Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Αποχαιρετώντας το Σεπτέμβρη

όλο και πιο αργά ανατέλει το φεγγάρι
όλο και πιο νωρίς  μας τυλίγει  η νύχτα

κι ωστόσο η αναλγησία του φωτός επιμένει

και η λαχτάρα ν' αφήσουμε ένα χνάρι


μάθαμε να φυλάμε ανάερα παιχνιδίσματα

μια ριπή καλοκαιριού στο φθινόπωρο


Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Θερισμοί



Μου μαγκώνει την ψυχή ένας ίσκιος
Τον έχουν πυροβολήσει στα άκρα
γι' αυτό σέρνεται γι' αυτό σαν τανάλια
Με σφίγγει εκεί όπου δεν υπάρχει
αντίσταση
Φέρε μου έναν ύπνο του λέω
καμιά φορά
Μια πέτρα ένα τσουβάλι
πράματα που ξέρω
Να μη σε φοβάμαι
(εμένα φοβάμαι)
Να σ' αγαπήσω όπως με γδύνεις
Να σε φορέσω στη σάρκα μου
Να σε πονέσω δίχως ντροπή
Να σε σκοτώσω χωρίς  έρωτα

Είσαι ένα μάταιο απόδειπνο
Ένας μασημένος κρατήρας 


Θα σε νανουρίσω λοιπόν
να σε κοιμήσω στο ποτάμι μου μέσα

Ω
ευλογημένο νερό!
Πάρε έναν κέρβερο ξεδοντιασμένο
Πάρε ένα δράκο που χασε τη δύναμη της
φωτιάς
Πάρε της λήθης και της λύπης το δέρμα
κι ανάπαψέ τον

βροχή με γέννησε 
βροχή με γέννησε

Ιέρεια νύχτα μάνα με χίλια μάτια
Καρποί και μαστοί ένα

Έ ρ ω τα ς 
αχ ο έρωτας

τη λουρίδα του πένθους
να προλάβει να καλύψει

Παραμονεύει σε γυναίκειους μηρούς ανάμεσα
πεθαμένα βράδια στο μεσοδιάστημα της ζωής

και πριν απ' το θάνατο


Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

«Ένας άνθρωπος σε ένα χωριό»

Το «Ένας άνθρωπος σε ένα χωριό» αποτελεί ένα από τα πλέον αποκαλυπτικά και αλληγορικά διηγήματα του ποιητή Κωστή Παλαμά. Γράφτηκε το έτος 1900 και αναδημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 1920 στο φιλολογικό περιοδικό της εποχής «Ο ΝΟΥΜΑΣ». Παρόλη την δυναμικότητά του, παραμένει ουσιαστικά άγνωστο στο ευρύ αναγνωστικό κοινό, μια και ποτέ δεν δημοσιεύτηκε.



« Ἀπὸ τόπον ἄλλον ἕνας ἄνθρωπος ἦλθε σὲ ἕνα χωριό.
Τὸ Χωριὸ σὰ βυθισμένο σὲ λαγκάδι. Γύρω, τοῦ χωριοῦ οἱ πλαγιές, τοίχοι φυλακῆς χλωροπράσινης.
Καὶ εἴπεν ὁ ἄνθρωπος πρὸς τοὺς χωριάτες:
-Τί ὡραῖος καὶ τί μεγάλος ποῦ δείχνεται ὁ κόσμος γύρω σας!
Καὶ τοῦ ἀποκρίθηκαν οἱ χωριάτες:
-Ἀλήθεια! Ὅλο πρασινάδες μᾶς περιζώνουν.
Τὰ βουνά μας ἔχουμε, τὰ βουνά μας. Ἔχουμε καὶ τὰ λιοστάσια μας. Ζοῦμε ἀπ’ αὐτά. Πέρα ἐκεῖ στὸ ριζοβούνι δυὸ τρεῖς φορές τό χρόνο σταίνουμε ζωηρότατα πανηγύρια καὶ γλεντοκοποῦμε.
Τὸ στρώνουμε στὸν ἴσκιο τῆς Κουκουναριᾶς. Πλέκουμε στεφάνια ἀπό μυτριές καὶ τὰ φοροῦμε. Τὸ μεγάλο πράσινο ζουνάρι τοῦ λαγκαδιοῦ μᾶς σφιχτοδένει χειμῶνα καλοκαίρι. Σὰ δὲ σκάφτουμε καὶ σὰ δὲν οργώνουμε, τὸ χαιρόμαστε ἀπὸ τὰ παράθυρά μας.
Καὶ τοὺς εἶπε τότε ὁ ἄνθρωπος:
-Κάτι ἄλλο ἤθελα νὰ σᾶς πῶ. Τὸν κόσμο γύρω σας, τὸν ὡραῖο καὶ τὸν μεγάλο, δὲν εἶναι μπορετό ἄνθρωποί μου, νὰ τονὲ χαρῆτε ἀπὸ τὰ παραθύρια σας.
Τραβᾶτε, σκαρφαλώστε στὸ βουνό, τραβᾶτε παραπέρα ἀπὸ τὰ πανηγύρια σας, κάτου στὴ ριζοβουνιά, ψηλότερα, ψηλότερα, κι’ὡς τὴν κορφή του φτάστε.
Κι’ ἀφοῦ φτάστ’ ἐκεῖ, τότε ρίχτε μιὰ ματιὰ πλατιά, μακριά, τριγύρω σας, πρὸς τὰ βάθια καὶ πρὸς τὰ πλάτια, πρὸς τοὺς ὁρἰζοντες ποὺ δὲν τοὺς βλέπετε καὶ δὲν τοὺς ἔχετε ἀπὸ τὰ παραθύρια σας.
Οὐρανοῦς, ὠκεανοῦς, ὅλα τὰ χρώματα καὶ ὅλο τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέριαν, ἀκομμάτιαστη ὁλόγυρά σας.
Θὰ ἰδῆτε τότε κάτου κάτου κάτου, παράμερα, βαθιά, ἕνα μικρό σημάδι ἀσπροδερό ποὺ μιὰ λιγνή λουρίδα θὰ τὸ φασκιώνει βαθυπράσινη. Καὶ θὰ εἶναι τὸ χωριό σας μὲ τὴ λαγκαδιά του.
Ὅμως τότε, ὅταν θὰ τὸ ματιάσετε ἀπὸ μακριά μακριά, σὰν κάτι λιγοστό καὶ σὰν κάτι ξένο καὶ σὰν κάτι μακρυσμένο, τότε ποὺ θὰ τὸ διῆτε ὁλάκερο, συμμαζεμένο, σὰν κάτι ζωντανό, ὀργανικό ἢ σὰ μιὰ καλοδουλεμένη ζωγραφιὰ μὲ τὴν κορνίζα της, εἰκόνα ποὺ μικρούλα κι ἄν εἶναι, δὲ χάνει τίποτα ἀπὸ τὴν χάρη της, τότε ἄνθρωποί μου, τότε ποὺ θὰ ξανοίξετε τὴν μικράδα καὶ τὴν ταπεινοσύνη τοῦ χωριοῦ σας μπρὸς στὸν ὁλόκοσμο, τότε μαζί θὰ νοιώσετε μέσα σας πιὸ βαθιά τὴν ἀγάπη τοῦ χωριοῦ σας.
Γιατὶ θὰ διῆτε πὼς δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει χωρισμέν’ ἡ πατρίδα σας, πὼς εἶναι καὶ αύτὴ σφιχτοδεμένη μὲ τἄλλα πετράδια γύρω στὸ δαχτυλίδι τοῦ κόσμου.
Πὼς εἶναι κάτι δυσκολοξεχώριαστο ἀπὸ τὰ ὅλα. Ἀπὸ τὴν άγάπη τοῦ χωριοῦ ποὺ δὲν ξέρει καὶ δὲν βλέπει ὁρίζοντες, ποὺ δὲν ξεχωρίζει τίποτε μακριά, εἶναι ἀσύγκριτα σπουδαιότερη καὶ καρπερώτερη ἡ ἀγάπη ποὺ τὴν πατρίδα δὲν τὴν ἀποχωρίζει άπὸ τὸ πᾶν.
Εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ ἀγαπᾶ ὄχι ἀπὸ τὰ χαμηλά τά παραθύρια, εἶναι ἡ ἀγάπη ἀπὸ τὰ κορφοβούνια.
Τὰ λόγια τοῦ ἀνθρώπου πήρανε δρόμο στὸ χωριό.
Κι ἀπὸ στόμα σὲ στόμα, καθῶς εἴτανε καὶ δυσκολονόητα κάπως γιὰ τοὺς καημένους τοὺς χωριάτες, παράλλαξαν, πήρανε κι ἄλλα νοήματα.
Κι ἀπὸ στόμα σὲ στόμα φτάσανε σταὐτιά τοῦ ἀφέντη ποὺ εἶχε τὸ χωριό τσιφλίκι του καὶ τοὺς χωριάτες ὑποταχτικούς του. Καὶ εἶπε μὲ τὸ νοῦ του ὁ ἀφέντης:
-Τώρα θὰ τοὺς γητέψει αὐτὸς ὁ πλάνος τοὺς ἀνθρώπους μου.
Θὰ τοὺς ἀνάψῃ τὸν καημό γιὰ τοὺς μακρινούς τοὺς δρόμους καὶ τὸν πόθο γιὰ τὰ ψηλά ἀνεβάσματα.
Θὰ τοὺς πάρῃ ἀπὸ τὴ δουλειά τους, θὰ τοὺς βγάλῃ ἀπὸ τὰ μεροκάματα, θὰ τοὺς κάμῃ ἀκαμάτηδες καὶ ψωροπερήφανους.
 Ἀδιάφορους θὰ τοὺς κάμῃ πρὸς τὰ σπίτια τους καὶ πρὸς τὴ δούλεψή μου.
Θὰ μοῦ σηκώσουνε κεφάλι. Ἀπὸ δουλευτάδες, θὰ μοῦ γίνουν καταφρονητάδες. Θὰ μοῦ λιγοστέψουν τὰ χέρια καὶ θὰ μοῦ κιντυνέψουν τἀγαθά μου.
Καὶ βροντοφώνησε πρὸς τοὺς ὑποταχτικούς του:
-Διῶχτε καὶ γκρεμίστε ἀπὸ δῶ πέρα τὸν κακόν αυτόν ἄνθρωπο, τὸν πλάνο, τὸν ἀερολόγο, τὸν ἀτσίγγανο καὶ τὸν ἀκάθαρτο.
Θὰ μολέψει τὸ χωριό μας. Δὲν ἔχει αὐτὸς πατρἰδα καὶ ἦρθε νὰ μᾶς δασκαλέψῃ τὴν καταφρόνηση πρὸς ὅ,τι ὁ Θεὸς μᾶς έδωκε ἁγιότερο καὶ τιμιότερο:
Πρὸς τὴν Πατρίδα!
Κ’ ἔβαλε τοὺς δούλους καὶ τὸν πετροβολήσανε τὸν ἄνθρωπο ».

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Γέρνω

γέρνουν οι μέρες κι η ωραία λύπη πού;

ποιος να γνέψει για την έναρξη ενός ευγενικού πένθους
μιας τελετουργίας αποχώρησης

δεν μάθαμε να θρηνούμε με τον τρόπο των γενναίων

ως κι εδώ άγαρμποι
ως κι εδώ αστείοι

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012


τελικά λέω πως το να με τρώω με μέτρο
εντελώς ημίμετρο είναι
.............................................
βέβαια έτσι μεσοβέζικα
πορεύτηκα ίσαμε τώρα
αφήνοντας ως και τα ένδοξα
πλάνα στους εραστές τους

-εγώ μακριά-

τώρα λοιπόν τι θες
-να η καλή ερώτηση-
την ώρα που έτσι κι αλλιώς
μικραίνει η μέρα

αποχαιρετά το καλοκαίρι κιόλας πεθαμένο απ' την εξάντληση
πολλές οι προσδοκίες οι φετινές δεν άντεξε το δρόμο

καλοχαιρέτα τη λύπη την ευγενική μπας και σε σπλαχνιστεί
και σε συντροφεψει την ώρα που θα λείπω

έκλεισα την πόρτα πίσω μου κι ο κήπος αχνίζει
απ' την προσμονή εκείνου που λαχτάρησε

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Ένα γράμμα




«Αγαπημένε μου…»

Αγαπημένε μου; Λάθος. Λάθος! Δεν ήταν αυτή η σωστή λέξη. Ούτε καν ο σωστός τρόπος. Τρόπος;  Μα ….ναι….. αναζητούσε έναν τρόπο. Έναν τρόπο σίγουρο. Υπήρχε τέτοιος; Μα εκείνη έναν τέτοιο χρειαζόταν. Να τον κάνει να γυρίσει. Μα πώς; Έτσι; Μπα…. Δεν θα τον έκανε να γυρίσει πίσω με αισθηματολογίες. Με τακτικές συνηθισμένες και συμπεριφορές προβλέψιμες ….. Σ’ εκείνον άρεσε η πρόκληση. Είχε ανάγκη να αναμετριέται με τα δύσκολα. Και να επικρατεί. Και να επιβεβαιώνεται. Κυνηγός ήταν. Ένας κυνηγός..
 Να χε έρθει κοντά της γι’ αυτό, με τέτοια επιμονή λέξεων; Επειδή δεν του παραδόθηκε; Επειδή του αντιστεκόταν; Αυτό ήταν μόνο; Ήθελε να της σπάσει το καβούκι να την βγάλει έξω…..  και μετά;
Κι αυτή; Γιατί του είχε αντισταθεί αυτή…..
………………………………………………………………………………………
Τον ήθελε πίσω. Πίσω …
ένα τέτοιο σύντομο φευγαλέο έρωτα που μετρούσε τόσα πολλά δικά του λόγια και λίγες  συναντήσεις… πως δημιουργήθηκε, πότε φούντωσε, έσβησε, (γιατί έσβησε;)  χαμπάρι δεν πήρε…. Το μόνο που ήξερε ήταν πως τον ήθελε. Πίσω. Πίσω! Σ’ εκείνη!
Θα τα κατάφερνε; Ε, σίγουρα! Τι διάβολο! Γυναίκα ήταν. Γυναίκα…..

Και πρώτη φορά εκείνο το βράδυ γέλασε. Σιγανά.
………………………………………………………………………………………..
Τι την έπιασε με τα γράμματα τέτοια εποχή σ’ αυτή την εποχή! Μα ποιος διαβάζει πια…. Και μήπως θα τα διάβαζε εκείνος; Κι ύστερα…. Μήπως ήξερε και που να τα στείλει;
Ήθελε να γράψει. Να του γράψει. Να του μιλήσει. Πώς να του μιλήσει! Είχε χάσει τη δύναμή της. Είχε χαθεί η ώρα της. Επέμενε όμως. Με την επιμονή του μικρού παιδιού.

Στάθηκε και κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη. Απέναντι της μια γυναίκα κουρασμένη με μάτια που μαρτυρούσαν αγρύπνια. Άρεσε; Ναι, ακόμα άρεσε. Aυτό το  πρόσωπο που είχε αρχίσει να το χαράσσει ο χρόνος, το αγαπούσαν ακόμα. Το κοιτούσαν ακόμα. Ακόμα… τι σκληρή λέξη…. Ακόμα …. Τι ήθελε πια; Οι επιλογές της λιγόστεψαν. Είχε όμως το «ακόμα». Ακόμα… άχρηστη λέξη…. Αυτή τα ήθελε όλα.  Όλα! Ήθελε το χρόνο της πίσω. Ήθελε κι αυτόν. Αυτόν που της έκλεισε όλες τις πόρτες και τα παράθυρα και την άφηνε να χτυπά.
Πού χτυπούσε αλήθεια; Υπήρχε πόρτα; Γιατί δεν έμενε στην ήττα της;

Τόσοι έρωτες τόσα κορμιά κρεβάτια και σεντόνια ιδρωμένα που χαθήκαν;

«Όμορφη που είσαι μάτια μου…. Κι αυτό το γέλιο σου….»

Γελούσεν  η νιότη, τα χέρια, τα πόδια, οι μηροί, τα στήθη
Ακουμπούσαν πάνω της οι άντρες προσκυνητές στο βωμό της, ικέτευαν το βλέμμα, λαχταρούσαν τα λόγια της
Εκείνη γελούσε, σπλαχνικά τους άφηνε

«Θα πιαστείς θυγατέρα…»

«Πού πατέρα μου; Στου έρωτα τα βρόχια;» κορόιδευε, εκείνη

«Στου χρόνου την παγίδα θυγατέρα μου. Θα τα παίξεις όλα και θα χάσεις»

Παλιός χαρτοπαίχτης, τα χε χάσει χίλιες φορές στο πράσινο τραπέζι. Ήξερε από παιχνίδια και ρίσκα.
Μα τότε όλα ήταν εύκολα κι εκείνη αθάνατη.

«Μη φοβάσαι τη θυγατέρα σου»

Η αλαζονεία της άγνοιας

Γιατί του είχε αντισταθεί; Είχε φοβηθεί; Τι;
…………………………………………………………………………………………
«Σε χρειάζομαι να υπάρχεις, στη ζωή μου….» κάποτε αυτό θα τον ξεκλείδωνε και θα γυρνούσε τρέχοντας…. Κάποτε. Το κάποτε τέλειωσε

Γιατί τον ήθελε; Γιατί τον αναζητούσε; Γιατί απελπισμένα τον καλούσε; Γιατί;
Τον είχε ερωτευθεί τόσο πολύ αλήθεια που χρειαζόταν την πνοή του για ν΄ ανασάνει; Την κυριαρχούσε τόσο που δίχως του, δεν άντεχε;
Ερωτήσεις, γεμάτες γιατί γύριζαν, έρχονταν… απαντήσεις πουθενά! Μιλούσε στο κενό. Αυτό εισέπραττε. Χτυπούσε σε τοίχο και θύμωνε. Τον ήθελε πίσω. Πίσω! Μ’ όποιο κόστος; Μ’ όποιο! Αυθόρμητα το είπε και τρόμαξε.
Κι αν ζητούσε μόνο τη δική της επιβεβαίωση;

Κοίταξε ξανά το είδωλό της στον καθρέφτη. Με το χέρι να τρέμει άδειασε το κορμί από τα ρούχα του. Το κοίταξε. Πήρε ανάσα και το κοίταξε. Με περιέργεια.
Πώς ήταν; Πώς φαινόταν; Ένα λεπτό κορμί χάραζε μια αχνή φιγούρα. Καλή; Καλή.
Πήρε τα μάτια και γύρισε στη σάρκα της. Σαν παρατηρητής. Κριτής μιας παρουσίας κι όχι δικής της αλλά ξένης.
Έσυρε αργά, εξεταστικά το βλέμμα. Με προσοχή. Δίδοντας σημασία στις λεπτομέρειες. Ένα σημάδι στη γάμπα
Ποδηλατάδα στα είκοσι δύο σε διακοπές. Είδε την κατηφόρα μπροστά της και τα φρένα ανύπαρκτα. Και δυο μάτια ανήσυχα από πάνω της.
Μια αχνάδα σχεδόν αδιόρατη στους μηρούς. Κάψιμο. Μια απροσεξία και το νερό χύθηκε πάνω από το λεπτό της σορτς. Τόσος καιρός κι ο πόνος ακόμα χαραγμένος στη μνήμη κι ας κόντευε να χαθεί  η αποτύπωσή του
Και στο μπράτσο ένα σημάδι από τσούχτρα στ’ ανοιχτά της θάλασσας –ποιας θάλασσας και πριν πόσα χρόνια; Πως σβήνονται όλα ώρα την ώρα…. Τον εαυτό της θυμάται μόνο ν’ αγωνίζεται να βγει με το ένα χέρι κολυμπώντας
Ξανακοιτάχτηκε κι αδιαφόρησε παντελώς για την ελιά στο στέρνο της
Ξανακοιτάχτηκε Και είδε πως έφθινε. Η δική της πολυφιλημένη σάρκα έφθινε. Ήτανε θέμα μόνο χρόνου να μην μπορεί πια να το καλύψει. Να μην μπορεί να ξεγελάσει και να δει τον οίκτο
.
Μ’ όποιο κόστος; Μ’ όποιο;

Μπα… δε χρειαζόταν να τρομάζει…. Έτσι κι αλλιώς το ήξερε δεν θα γύρναγε.
Τότε; Τότε γιατί; Για την τιμή των όπλων;

 Και γέλασε ξανά. Λίγο δυνατότερα.
……………………………………………………………………………………

«Εγώ δε φεύγω. Εδώ θα μείνω!»
Πόσες φορές είχε ακούσει τα λόγια; Δηλώσεις υποταγής, πίστης, λατρείας πάνω σε μιαν ώρα πόθου, πάνω σε μια λαχτάρα κατάκτηση, πάνω σε μια τακτική κυνηγιού
Τα ξερε…. Όλα τα ξερε…..
Ποτέ δεν έδιδε σημασία…. Αέρας ήταν που έφευγε
……………………………………………………………………………………….
Είχε ερωτευθεί. Αυτή ήταν η μόνη αλήθεια.
Γιατί συνέβη; Γιατί ξέφυγε απ’ το λογαριασμό του πάρε και του δώσε; Γιατί μετρούσε τα λόγια; Έπεα   κι όμως  τα μετρούσε λέξη λέξη φθόγγο φθόγγο
Πού να πάρει ο διάβολος! Να τις πάρει ο διάβολος  τις μεγάλες τις κουβέντες και τα λόγια ενθουσιασμού! Πόσα της είχε πει; Πόσα; Εκείνη δεν είχε πει. Ποτέ δεν έλεγε. Δεν της άρεσαν τα λόγια. Εκείνη γελούσε τότε. Δεν είχε δει τη στιγμή που της έκλεινε το μάτι. Δεν είδε πως όλα κυλούσαν. Δεν είδε. Δεν πρόλαβε. Τα χε κρατημένα όλα μέσα της. Την πίεζαν. Ώρες ώρες νόμιζε θα πνιγεί.
Γι’ αυτό τον ήθελε; Για να πει τ’ ανείπωτα;  Να ξαλαφρώσει; Γιατί τον ήθελε;
Ξανά και ξανά  η ίδια αυτοερώτηση
Το νοιωθε σαν απόρριψη;

Ναι την είχε αυτή την αίσθηση. Λες και την είχε εγκαταλείψει…. Λες την είχε με πολλούς τρόπους προδώσει. Ναι ….. Και δεν το άντεχε…..


Λεπίδες οι λέξεις μου
Να σε χαράξουν
Θέλω
Ως τ’ ακρότατά σου

Αυτό ήθελε. Να του στείλει λέξεις και να τον ματώσει. Να τον ματώσει ως τα βάθη του.
Κι ύστερα δεν μπορούσε να τον νοιώθει να υποφέρει

Και πάλι
Μύρα τις κάνω
Να σ’ απαλύνω
Ως το δαχτυλάκι
το μικρό


Μαθημένη από όλους να ναι αγαπημένη, να τη ζητούν, να την αναζητούν προσγειώθηκε ανώμαλα. Πώς γινότανε;
Έτρεξε το νερό και χάθηκε και δεν της έμεινε ούτε στάλα

 «Θέλω να με αγαπάς! Δεν μπορώ την απουσία σου…..θέλω να μ’ αγαπάς» έτσι να ρθει να της πει

Και σ’ αυτή τη σκέψη λύθηκε στα γέλια. Έως δακρύων πια.

Και η  μέρα έφευγε.