Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

λυπημένο



Έρχεται μια μέρα
πρωί ή βράδυ αδιάφορο

Στην παλάμη σου
ένα φύλλο τρεμάμενο έρχεται
σου λέει σώσε με
Ένα βήμα πριν πεθάνει είναι
μα εσύ δεν έχεις την ικανότητα
Να το αντιληφθείς

Κάποιος
Σου πήρε την εξουσία να αναγνωρίζεις
Τη συγκίνηση
Κι έχουν περάσει κιόλας πολλοί αιώνες απ’ όταν
Ανάσταινες τα δέντρα

Κοιτάζεις την ατζέντα σου
Τα ραντεβού
περισσότερα από τις ώρες σου
Νοικιάζουν ερήμην σου το δανικό σου χρόνο
Αλλού

Δεν κλαις
Το δάκρυ δεν είναι το τελευταίο που έφυγε

Μόνο να μουρμουράς  αντέχεις

(ένα ένα στεγνώνω τα θέλω μου
ένα ένα ξεχνώ της ψυχής τα παράθυρα)

κι είναι ο θρήνος σου




Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Στεγνά


Αχνώνει το φως
Μελισσολόι τρέξανε
Οι ελπίδες
Σε σύναξη αγοραία

Κι από κοντά και τα ζητούμενα
τρεχάτα

«Πάρε μου κι εμένα
Μου χρωστάς!»
(έλεγεν ο ένας )

Κι άλλος….
(ο συνετός)

«Κράτα να χεις για τις
Επόμενες γενιές!»

Τώρα ποιος έχει όρεξη
Ν’ αναμασά τα ίδια….

Αχ…. κακές εποχές….
Και στο λεγα

Όχι όπως ήξερες νυφούλα μου….

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Κορίτσια....



........τα βράδια πηγαίναμε  να κοιμηθούμε στα πάνω δωμάτια. Σαν τελευταία κίνηση, εντελώς  τελευταία μα απόλυτα απαραίτητη βάζαμε πριν το δίσκο στο πικάπ. Πριν να  σφαλήσει  η μέρα,  να κλειδωθούν  οι αναγκαίες  ζωτικές,.  Πριν τη λήθη του ύπνου, ένα παλιό ταξιδιάρικο δίσκο χωρίς λόγια. Μόνο μουσική.
Απαραίτητη να ξεδιπλωθούν τα όνειρα, ν’ ανοίξουνε  πανιά, έτσι ανάερα,
μέσα στα πνευστά στα έγχορδα, στα πλήκτρα του πιάνου

Πού ονειρεύεσαι να πας; Έχεις χαθεί, το ξέρεις; Δεν έχει δρόμο εδώ. Μην ξεγιελιέσαι απ’ τον ορισμό που δίδουνε οι λέξεις….

Ο δίσκος τελείωνε γρήγορα. Τριάντα τριών στροφών και πέρναγε αστραπή. Πού να προλάβουν να στηθούν και να ντυθούν πύργοι και κάστρα, δρόμοι και μονοπάτια αχάραχτα….  Δίχως να μου το πουν κατέβαινα ξανά και ξανά να τον βάλω απ’ την αρχή, να τον ακούσουμε απ’ την αρχή,  γιατί τα κοριτσίστικα όνειρα μόλις ξεκινούσαν το ταξίδι  κι έπρεπε να κρατήσει

Φορώ ένα φουστάνι κόκκινο. Κόκκινο και γαλάζιο. Πες μου αν είμαι όμορφη….

Τα κορίτσια … τα τρία κορίτσια γυναίκες με τα συμβολικά  τους αρχαιότροπα ονόματα τα δηλωτικά,  διψασμένα ξαπλώνανε στα κρεβάτια  με  τη σκόνη από τους παλιούς τοίχους να φράζει πόρους της ανάσας
Τα βαμβακερινά  τους νυχτικά, πανιά αέρινα τα κράταγαν χαμηλά
Πού και πώς   να τα ταξιδέψουν;

Η μέρα του μεγάλου πάθους κι αν ήρθε δεν την κατάλαβα. Πορνευόμουν την άγνοια και τη χαρά που τη βάφτιζα λύπη

Μιλούσαν στην αρχή. Ώρα πολλή. Για διάφορα μικρά. Ή για σπουδαία. Και γω φοβόμουν μη με δουν και σταματήσουν. Σχεδόν αθέατη, σχεδόν ανύπαρκτη κλεισμένη στη σιωπή έμενα, για να μπαίνω μες στον κόσμο το θηλυκό  που ήταν η μοίρα μου….

Τρυπώνει στην ανάσα μου η αλήθεια που φοβάμαι. Τρέχω να της ξεφύγω. Τρέχω κι η νιότη μου με κυνηγά με χρώμα κόκκινο βαμμένη

Ύστερα έπαυαν
Έμεναν στη σιωπή. Να πουν τις άλλες κουβέντες. Τις άηχες. Και δεν άκουγα παρά τη ρυθμική τους ανάσα να παίζει κρυφτό με την επιθυμία.
 Τότε ακόμα είχε όνομα γήινο.

Να χόρευα στη μεγάλη πλατεία και να ταν ο χορός της φωτιάς….. τρία μερόνυχτα θα χόρευα με τα πόδια μου γυμνά


Ο ύπνος τις έπαιρνε  αργά. Την ώρα που τ’ αεράκι σπλαχνιζόταν και τρύπωνε ανάμεσα απ’ τις γρίλιες –είχαμε παραθύρια με ξύλινα παντζούρια τότε- και δρόσιζε τα κουρασμένα μέλη τόσο που είχαν καταβληθεί να μάχονται. Κι αφηνόμουν και γω στο Μορφέα κι ούτε τις άκουγα πια πότε ξυπνούσαν. Πότε έβαζαν το άλλο τους το πρόσωπο, πότε έφευγαν….

Σου το χω πει να μην κοιτάς εδώ… λείπω και δεν το ξέρεις. Τη νύχτα να με θυμηθείς. Ακόμα πλέκω. Όνειρα μ’ άφησες παραγγελιά κι ακόμα πλέκω….



Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Πίκρα

ένα θεό να χτίζαμε τη μέρα
σ' ένα ουρανό θα φτάναμε
τουλάχιστον