Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013



περισσεύει ο χρόνος δε λείπεται

τον φυλάω τσιγκούνικα σε πέντε
κούπια
ένα για κάθε μέρα ένα για κάθε καιρό

εντωμεταξύ
χοροπηδώ πάνω στο προσδοκόμενο
είναι με φύλλα στρωμένο
και δροσερά μάτια

προσπαθώ να θυμάμαι τα πλούτη μου
μα ολισθαίνω εύκολα

αναχωρώ
σ' ένα πηγάδι αγέλαστο
στεγνό

προσπαθώ να κρατηθώ στη θύμηση του νερού
σπάω από ένα κιούπι κάθε τόσο
πληρώνω οφειλές των ματιών μου

στο τέλος μένω  μόνο με το πηγάδι

δίχως  καμιά θύμηση

στο τέλος έχω ξεχάσει

το φύλακα του νερού

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Θα με αφήσεις;



Δε θέλω να σ’ αφήσω
Πίσω μου μόνο σέρνονται τα πεθαμένα πράματα. Χρόνια άγουρα, αγάπες της μιας μέρας, όνειρα που δεν καρπίσανε, πέτρες, νερά. Προπάντων νερά.
Θυμάσαι που σου χα πει για το ποτάμι;
Ξεχείλισε μια φορά κι έπνιξε στο θυμό του ό,τι πήγαινε να του σταθεί εμπόδιο. Αυτό, που πορευότανε   στεγνό όλον τον καιρό. Έβρεξε πολύ δε λέω, μα να φτασε μόνο εκείνη η βροχή; Μπα…. Δε μου το βγάζεις απ’ το νου πως είχε κρυφά και φυλαμένα τα έχει του και μόλις του δόθηκε αιτία ξέσπασε σε δίκαιους και άδικους.
Ακόμα έχουνε να λένε!

Γι’ αυτό σου λέω… τα πίσω είναι κουβέντα για νεκρούς.
Εμείς  ζούμε. Γι’ αυτό σου μιλώ. Άμα σε θάψω θα σωπάσω. Άμα πεθάνω θα σωπάσω. Και δεν είμαι έτοιμη. Δεν θέλω να είμαι έτοιμη.
 Γιατί είναι ο καιρός που οι μέρες φυλλορροούν και η ματιά θολώνει. Ο ορίζοντας είναι στενεμένος τόσο που η ανάσα  που να φτάσει πια στην άκρια του…
Περίεργο ε; στενεύει, μικραίνει ο κόσμος που μπορείς να νοιώσεις   και πάλι δεν τον χωράς. Είναι που κονταίνουν οι επιθυμίες; Είναι που η έγνοια σου μάχεται να καταλάβει μόνο πως από το χτες πέρασες στο σήμερα;
Ο κύκλος που γυρνάς δε χωρά τη σκιά σου. Απλώνεται μακριά σου και ερήμην σου

Δε θέλω να σε χάσω.
Πληρώνω ένα φόρο απουσίας κάθε μέρα. Ένα φόρο λύπης για τα εύφορα βράδια.
Δεν το ξερες ε; κι όμως …. Άσε τον άλλο των προσδοκιών που ευοδώθηκαν και είναι και ο πιο τρομερός βέβαια αφού κανείς δε ρωτά πόση θλίψη προπληρώθηκε    και πόση άλλη κατατέθηκε εγκαίρως. Ματαιωμένα όνειρα…τι να πεις;

Σήμερα βρέχει. Μ’ αρέσει που επιτέλους ήρθε στην ώρα του και κάτι. λες βρε παιδί μου, η βραδυπορία του αναμενόμενου δεν είναι δα και νομοτέλεια. Μόνο που το ξεχνάμε. Εννιά στις δέκα φορές  θρέφουμε μια ανάπηρη αμφιβολία

Θυμάσαι που σου τηλεφώνησα; Και συ ήσουνα έξω απ’ το σπίτι; Εκείνη η στιγμή να κρατούσε. Της προσμονής. Η πιο καλή ώρα. Όλα τα σενάρια σε εξέλιξη. Όλες οι υποθέσεις, οι προοπτικές. Το καλό και το άσχημο από την ίδια μεριά του γηπέδου
Τότε δεν υπάρχει κούραση. Το σώμα βρίσκεται σε θέση ανυπακοής. Το μυαλό διυλίζεται με ταχύτητα φωτός και συ ηδονικά σκάβεις. Και το αντέχεις. Όσο και το χαμόγελο που το νοιώθεις τις μισές φορές παράταιρο.
Κι ύστερα χτυπά η πόρτα και τα περιττά ώρα να φεύγουν. Φώτα σβήνουν αφήνοντας όσα ανήκουν στη σκηνή, που λίγο ως πολύ ξέρεις πως θα εξελιχθεί. Οι ανοιχτές προοπτικές έχουν εγκαταλείψει από ώρα. Μένει μόνο η αδυναμία του εφικτού. Όλα τα άλλα ….πετάγματα   που δούλεψε ακούραστα η προσμονή.
 Λυπάσαι γι’ αυτά καμιά φορά; Ίσως για τα καλά που έφυγαν. Ίσως για τις ανατροπές που ντράπηκαν για λογαριασμό σου και απόφυγαν να σε κοιτάξουνε στα μάτια.

Θα μ’ αφήσεις να σε κρατήσω; Να σου μιλώ κάθε μέρα; Για ένα βήμα τη φορά.
Είναι δύσκολο βέβαια. Δεν μπορώ να υποσχεθώ πως θα το αντέξω μα αξίζει να προσπαθήσω. Να κρατήσω νοτερές τις λέξεις που θα σου στέλνω κάθε μέρα. Είναι το μόνο που μπορεί να αντισταθεί στο ποτάμι που κρύβεται χωμένο βαθιά τον καιρό που η αθωότητα μιλούσε ακατάληπτη γλώσσα.