουμε κουβέντα λοιπόν….

Είχε, που λέτε, ένα φίλο ο αδερφός μου ο μεγάλος, που τονε λέγανε Αιμίλιο. Απ’ όταν θυμάμαι τον εαυτό μου ο Αιμίλιος αποτελούσε μέρος της ευρείας μου οικογένειας. Έμπαινε στο σπίτι σαν μέλος της  με ανοιχτά χέρια με  χαρούμενο γέλιο, δυνατή φωνή κι όλοι μας τρέχαμε να του μιλήσουμε, να τον αγγίξουμε, να τον καλοδεχτούμε.
Έχω εικόνες από τα πρώτα πρώτα νιάτα και των δυο τους να παλεύουν με κατασκευές  ή με   κουβέντες που δεν καταλάβαινα και δε  ρώτησα τι και γιατί.
Η προσφυγική του καταγωγή του δημιουργούσε πολλούς μπελάδες καθώς η μάνα του, που δεν γνώρισα,  είχε αποφασίσει πως η μόνη κατάλληλη για το μοναχογιό της θα ταν μια προσφυγούλα. Να χει προφανώς τη λεπτότητα, τη φινέτσα και την αρχοντιά του κόσμου που έχασε και την απώλεια του δεν είχε καταφέρει να αποδεχτεί
………………………………………………………………………………..
Σαν ο αδερφός μου πήγε στα Χανιώτικα χωρίστηκαν. Οι ζωές τους πήραν άλλο δρόμο.
Μπήκαν στη μέση και  καινούριες έννοιες….
Και τι μ’ αυτό;  Ό,τι και να συνέβαινε στα κατοπινά χρόνια ο ένας δεν έλειπε από τη χαρά ή τη λύπη του άλλου. Και για  μας πάντα ήταν ένα οικείο κομμάτι.
Στην έννοια μου  δεν έπαψε ούτε στιγμή να είναι παρόν σ’ ό,τι με φώτιζε. Χρειαζόμουν το γέλιο, τη φωνή του, την ανοιχτή του καρδιά. Κι ας μη μιλούσαμε παρά περιστασιακά. Παρά σπάνια ανάμεσα στα χρόνια που περνούσαν. Κι ας μην είχα  λεπτομέρειες για τη ζωή του,  πέρα από το ότι πήρε για σύντροφο ζωής ένα εξαιρετικό πλάσμα που ως και τη μάνητα της μάνας του μαΐναρε και απόχτησαν δυο κόρες.
 Για μένα ήταν παρήγορο να ξέρω πως υπάρχει. Πως υπάρχει ο αέρας του.
Βλέπετε έτσι μετρώ τους ανθρώπους , τους επιλέγω και τους ονομάζω δικούς μου. Από το πόσο μιλάνε στα μέσα μου

Μεγαλώσανε κάποτε. Γεράσανε κι οι δυο. Πια δε χρειαζόταν να επικοινωνούν με γράμματα. Μακριά τηλέφωνα σε απίστευτες ώρες γιατί θυμήθηκε ο ένας κάτι σημαντικό και ήθελε να το μοιραστεί με τον άλλο.
.
Και δεν είμαι και τόσο σίγουρη πως άφηναν ο ένας στον άλλο τα καθημερινά τους τα κομμάτια μάλλον φυλάγανε τα καλύτερα για τα μεταξύ τους. Τρέλες που δεν μπορούσαν ν’ ακουστούν και κρυφές ελπίδες.
………………………………………………………………………………………
Και μια μέρα εντελώς ξαφνικά μου ήρθε το μήνυμα «ο Αιμίλιος έφυγε».
…………………………………………………………………………………….
Σχεδόν δεν ήξερα τι να πω πέρα απ’ τα τυπικά… όπως ούτε και τώρα….
Θα λείπει φαντάζομαι πολύ στον αδερφό μου ο σχεδόν παιδικός του φίλος. Η οικειότητα η ιδιαίτερη που είχαν.

Για μένα ωστόσο που δεν βίωσα το χαμό του και πιο πολύ εικόνες έχω παρά προσωπικά βιώματα υπάρχει πάντα. Και Η σκέψη μου ζεσταίνεται  από την παρουσία του ακόμα

Και που είπα οικειότητα.
Αφήνετε σ’ όλους σας τους φίλους τα ίδια σας κομμάτια; Λέω  πως όχι. Στον ένα  αφήνετε το κομμάτι της δουλειάς, στον άλλον της οικογένειας, σ’ έναν τρίτο της διασκέδασης και ούτω.

Και σε κάποιον που έχετε την ιδιαίτερη οικειότητα, την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη, το ξεχωριστό άγγιγμα, του αφήνετε την ψυχή σας να τη φυλάει.
Κι αυτό είναι ανάγκη. Πέρα απ’ την επαφή, πέρα απ’ τη συμβατική γνωριμία.
Πέρα απ’ τα λόγια.
Εσείς ξέρετε. Κάπου υπάρχει και τον ξέρετε.
Έστω Μόνον Εσείς.

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Ως.....



Ως την άκρη του φόβου
σπρωγμένη
και ακροβατώντας

Διαβαίνοντας
ανάμεσα
από συμπληγάδες
πρέπει

Σώμα αιωρούμενο
στου ανέφικτου και της ουτοπίας
Το άκρο

Χαμένη από χέρι

Οιονεί οφειλέτης

Ίπταμαι μονίμως

Ποντάροντας στο έλεος

(της δίκαιης λύσης)

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Αμαρτία

Αμαρτία
Και μνήμη
Και λήθη.
Πώς την ορίζεις λοιπόν; Σαν τα απαγορευμένα όνειρα; Αυτό είναι η αμαρτία; Να επιθυμείς τους  πόνους των ηδονών που δεν σου ανήκουν;. Με ποιον τρόπο; Με τον τον όποιο;
 Μπορεί. Κι ας είναι αστείο να μιλάς λες κι είσαι ο κατακτητής του κόσμου. Εντάξει… το ξέρεις  μα αδυνατείς να ξεφύγεις. Πάλι και πάντα εκεί.

Είναι που θυμάσαι τη βαθιά σου ανάγκη να φορέσεις τη μάσκα του εντελώς άλλου, να χωθείς ως εκεί που ξεχνάς, ως εκεί που παύεις να είσαι αναγνωρίσιμος, ως εκεί που αλλάζουν όλα και να αφήσεις γέλιο θριάμβου

Νίκησες μια φορά. Εσένα.
Κάθε πότε το κάνεις; Κάθε πότε το θυμάσαι; Όσο μεγαλώνεις πιο πολύ; Όσο οι δυνατότητες και οι πιθανότητες αδειάζουν από το σακούλι των απίθανων και αδύναμων στιγμών;

Αμαρτία και κλαις. Στη θύμησή της στην έλλειψή της.

Τι πονά πιο πολύ; Το καμωμένο ή το ακάμωτο;
Η αδυναμία που ολισθαίνει ή η αδυναμία που δεν κάνει το πολυπόθητο βήμα;
Οι ερωτήσεις ή οι απαντήσεις;
Τι φοβάσαι εντέλει; Ό,τι ξέρεις ή ό,τι δεν έμαθες ποτέ;
Κι αυτό που μισείς είναι ό,τι τόλμησες ή μια ατολμία που σε κυνηγά εφιάλτης;
Θυμάσαι το δικό σου πόνο ή σε πνίγει ακόμα ο πόνος των άλλων;

Αμαρτία είναι ό,τι ματαιώνει το μονοπάτι που βαδίζεις, ό,τι σε γυρνά, σε βάζει σε μια δίνη
Αν σε πονά ή αν σε αλαφρώνει, αν σε διδάσκει ή αν κάνει όλες τις γραφές κενές, είναι ένα αίνιγμα που δεν θα λυθεί παρά στο απόλυτο τέλος.

Για την ώρα παίζεις το παιχνίδι της μνήμης και της λήθης. Και της φαντασίας. Για να επινοήσεις όλες τις αμαρτίες που δεν έκαμες ή να διαγράψεις άλλες.

Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Λήψεις



Καδράροντας στο τοπίο πήγαινε ο δρόμος

Eστίαση στις λευκές και μοβ πινελιές
Σε μασχάλες όλο μύρο

Λόφοι απαλοί και βουνά τσακίσματα

Και μικρές ισιάδες
τόσο που να εισχωρούν
ρύακες καθρέφτες

Για τη νάρκισσο κόρη
που κείτεται όλο αγκούσα

και περιμένει